ΓΙΩΡΓΟΣ
ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ
ΣΙΩΠΗ ΩΡΥÓΜΕΝΗ
Τραγούδι μέσα στὴ σιωπὴ κρυβόταν
καὶ μι᾽ ἁρμονία ἄκτιστη λυνόταν, ὅταν
μιὰ στάλα ἀπὸ φιλιὰ ἔπεφτε στὴ λίμνη
τὴν ἄηχη, ὅπου λημεριάζουν σκύμνοι
ὑμνολογοῦντες φάσεις καὶ ἐντυπώσεις
τῆς φαντασίας. Τῆς ὅποτε ἐνεστώσης
χαρᾶς σφυγμοὶ ἐχωροῦσαν τὶς ἐκρήξεις
τοῦ ἀμίλητου κενοῦ, τὶς ἀντιστίξεις
τοῦ λόγου τοῦ πεπληρωμένου μέναν
πνοὲς νὰ σημειώνουν, κι ἕναν-ἕναν
μικρὸ ἦχο νὰ ἑρμηνεύουν ὡσὰν λάλο
νερὸ ποὺ μὲς στῶν πόθων ζεῖ τὸν σάλο.
Ἀπὸ τὸ τζάμι ἐγλίστραγε ἡ σελήνη
μὲ φῶς πού, ὅπου σὲ δένει, ἐκεῖ σὲ λύνει.
Δεσμώτη ἐλεύθερο σὲ σπρώχνει χέρι
ἁβρὸ νὰ μπεῖς στῶν σκύμνων τὸ λημέρι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου