ΠΛΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΕΙΑ
(330d9-331d10)
ΠΛΟΥΤΟΣ, ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ
ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ
«Πές μου, ὅμως, καὶ τοῦτο
δῶ ποὺ θὰ σὲ ρωτήσω τώρα, Κέφαλε. Μὲ δεδομένο ὅτι ἔχεις ἀποκτήσει μεγάλη
περιουσία, πές μου τί... ποιὸ εἶναι τὸ ἀγαθὸ ποὺ ἔχεις περισσότερο ἀπολαύσει ἀπ’
αὐτήν;»
Ὁ Κέφαλος μοῦ ἀπάντησε καὶ
μοῦ εἶπε: «Εἶναι κάτι πού, ἂν τὸ ἔλεγα, δὲν θὰ ἔπειθα καὶ πάρα πολλούς. Σ’ τὸ
λέω νὰ τὸ ξέρεις, Σωκράτη, ὅτι, ὅταν κάποιος φτάσει νὰ πιστέψει πὼς εἶναι κοντὰ
στὸν θάνατο, ἀρχίζουν νὰ τὸν τρῶνε ὁ φόβος καὶ ἡ ἔγνοια γιὰ ὅ,τι δὲν τὸν ἀπασχολοῦσε
πρωτύτερα. Τοὺς μύθους, φέρ’ εἰπεῖν, ποὺ λένε γιὰ ὅσα συμβαίνουν στὸν Ἄδη, ὅτι
δηλαδὴ ὅποιος διαπράττει ἀδικήματα ἐδῶ πάνω θὰ πρέπει νὰ τιμωρηθεῖ ἐκεῖ κάτω…
τοὺς μύθους αὐτούς, ἐνῶ πρὶν τοὺς κορόιδευε, τώρα τοὺς ὑπολογίζει· τοῦ ταράζουν
τὴν ψυχὴ μὴν τυχὸν καὶ εἶναι ἀληθινοί. Αὐτός, πάλι, ὁ ἴδιος —μὰ ἀπὸ
γεροντικὴ ἀδυναμία, μὰ ἐπειδὴ βρίσκεται πιὰ πολὺ-πολὺ κοντὰ στὸν κάτω κόσμο—, ἔτσι
καθὼς βλέπει τώρα τὰ πράγματα καθαρότερα, γεμίζει ὣς πάνω-πάνω τὸν νοῦ του μὲ ὑποψίες
καὶ φόβους κι ἀρχίζει νὰ ξανασκέφτεται καὶ νὰ ἐπανεξετάζει μήπως ποτέ του ἀδίκησε
κανέναν σὲ κάτι. Ὅποιος, λοιπόν, διαπιστώνει ὅτι στὴ ζωή του ἔχει κάνει πολλὰ ἀδικήματα
τινάζεται πολὺ συχνὰ στὸν ὕπνο του, κατατρομαγμένος σὰν τὰ παιδάκια, καὶ ζεῖ ἀπελπισμένος
περιμένοντας τὰ κακὰ ποὺ μέλλονται νὰ τοῦ ’ρθουν. Ὅποιος, ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά,
γνωρίζει ὅτι δὲν ἔχει διαπράξει ἀδικίες, ἔ, αὐτὸς ποτέ του δὲν χάνει τὴ γλυκιά
του ἐλπίδα, ποὺ εἶναι, καταπῶς λέει κι ὁ Πίνδαρος, ἀγαθὴ γηροτρόφος. Μὰ
δὲς μὲ πόση, στ’ ἀλήθεια, χάρη τό ’πε, Σωκράτη μου, ὁ ποιητής γιὰ ὅποιον
περάσει τὴ ζωή του μὲ δικαιοσύνη καὶ εὐσέβεια:
Γλυκὰ τοῦ παραστέκεται ἡ ἐλπίδα
καὶ τοῦ φτερώνει τὴν
καρδιὰ καὶ τὸ φρόνημα —
ἡ ἐλπίδα ποὺ τὸν γηροκομεῖ
καὶ κυβερνάει
τὴ γνώμη τῶν θνητῶν τὴν
πολύστροφη.
Σωστὰ τὰ λέει ὁ ποιητής
καὶ μὲ στίχους ὑπέροχους! Ἐδῶ ἀκριβῶς, κατὰ τὴ γνώμη μου, ἔγκειται καὶ ἡ μεγάλη
ἀξία τῆς ἀπόκτησης χρημάτων, ὄχι βέβαια γιὰ τὸν ὁποιονδήποτε, ἀλλὰ γιὰ τὸν ἄνθρωπο
τὸν βολικό, τὸν σωστὸ καὶ κόσμιο. Τὸ νὰ ξεκινᾶς γιὰ ἐκεῖ, γιὰ τὸν κάτω κόσμο,
χωρὶς τὸν φόβο ὅτι ἐξαπάτησες ἢ ξεγέλασες ἀνθρώπους, ἔστω καὶ ἀθέλητα, ἢ ὅτι ὀφείλεις
θυσίες σὲ θεὸ ἢ χρήματα σὲ ἄνθρωπο, πολὺ τὸ βοηθάει ἡ ἀπόκτηση πλούτου. Τὰ
χρήματα, ὡστόσο, ἔχουν καὶ πολλὲς ἄλλες χρήσεις. Ἀλλὰ ἐξετάζοντας ἐγώ, Σωκράτη
μου, τὰ πράγματα ἕνα-ἕνα καὶ ἀντιπαραβολικά, λέω ὅτι γιὰ τὸν ἄνθρωπο τὸν
μυαλωμένο ὁ πλοῦτος ὄχι μόνο δὲν ἀποτελεῖ τὴν τελευταία-τελευταία μέριμνά του, ἀλλὰ
καὶ ὅτι τοῦ εἶναι χρησιμότατος».
Τότε τοῦ εἶπα κι ἐγώ:
«Πάρα πολὺ ὄμορφα τὰ λές, Κέφαλε! Γιὰ τὴ δικαιοσύνη, ὡστόσο, θὰ ποῦμε ἁπλῶς ὅτι
ταυτίζεται μὲ τὴν ἀλήθεια καὶ μὲ τὸ νὰ ἐπιστρέφουμε πάντοτε ὅτι ἔχουμε πάρει ἀπὸ
κάποιον ἢ θὰ σκεφτοῦμε ὅτι καὶ οἱ πράξεις αὐτὲς μπορεῖ νὰ εἶναι ἄλλοτε δίκαιες
καὶ ἄλλοτε ἄδικες; Θέλω νὰ πῶ τοῦτο δηλαδή: ἂν κάποιος ἔχει ἕναν φίλο μὲ σῶες τὶς
φρένες κι ἔχει πάρει ἀπὸ αὐτὸν τὸν φίλο του ὅπλα γιὰ νὰ τοῦ τὰ φυλάξει, καὶ ἂν
κατόπιν ὁ φίλος του αὐτός, ποὺ ἔχει ἐν τῶ μεταξὺ παραφρονήσει, τοῦ τὰ ζητήσει
πίσω, ὅλοι θὰ συμφωνούσαμε στὸ ὅτι δὲν θὰ πρέπει νὰ τοῦ ἐπιστρέψει τὰ φυλαγμένα
ὅπλα καὶ στὸ ὅτι δὲν θὰ ἦταν δίκαιος ὅποιος τὸ ἔπραττε, ἀλλὰ καί, βεβαίως, καὶ
στὸ ὅτι δὲν ὀφείλει νὰ πεῖ ὅλη τὴν ἀλήθεια σὲ κάποιον ποὺ βρίσκεται σὲ τέτοια
κατάσταση».
«Σωστά», εἶπε.
«Τῆς δικαιοσύνης ὅρος εἶναι,
ἑπομένως, νὰ λὲς τὴν ἀλήθεια καὶ νὰ ἐπιστρέφεις ὅ,τι ἔχεις πάρει — ἔτσι δεν εἶναι;»
«Βεβαίως καὶ εἶναι
Σωκράτη», εἶπε παρεμβαίνοντας ὁ Πολέμαρχος, «ἂν πρέπει νὰ δώσουμε βάση στὸν
Σιμωνίδη».
«Ὁπότε τώρα σᾶς ἀφήνω ἐγὼ
νὰ συζητήσετε ἐσεῖς», εἶπε ὁ Κέφαλος, «γιατὶ πρέπει νὰ φροντίσω τὰ σχετικὰ μὲ τὴ
θυσία».
Εὐθὺς τότε τοῦ λέει ὁ
Πολέμαρχος: «Ἐγὼ εἶμαι, ἑπομένως, τῆς περιουσίας σου ὁ κληρονόμος!»
Γελώντας ὁ Κέφαλος τοῦ εἶπε
«Βεβαίως» καὶ κατευθύνθηκε πρὸς τὸ μέρος τῆς θυσίας.
Μετάφραση: Γιῶργος
Κεντρωτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου