PIER PAOLO PASOLINI
ΕΝΑ ΖΕΣΤΟ ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΟ
ΒΡΑΔΥ ΣΤΗ ΡΩΜΗ
Σκυφτὸς-σκυφτὸς
ὁ Τομάζο κατέβαινε στὴν Πιάτσα ντὶ Σπάνια τὴ μία ράμπα τῶν σκαλιῶν κι ἔπειτα τὴν
ἄλλη κι ὅλο ἔλεγε ἀπὸ μέσα του: «Γαμῶ τὸ σόι σας, κουφάλες! Στὸν τοῖχο θά ’πρεπε νὰ σᾶς εἴχανε στήσει! Τὶ σκατὰ κάνετε σὲ τούτονε τὸν κόσμο ρέ;… Ποῦ θὰ κονομήσω ἐγὼ ρὲ τὰ ὀχτὼ κατόμπαλα, ποῦ;» Ἦταν ἀπελπισμένος, γιατὶ δὲν τά ’βλεπε καθόλου καλὰ γιὰ πάρτη του τὰ πράματα.
Στὸ μεταξὺ εἶχε πέσει κάπως δροσιά, ἀλλὰ μαζὶ μὲ τὴ δροσιὰ 351 εἶχε ’ρθεῖ κι ἕνα παράξενα ζεστὸ ρεῦμα ἀέρα. Σ’ ὅλη τὴν κατεβασιὰ τῆς σκαλινάδας ὁ ἀέρας ἔφερνε διάφορα ἀρώματα ἀπὸ βρεγμένο χορτάρι, καψαλισμένο ξύλο καὶ ξεραμένη λάσπη ἀπὸ τὰ γύρω στενοσκόκακα.
Ὁ
Τομαζίνο συνέχισε νὰ περπατάει. Τὰ παπούτσια του τὸν ἔσφιγγαν σὰν μέγγενη. Εἶχε
κάλους στὰ δάχτυλα καὶ πίσω, ἡ ζερβή του φτέρνα, ἦταν ὅλη πληγιασμένη. Φαίνεται
πὼς τὸ φαγωμένο πετσί, ψημένο ἀπ’ τὴ βροχὴ καὶ τὸν ἥλιο, εἶχε γίνει πιὸ σκληρὸ
κι ἀπὸ σίδερο· τριβότανε πάνω στὸ δέρμα τοῦ ποδιοῦ του, ποὺ ἀνεβοκατέβαινε μέσα
σ’ ἐκεῖνο τὸ κατραμωμένο μπογαδάκι, ποὺ ἦταν
τὸ παπούτσι του, σὲ χρῶμα κρεμμυδί, καὶ ποὺ τὰ κορδόνια του δὲν εἶχαν λυθεῖ ἐδῶ
καὶ κάτι μῆνες ἔχοντας γίνει ἕνα μὲ τὸ πετσί.
Σέρνοντας
ὁ Τομάζο κεῖνα τὰ κακόμοιρα τὰ πόδια του ἔκανε ὅλη τὴ βία Ματσέλι, μπῆκε στὴν
πιάτσα Μπαρμπερίνι, μετὰ στὴ βία Μπισολάτι, καὶ ξαναγύρισε στὸ σταθμό, στὸ
παρκάκι τῆς Πιάτσα Ἔξεντρα. Εἶχε ἀκόμα δέκα λιρέτες στὴν τσέπη, καὶ πῆγε σ’ ἕνα
μπὰρ ν’ ἀγοράσει τὸ τελευταῖο του
τσιγάρο. Κόντεψε νὰ τοῦ ’ρθει λιποθυμιά, ὅταν πέρασε μπροστὰ ἀπὸ τὴ βιτρίνα μὲ
τὶς πάστες — πρέπει νά ’χε νὰ βάλει μπουκιὰ στὸ στόμα του ἀπ’ τὸ προηγούμενο
βράδυ.
Εἶχε
πάει κιόλας ἕντεκα. Ἀλλὰ μέσα στὸ παρκάκι, μὰ κι ἀκόμα παρακάτω, γύρω ἀπ’ τὸ
φωτισμένο σιντριβάνι, ὑπῆρχε ἀκόμα κόσμος. Ἦταν ἡ πρώτη ζεστὴ βραδιὰ τοῦ
χρόνου. Μιᾶς κι ἦταν κοντὰ ὁ σταθμὸς καὶ ἡ
αφερητία τῶν τρὰμ τῆς Στέφερ, πάντοτε ὑπῆρχε κίνηση. Στοὺς καμπινέδες συνέχιζε
ν’ ἀνεβοκατεβαίνει κόσμος, ἀρκετός μάλιστα· τὴν ὥρα αὐτή, ὅμως, δὲν ὑπῆρχε λόγος
νὰ περιμένει κανεὶς στὴν οὐρά.
Ὁ
Τομάζο κατέβηκε, ἔκανε σοβαρὸς-σοβαρὸς ὅ,τι ἔπρεπε νὰ κάνει, κι ἂς μὴν τό ’χε
καὶ τόσο ἀνάγκη, μὰ δὲν βρῆκε κανέναν καὶ τίποτα, καὶ ξανανέβηκε.
Στὸ
παγκάκι ἐκεῖ κοντά, πλάι σὲ μιὰ πρασιά, κομμάτι παράμερα, κάθονταν κάμποσοι
μαζί, στὴ σειρά, καὶ δυὸ-τρεῖς ἄλλοι στέκονταν ὄρθιοι.
Τσαντισμένος ὁ Τομάζο
πλησίασε νὰ κόψει κίνηση. Οἱ καθιστοὶ πρέπει νά ’ταν ὅλοι τους τεκνά· οἱ ὄρθιοι
ἦταν τρεῖς ἀδελφές, ἕτοιμες νὰ τοῦ δίνουν. Πράγματι, ὅταν ὁ Τομάζο βρέθηκε ἐκεῖ
δίπλα, αὐτὲς εἶπαν «Τσάο, τσάο», κι ἔφυγαν σὲ μιὰ τρελὴ βιασύνη,
σὰν νά ’ταν τίποτα κοριτσάκια ποὺ τὰ περιμένει σπίτι ἡ μαμά τους νὰ τὰ κατσαδιάσει
ποὺ ἄργησαν.
Περικοπὴ ἀπὸ τὸ πέμπτο
κεφάλαιο τοῦ μυθιστορήματος «Βίος βίαιος» («Una vita violenta»), ποὺ θὰ ἐκδοθεῖ ἀπὸ τὸν
Gutenberg
τὸ
2027.
Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου