Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2026

ΠΛΑΤΩΝ : ΠΟΛΙΤΕΙΑ (327a-328b)




 

ΠΛΑΤΩΝ : ΠΟΛΙΤΕΙΑ (327a-328b)

Μιλάει ὁ Σωκράτης:

 

Κατέβηκα χτὲς στὸν Πειραιὰ μὲ τὸν Γλαύκωνα τὸν γιὸ τοῦ Ἀρίστωνα, ἐπειδὴ ἤθελα καὶ νὰ προσευχηθῶ στὴ θεά, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ δῶ πῶς θὰ τελοῦσαν τὴ γιορτή, ἀφοῦ θὰ ἦταν ἡ πρώτη φορὰ ποὺ τὴν ὀργάνωναν. Λοιπόν, ὡραία μοῦ φάνηκε ἡ πομπὴ τῶν ντόπιων, ἀλλὰ νομίζω ὅτι κι αὐτὴ τῶν Θρακῶν καθόλου δὲν ὑστεροῦσε σὲ ὀμορφιά. Ἀφοῦ προσευχηθήκαμε καὶ τελειώσαμε μὲ τὴν παρακολούθηση τῶν ἑορταστικῶν πομπῶν, ἐπήραμε τὸν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς στὴν Ἀθήνα. Μᾶς εἶδε, τότε, ἀπὸ μακριὰ ὁ Πολέμαρχος, ὁ γιὸς τοῦ Κέφαλου, νὰ γυρνᾶμε σπίτι μας, καὶ ἔδωσε ἐντολὴ στὸν δοῦλο του νὰ τρέξει νὰ μᾶς προλάβει, γιὰ νὰ μᾶς πεῖ νὰ κάτσουμε νὰ τὸν περιμένουμε. Προφτάνοντάς μας ὁ δοῦλος μοῦ ἐτράβηξε τὸ ροῦχο ἀπὸ πίσω καὶ μοῦ εἶπε: «Ὁ Πολέμαρχος σᾶς παρακαλεῖ νὰ τὸν περιμένετε». Γύρισα τότε καὶ τὸν ρώτησα ποῦ ἦταν, κι αὐτὸς μοῦ ἀπάντησε: «Νά τος, κεῖ πίσω εἶναι, κι ἔρχεται. Περιμένετέ τον!» Βεβαίως καὶ θὰ τὸν περιμένουμε, εἶπε τότε ὁ Γλαύκων.

Ὕστερα ἀπὸ λίγο μαζὶ μὲ τὸν Πολέμαρχο ἔφτασαν ὁ Ἀδείμαντος, ὁ ἀδελφὸς τοῦ Γλαύκωνα, καὶ ὁ Νικήρατος, ὁ γιὸς τοῦ Νικία, ἀλλὰ καὶ μερικοὶ ἄλλοι ἀκόμα — ὅλοι τους ἐρχόμενοι ἀπὸ τὴν πομπή.  

Λέει τότε ὁ Πολέμαρχος: «Τὸ βάλατε κιόλας γιὰ τὴν Ἀθήνα, Σωκράτη — ἢ κάνω λάθος;» Κι ἐγὼ τοῦ ἀπαντάω: «Καθόλου δὲν λαθεύεις».

«Μᾶς βλέπεις πόσοι εἴμαστε;» μὲ ρωτάει.

«Καὶ γιατί, δηλαδή, νὰ μὴ σᾶς βλέπω;»

«Ἔ, ἀφοῦ μᾶς βλέπεις, σοῦ λέω ὅτι ἢ θὰ μᾶς νικήσετε ἐσεῖς οἱ δύο καὶ θὰ φύγετε ἢ θὰ μείνετε ἐκεῖ ποὺ εἴσαστε!»

«Ναί», εἶπα τότε ἐγώ, «ἀλλὰ ὑπάρχει κι ἄλλη μία δυνατότητα: νὰ σᾶς πείσουμε ὅτι πρέπει νὰ μᾶς ἀφήσετε νὰ φύγουμε — ἢ μήπως δὲν ὑπάρχει;»

Καὶ τί μοῦ ἀπαντάει αὐτός: «Δηλαδὴ μοῦ λὲς ὅτι θὰ μπορούσατε νὰ πείσετε ἀνθρώπους ποὺ δὲν ἀκοῦνε;»

«Δὲν ὑπάρχει τρόπος», εἶπε ὁ Γλαύκων.

Καὶ εἶπα κι ἐγώ: «Βάλ’τε το, λοιπόν, καλὰ στὸν νοῦ σας: δὲν θὰ σᾶς ἀκούσουμε».

Λέει τότε ὁ Ἀδείμαντος: «Νὰ ὑποθέσω, ἄραγε, ὅτι δὲν ξέρετε πὼς ἀπόψε ἔχει πρὸς τιμὴν τῆς θεᾶς ἀγώνα ἔφιππης λαμπαδηδρομίας;…»

«Ἐννοεῖς ἀγώνα μὲ καβαλάρηδες;» τὸν ρώτησα. «Καινούργιο πράμα αὐτό! Δηλαδὴ οἱ συναγωνιζόμενοι θὰ κρατοῦν δαυλούς, θὰ τρέχουν ἔφιπποι, καὶ θὰ δίνει ὁ καβαλάρης τὸν δαυλό του στὸν ἑπόμενο;… Αὐτὸ ἐννοεῖς;»

«Ἀκριβῶς», εἶπε ὁ Πολέμαρχος· καὶ πρόσθεσε: «Ἀφήνω ποὺ θὰ ὑπάρχει καὶ ὁλονυχτία… κι ἀξίζει τὸν κόπο νὰ τὴ δοῦμε. Θὰ δειπνήσουμε, κι ἔπειτα θὰ σηκωθοῦμε νὰ πᾶ’ νὰ τὴν παρακολουθήσουμε. Ἐκεῖ, ἐκτὸς τοῦ ὅτι θὰ συναντήσουμε πολλὰ νέα παιδιά, θὰ ἔχουμε τὴν εὐκαιρία νὰ συζητήσουμε. Γι’ αὐτὸ σᾶς λέω μείνετε… μὴ φεύγετε».

Τότε μοῦ εἶπε ὁ Γλαύκων: «Πρέπει, μοῦ φαίνεται, νὰ μείνουμε… ἔτσι νομίζω».

«Ἔ, ἀφοῦ ἔτσι νομίζεις», εἶπα ἐγώ, «πρέπει νὰ κάνουμε ὅπως νομίζεις: Μένουμε!»

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου