Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2026
ΒΙΒΛΙΑ... ΒΙΒΛΙΑ...
ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΚΑΙ ΘΡΑΣΥΜΑΧΟΥ, συνέχεια
ΠΛΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΕΙΑ (344d1-345e5)
ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΚΑΙ
ΘΡΑΣΥΜΑΧΟΥ, συνέχεια
Μόλις ἀπόσωσε τὰ λόγια του ὁ Θρασύμαχος, ἑτοιμαζόταν
νὰ φύγει, ἀφοῦ προηγουμένως εἶχε σὰν ἄλλος λουτράρης ἀδειάσει μὲς στ’ ἀφτιά μας
μαζεμένες δέκα σκάφες λόγια. Οἱ παρευρισκόμενοι ἐκεῖ δὲν τὸν ἄφησαν ὡστόσο ν’ ἀποχωρήσει·
καὶ κάνοντάς το ὄχι μόνο τὸν ὑποχρέωσαν νὰ μείνει, ἀλλὰ καὶ νὰ δώσει ἐξηγήσεις
πάνω σὲ ὅ,τι μᾶς εἶχε πεῖ. Ἀκόμα κι ἐγὼ προσωπικά, παρακαλώντας τον μὲ ἐπιμονή,
τοῦ εἶπα: «Μὰ βρὲ δαιμόνιε Θρασύμαχε, ἀφοῦ τὴν ἄνοιξες τὴ συζήτηση —καὶ τί
συζήτηση!— πῶς σηκώνεσαι τώρα νὰ φύγεις, προτοῦ μᾶς δώσεις τὶς ἀπαραίτητες ἐξηγήσεις
καὶ προτοῦ μάθεις κι ἐλόγου σου ἂν τὰ πράγματα εἶναι ἔτσι ὅπως τὰ εἶπες ἢ τυχὸν
διαφορετικά; Ἢ νομίζεις ὅτι εἶναι ἐντελῶς παρακατιανὸ ζήτημα ἡ ἐκ μέρους μας
προσπάθεια τῆς διερεύνησης τοῦ βίου γενικῶς… τὸ πῶς θὰ μπορεῖ, δηλαδή, νὰ ζεῖ ὁ
καθένας μας μιὰ ζωὴ ποὺ πραγματικὰ θ’ ἀξίζει νὰ τὴ ζεῖ καὶ δὴ στὸν ὑψηλότερο
βαθμὸ ὠφέλειας;»
«Μοῦ λὲς τώρα, δηλαδή, ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ
ζητήματος ἐγὼ ἔχω ἄλλη γνώμη;» μοῦ εἶπε τότε ὁ Θρασύμαχος.
«Αὐτὸ ἀφήνεις νὰ φαίνεται», τοῦ εἶπα. «Ἤ, ἐν
πάση περιπτώσει, δείχνεις σὰν νὰ μὴ νοιάζεσαι κὰν γιὰ μᾶς καὶ ἀδιαφορεῖς
τελείως γιὰ τὸ ἂν θὰ περάσουμε καλύτερα ἢ χειρότερα στὴ ζωή μας, ὅταν ἀγνοοῦμε
αὐτὸ ποὺ ἐσὺ ἰσχυρίζεσαι ὅτι γνωρίζεις. Ἔλα, λοιπόν, καλέ μου ἄνθρωπε,… δεῖξε
προθυμία καὶ δεῖξ’ το καὶ σ’ ἐμᾶς… κι οὔτε πρόκειται, βέβαια, νὰ ζημιωθεῖς ἐσὺ ἀπ’
τὸν κόπο ποὺ θὰ κάνεις νὰ μᾶς εὐεργετήσεις, καὶ δὲν εἴμαστε καὶ λίγοι... καὶ
θέλω νὰ σοῦ ὅτι ἐγώ, σὲ ὅ,τι μὲ ἀφορᾶ, δὲν ἔχω πεισθεῖ καὶ δὲν συμμερίζομαι τὴ
γνώμη σου ὅτι ἡ ἀδικία εἶναι ἐπικερδέστερη σὲ σύγκριση μὲ τὴ δικαιοσύνη, ἀκόμα
καὶ ἂν τὴν ξαμολύσουμε τελείως καὶ δὲν τὴν ἐμποδίζουμε νὰ κάνει ὅ,τι θέλει. Γι’
ἄκου ἐδῶ, ὡστόσο, καλέ μου ἄνθρωπε, τί θὰ σοῦ πῶ. Ἔστω ὅτι κάποιος εἶναι ἄδικος
καὶ ἔχει τὴ δύναμη νὰ διαπράττει ἀδικίες εἴτε κρυφὰ εἴτε φανερὰ ἢ ἀκόμα καὶ
μετερχόμενος βία — ἔ, αὐτὸ ἐμένα μὲ κανέναν τρόπο δὲν μὲ πείθει ὅτι ἡ ἀδικία εἶναι
ἐπικερδέστερη τῆς δικαιοσύνης. Αὐτὸ τὸ ἔχουν ἐνδεχομένως συναισθανθεῖ καὶ
κάποιοι ἀκόμα ἀπὸ ἐμᾶς ἐδῶ, ὄχι μόνο ἐγώ. Γι’ αὐτὸ κι ἐγὼ σοῦ λέω, ὑπέροχε ἄνθρωπε:
δεῖξε μας μὲ τρόπο ἀρκούντως πειστικὸ ὅτι καθ’΄ολου σωστὰ δὲν σκεφτόμαστε, ὅταν
ὑποστηρίζουμε ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἔχει μεγαλύτερη ἀξία ἀπὸ τὴν ἀδικία».
«Μὰ πῶς νὰ σὲ πείσω», μοῦ εἶπε, «ἂν δὲν ἔχεις
πεισθεῖ μὲ ὅλα ὅσα μέχρι τώρα σᾶς εἶπα; Τί ἄλλο νὰ κάνω δηλαδή; Νὰ πιάσω μὲ τὰ
χέρια μου τὰ λογικὰ ἐπιχειρήματά μου καὶ νὰ σ’ τὰ χώσω στὸ κεφάλι σου μέσα;»
«Γιὰ τ’ ὄνομα τοῦ Δία, ὄχι!... μὴν τὸ
κάνεις!» τοῦ εἶπα. «Αὐτὸ ποὺ σοῦ ζητῶ εἶναι, πρῶτον, νὰ μείνεις σταθερὸς σὲ ὅ,τι
εἶπες, ἤ, ἂν τυχὸν ἀλλάξεις γνώμη, νὰ τὴν ἀλλάξεις φανερά, κι ὄχι νὰ πᾶς στὰ
μουλωχτὰ νὰ μᾶς ξεγελάσεις. Νὰ σοῦ θυμίσω, Θρασύμαχε, νὰ δεῖς… — καὶ θὰ τὸ δεῖς,
ἂν ξαναδοῦμε αὐτὰ ποὺ εἶπες προηγουμένως. Ἐνῶ στὴν ἀρχὴ ὅρισες τὸν πραγματικὸ
γιατρὸ μὲ τὴν ἀκριβολογικὴ σημασία τῆς λέξης, κατόπιν, ὅταν μίλησες γιὰ τὸν
πραγματικὸ βοσκό, θεώρησες ὅτι γιὰ τὸν ὁρισμό του δὲν σοῦ ἦταν πιὰ ἀπαραίτητη ἡ
ἀκριβολογία, καὶ μᾶς εἶπες ὅτι στὸ μέτρο ποὺ εἶναι βοσκὸς τρέφει τὰ πρόβατα, χωρὶς
ὅμως νὰ ἀποβλέπει στὸ τί εἶναι καλύτερο γι’ αὐτά, ἀλλὰ ἔχοντας τὸ μυαλό του στὶς
εὐωχίες, λὲς κι εἶναι συνδαιτημόνας σὲ φαγοπότι, ἢ στὴν πώληση τῶν ζώων, λὲς κι
εἶναι ἔμπορος καὶ ὄχι ποιμένας. Τὴν ποιμενικὴ τέχνη, ὡστόσο, δὲν τὴν ἀπασχολεῖ
τίποτε ἄλλο πέρα ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ ἔχει ταχθεῖ νὰ φροντίζει: τὸ πῶς, δηλαδή, θὰ ἐξασφαλίζει
τὸ καλύτερο δυνατὸ γιὰ ὅ,τι ἔχει ταχθεῖ νὰ φροντίζει… — διότι ὅ,τι τῆς
χρειάζεται τῆς ἴδιας γιὰ νὰ εἶναι αὐτὴ ἡ ἴδια ἄριστη τὸ ἔχει ἤδη ἐξασφαλισμένο,
ἐφόσον ὡς τέχνη ἡ τέχνη ἡ ποιμενικὴ δὲν ὑστερεῖ σὲ τίποτα. Αὐτὸ εἶναι —γιὰ μένα
τουλάχιστον— ὅ,τι μὲ κάνει νὰ θεωρῶ ἀναγκαία τὴ συμφωνία μας στὸ ὅτι κάθε ἐξουσία,
στὸ μέτρο ποὺ εἶναι ἐξουσία, δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ κανενὸς ἄλλου τὸ καλὸ παρὰ
μόνο γιὰ τὸ καλὸ ἐκείνου, ποὺ ἡ ἴδια ἐξουσιάζει καὶ ποὺ ἀποτελεῖ τὸ ἀντικείμενο
ὅλων τῶν μεριμνῶν της, καὶ μάλιστα ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν ἡ ἐξουσία εἶναι δημόσια ἢ
ἰδιωτική. Ἐσύ —γιὰ πές μου— πιστεύεις ὅτι οἱ ἄρχοντες τῶν πόλεων… τοὺς ἀληθινοὺς
ἄρχοντες, ἐννοῶ... ἐξουσιάζουν μὲ τὴ θέλησή τους;»
«Μὰ τὸ Δία!» εἶπε. «Δὲν τὸ πιστεύω ἁπλῶς —
τὸ ξέρω, καὶ μάλιστα τὸ ξέρω καλά!»
Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.
Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2026
ΣΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΠΠΠ
GIORGIO CAPRONI
ΣΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΠΠΠ
Αγαπητέ μου Πιερ Πάολο,
η αγάπη που τρέφαμε
ο ένας για τον άλλον –ξέρεις–
ήταν αγνή. Και ο πόνος μου
είναι αγνός. Δεν θέλω
να τον δημοσιοποιήσω. Δεν θέλω,
να επιδειχθώ, να στολίσω τον εαυτό μου
με τον θάνατό σου,
να τον βάλω άνθος
στη μπουτονιέρα μου.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.















