ΠΛΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΕΙΑ
(329d9-330c9)
ΣΥΝΟΜΙΛΟΥΝ Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΜΕ
ΤΟΝ ΚΕΦΑΛΟ
Τὸν ἄκουσα τὸν Κέφαλο καὶ
θαύμασα τὰ λόγια του. Θέλοντας, ὅμως, νὰ τὸν βάλω νὰ πεῖ κι ἄλλα τὸν παρακίνησα
λέγοντάς του: «Γνώμη μου εἶναι, Κέφαλε, ὅτι, ὅταν λὲς ὅ,τι λές, οἱ πολλοὶ δὲν
τ’ ἀποδέχονται, καὶ νομίζουν ὅτι τὰ γηρατειά σου τὰ ὑπομένεις ἄνετα, ὄχι ἐπειδὴ
ξέρεις πῶς νὰ φέρεσαι μὲ τὸν ἰδιαίτερό σου τρόπο, μὰ ἐπειδὴ διαθέτεις μεγάλη
περιουσία. Διότι γιὰ τοὺς πλούσιους, καθὼς λένε, πάμπολλες πηγὲς παρηγοριᾶς ὑπάρχουν».
Μὲ ἄκουσε καὶ μοῦ ἀπάντησε:
«Σωστὰ καὶ ἀληθινὰ μιλᾶς· ὄντως δὲν τ’ ἀποδέχονται. Καὶ βέβαια αὐτὸ ποὺ ὑποστηρίζουν
ναὶ μὲν στέκεται, ἀλλὰ ὄχι καὶ τόσο ἀκλόνητα ὅσο νομίζουν. Ἐδῶ κολλάει καλὰ αὐτὸ
ποὺ εἶπε κάποτε ὁ Θεμιστοκλῆς σ’ ἕναν ἀπ’ τὴ Σέριφο ποὺ τὸν λοιδοροῦσε λέγοντας
ὅτι τὴν καλή του φήμη δὲν τὴ χρωστοῦσε στὶς ἱκανότητές του, ἀλλὰ στὴν πόλη τῆς
καταγωγῆς του. Ὁ Θεμιστοκλῆς, λοιπόν, τοῦ ἀντεῖπε ὅτι, ἂν τύχαινε νὰ κατάγεται ἀπ’
τὴ Σέριφο, δὲν θά ’ταν ὀνομαστός, πράγμα ποὺ θὰ συνέβαινε καὶ ἀντίστροφα: ὀνομαστὸς
δὲν θά ’ταν οὔτε ὁ Σερίφιος, ἂν εἶχε τυχὸν γεννηθεῖ Ἀθηναῖος. Ἡ κουβέντα αὐτὴ
ταιριάζει καὶ σὲ ὅλους ὅσοι δὲν εἶναι πλούσιοι καὶ δὲν τὴν παλεύουνε εὔκολα μὲ
τὰ γεράματά τους. Οὔτε ὁ βολικὸς ἄνθρωπος θὰ ὑπέφερε ἄνετα τὰ γηρατειά του, ἂν ἤτανε
φτωχός, οὔτε καὶ ὁ ἀναποδιάρης ἄνθρωπος θὰ εὐκόλυνε καθόλου τὴ ζωή του, ἔτσι
τυχὸν καὶ πλούτιζε».
Τοῦ εἶπα τότε ἐγώ: «Γιά νὰ
σὲ ρωτήσω τώρα κάτι, Κέφαλε: Ἀπ’ ὅσα ἔχεις, τὰ πιὸ πολλὰ τὰ βρῆκες ἕτοιμα ἢ τ’ ἀπέκτησες
ἐσὺ καὶ τὰ πρόσθεσες στ’ ἄλλα;»
«Τί ν’ ἀποκτήσω καὶ νὰ
προσθέσω ἐγώ, Σωκράτη μου;» μοῦ εἶπε. «Σὲ σύγκριση μὲ τὸν παπποῦ καὶ τὸν πατέρα
μου καὶ σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ ἐγὼ βρίσκομαι κάπου ἐκεῖ στὴ μέση. Ὁ παπποῦς
μου, ποὺ εἴμαστε καὶ συνονόματοι, κληρονόμησε ἀπ’ τὸν πατέρα του περίπου ὅση
περιουσία ἔχω ἐγὼ τώρα… τὴν κληρονόμησε καὶ τὴ μεγάλωσε, τὴν πολλαπλασίασε· ἀντίθετα
ὁ Λυσανίας, ὁ δικός μου ὁ πατέρας, μοῦ ἄφησε πιὸ λίγα κι ἀπ’ ὅσα ἔχω τοῦ λόγου
μου τώρα. Προσωπικὰ θὰ εἶμαι ἱκανοποιημένος, ἂν τὴν περιουσία μου δὲν τὴν ἀφήσω
στὰ παιδιά μου, ποὺ μᾶς ἀκοῦνε ἐδῶ, λιγότερη, μὰ καὶ λίγο περισσότερη ἀπ’ ὅσην
παρέλαβα ἐγώ».
«Σὲ ρώτησα, ξέρεις», τοῦ
εἶπα, «ἐπειδὴ μοῦ ἔχεις δώσει τὴν ἐντύπωση ὅτι δὲν τὰ πολυαγαπᾶς τὰ χρήματα,
κάτι ποὺ συνήθως συμβαίνει μὲ ὅσους δὲν τὰ ἔχουν ἀποκτήσει μόνοι τους. Ἀντίθετα,
ὅσοι τά ’χουν ἀποκτήσει μόνοι τους τὰ ἀγαποῦν διπλὰ καὶ τρίδιπλα σὲ σύγκριση μὲ
τοὺς ἄλλους. Διότι ὅπως οἱ ποιητὲς ἀγαποῦν τὰ ποιήματά τους καὶ οἱ πατεράδες τὰ
παιδιά τους, ἔτσι καὶ ὅσοι ἀπέκτησαν χρήματα ἀσχολοῦνται συνέχεια μὲ αὐτά, ἐπειδὴ
τὰ ἀποκτήματά τους εἶναι τὸ δικό τους ἔργο, πέραν τοῦ ὅτι τὰ χρησιμοποιοῦν ὅπως
ἀκριβῶς καὶ οἰ ἄλλοι ἄνθρωποι. Ἡ συναναστροφὴ μαζί τους δὲν εἶναι καθόλου εὔκολη,
καθὼς τὴ μόνη καλὴ κουβέντα ποὺ θὰ σοῦ ποῦν εἶναι γιὰ τὸν πλοῦτο».
«Σωστὰ τὰ εἶπες», μοῦ εἶπε.
«Ναί, βεβαίως!» τοῦ εἶπα ἐγώ.
Μετάφραση: Γιῶργος
Κεντρωτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου