ΓΕΒΓΕΝΗ ΓΕΦΤΟΥΣΕΝΚΟ
Η ΑΔΗΜΟΝΙΑ
Θὰ ἔρθει ἡ ἀγάπη μου, θὰ ἔρθει
καὶ θ’ ἀνοίξει μεμιᾶς τὴν
ἀγκαλιά της
νὰ μ’ ἀγκαλιάσει· εὐθὺς θὰ
καταλάβει
τοὺς φόβους μου, θὰ δεῖ τὶς
ἀλλαγές μου.
Ἀπ’ τὴ μαύρη τὴ βροχή, κι
ἀπ’ τὸ πυκνὸ σκοτάδι,
χωρὶς κὰν νὰ κλείσει τὴν
πόρτα τοῦ ταξί,
θ’ ἀνεβεί· θ’ ἀνεβεῖ ἀπ’
τὴν παλιὰ τὴ σκάλα —
θὰ καίει ὁλόκληρη ἀπὸ ἀγάπη,
θὰ καίει ἀπὸ χαρά.
Θὰ μπεῖ στὸ σπίτι δίχως νὰ
χτυπήσει,
θὰ μοῦ χαϊδεύει τό κεφάλι
μὲ τὰ χέρια της·
μὲ χάρη θὰ πέσει τὸ μπλὲ
γούνινο παλτό της
γλιστρώντας ἀπὸ τὴν
καρέκλα ποὺ τό ’χε πεταμένο.
Μετάφραση: Γιῶργος
Κεντρωτής

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου