ΠΛΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΕΙΑ (336b1-338a3)
ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΚΑΙ ΘΡΑΣΥΜΑΧΟΥ
Κατ’
ἐπανάληψη, ὅση ὥρα συζητούσαμε, πεταγότανε ὁ Θρασύμαχος νὰ πάρει τὸν λόγο, μὰ τὸν
ἐμπόδιζαν οἱ διπλανοί του ποὺ ἤθελαν ν’ ἀκούσουν τὰ λόγια τὰ δικά μας ὣς τὸ
τέλος. Ὅταν τελειώσαμε τὴν ἐπιχειρηματολογία καὶ ἔχοντας ἐγὼ πεῖ ὅ,τι εἶπα, ἐκεῖ
ποὺ κάναμε ἕνα διάλειμμα, αὐτὸς ὄχι μόνο δὲν ἠρέμησε, ἀλλά, ἔχοντας πρῶτα
συμμαζέψει τὶς θηριώδεις δυνάμεις του, τινάχτηκε κατὰ πάνω μας κοντεύοντας νὰ μᾶς
κατασπαράξει.
Ἀπ’ τὴν τρομάρα μας κι ἐγὼ κι ὁ Πολέμαρχος,
τί νὰ λέμε, ἐπτοηθήκαμε… τὰ χρειαστήκαμε κανονικά. Αὐτὸς πάλι, ὄντας ἀνάμεσα
στοὺς ἄλλους, ἄρχισε νὰ φωνάζει: «Τόση ὥρα, καλά, δὲ βαρεθήκατε, ρὲ
Σωκράτη, νὰ φλυαρεῖτε καὶ νὰ μὴν λέτε νὰ τελειώσ’τε;! Καὶ πόσο ἀνόητοι
γινόσαστε μ’ αὐτὲς τὶς ὅλο εὐγένεια μεταξύ σας παραχωρήσεις καὶ ὑποχωρήσεις! —
τί τὶς θέλετε, δηλαδή; Τοῦτο θὰ σοῦ πῶ μόνο: ἂν πράγματι θὲς νὰ μάθεις τί εἶναι
τὸ δίκαιο, μὴν κάνεις ἐρωτήσεις καὶ ξανὰ-μανὰ ἐρωτήσεις καὶ μὴν καταφεύγεις
συνέχεια στὸν ἔλεγχο τῶν ἀπαντήσεων, ποὺ σοῦ δίνονται. Ἐπειδὴ πολὺ καλὰ τὸ
ξέρεις ὅτι εἶναι πιὸ εὔκολο νὰ ρωτᾶς παρὰ
ν’ ἀπαντᾶς, γι’ αὐτὸ σοῦ λέω κι ἐγὼ νὰ μᾶς δώσεις ἐσὺ τὴν ἀπάντησή σου στὸ ἐρώτημα
τί εἶναι τὸ δίκαιο. Μὰ μὴν ἀρχίσεις νὰ μοῦ λὲς ὅτι εἶναι τὸ δέον, οὔτε ὅτι εἶναι
αὐτὸ ποὺ εἶναι ὠφέλιμο ἢ τὸ ἀποτελεσματικὸ ἢ τὸ ἐπικερδὲς ἢ τὸ συμφέρον — ὄχι
τέτοια! Σοῦ ζητῶ νὰ μοῦ πεῖς μὲ σαφήνεια καὶ ἀκρίβεια ὅ,τι ἔχεις νὰ μοῦ πεῖς·
καὶ ξέρε ὅτι τὶς γνωστὲς σου καὶ γεμάτες σάλια παρλαπίπες ἐγὼ δὲν πρόκειται νὰ
τὶς δεχτῶ».
Ἐγώ, λοιπόν, ἐκεῖ ποὺ τὸν ἄκουγα, τά ’χασα,
κι ὅσο τὸν κοίταζα στὰ μάτια, ὅλο καὶ μεγάλωνε ὁ φόβος μου. Ἔχω —νὰ σᾶς πῶ,
μάλιστα— τὴ γνώμη ὅτι, ἂν δὲν εἶχα προλάβει νὰ τὸν δῶ πρῶτος ἐγώ, προτοῦ δηλαδὴ
μὲ δεῖ ἐκεῖνος, θὰ μοῦ ’χε σίγουρα κοπεῖ ἡ μιλιά. Μὲ τὸ ποὺ ἄρχισε νὰ ἀγριεύει ἀπὸ
τὰ διαμειβόμενα στὴ συζήτηση, ἔτυχε νὰ ρίξω πρῶτος ἐγὼ τὸ βλέμμα μου σὲ αὐτὸν
κι ἔτσι κατάφερα νὰ τοῦ ἀπαντήσω καὶ νὰ τοῦ πῶ σχεδὸν τρέμοντας: «Μὴ μᾶς
ξεσυνερίζεσαι, Θρασύμαχε, καὶ μὴν ὀργίζεσαι! Ἂν κατὰ τὸν ἔλεγχο τοῦ πράγματος
κάναμε κάποιο λάθος, θέλω νὰ ξέρεις ὅτι δὲν τὸ κάναμε ἐπίτηδες. Καὶ σκέψου αὐτὸ
ποὺ θὰ σοῦ πῶ: ἂν τυχὸν ψάχναμε νὰ βροῦμε χρυσάφι, ξέρεις ὅτι ποτὲ δὲν θὰ
κάναμε παραχωρήσεις καὶ ὑποχωρήσεις ὁ ἕνας στὸν ἄλλο, καὶ μάλιστα μὲ τὴ θέλησή μας
ἔτσι, ὥστε νὰ παρακωλύουμε καὶ νὰ ματαιώνουμε τὴν πρόοδο τῆς εὕρεσής του· καὶ
τώρα ποὺ ψάχνουμε νὰ βροῦμε τί εἶναι ἡ δικαιοσύνη, πράγμα πολὺ πιὸ πολύτιμο κι ἀπ’
ὅλα μαζὶ τὰ χρυσάφια, ἔλα, καλέ μου Θρασύμαχε, τί φαντάζεσαι δηλαδή;: ὅτι εἴμαστε
τόσο ἀνόητοι νὰ πλακωθοῦμε στὶς ἀμοιβαῖες ὑποχωρήσεις καὶ νὰ μὴ νοιαζόμαστε, καὶ
δὴ μὲ ὅλες μας τὶς δυνάμεις, γιὰ τὸ πῶς θὰ ἐξακριβώσουμε τὸ τί εἶναι ἡ
δικαιοσύνη;… πῶς θὰ βροῦμε ποιά εἶναι ἡ οὐσία της; Θέλω νὰ μὲ πιστέψεις ὅτι τὸ
ψάχνουμε, τὸ προσπαθοῦμε. Μὰ γνώμη μου εἶναι ὅτι δὲν καταφέρνουμε καὶ σπουδαῖα
πράγματα. Γι’ αὐτὸ λέω ὅτι μᾶλλον νὰ μᾶς συμπονᾶτε πρέπει ὅλοι ἐσεῖς οἱ δυνατοὶ
στὴ σκέψη παρὰ νὰ ὀργίζεστε μαζί μας».
Αὐτὸς τότε, σὰν ἄκουσε τὰ λόγια μου, ἐκάγχασε
μὲ τὸ πιὸ σαρδόνιο γέλιο καὶ εἶπε: «Νά ’τηνε κι ἐδῶ πάλι, μὰ τὸν Ἡρακλῆ, ἡ
συνηθισμένη εἰρωνεία τοῦ Σωκράτη: Ἀμ’ τὰ ξέρω ἐγὼ καλὰ τὰ χούγια σου, καὶ τοὺς τό
’χα πεῖ ὅτι δὲν θὰ θελήσεις νὰ δώσεις ἀπαντήσεις, ὅτι θὰ εἰρωνεύεσαι βεβαίως καὶ
ὅτι θὰ κάνεις ὁτιδήποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ τὸ νὰ ἀπαντᾶς στὶς ἐρωτήσεις ποὺ θὰ σοῦ
κάνουνε».
«Σοφὸς ἄνθρωπος εἶσαι, Θρασύμαχε», τοῦ εἶπα
τότε ἐγώ, «γι’ αὐτὸ καὶ ἤξερες πώς, ἂν ρωτοῦσες κάποιον πόσο εἶναι τὸ δώδεκα,
καὶ μὲ τὸ ποὺ τοῦ ’κανες τὴν ἐρώτηση, τοῦ ἔλεγες καπάκι “Κοίτα, ἄνθρωπέ μου, μὴ
μοῦ πεῖς ὅτι τὸ δώδεκα εἶναι δύο φορὲς τὸ ἕξι ἢ τρεῖς φορὲς τὸ τέσσερα ἢ ἕξι
φορὲς τὸ δύο ἢ τέσσερις φορὲς τὸ τρία, διότι ἐγὼ τέτοιες φλυαρίες δὲν θὰ τὶς
δεχτῶ”, νομίζω ὅτι τὸ καταλαβαίνεις: κανένας δὲν θ’ ἀπαντοῦσε, ἂν τὸν ρωτοῦσαν ἔτσι,
μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο. Ἀλλά, ἂν σοῦ ἔλεγε “Τί ἀκριβῶς ἐννοεῖς, Θρασύμαχε, καὶ πῶς;
Νὰ μὴν ἔχω ὡς ἀπάντηση τίποτα ἀπ’ ὅσα ἤδη ἀνέφερες; Καὶ πῶς θὰ γίνει αὐτό, ὑπέροχε
ἄνθρωπε; Δηλαδὴ νὰ πῶ ἐγὼ κάτι ἄλλο, ἀκόμα κι ἂν κάποια ἀπὸ ὅσα ἀπέκλεισες εἶναι
σωστά; Πές μου τί ἐννοεῖς!”… Ἄν, λοιπόν, σοῦ ’λεγε κάποιος αὐτά, ἐσὺ τί θὰ τοῦ ἀποκρινόσουν;»
«Ὤ, ναί;» μοῦ εἶπε· «αὐτὰ τὰ δύο εἶναι,
δηλαδὴ, γιὰ σένα ὅμοια…»
«Τίποτα δὲν τὰ ἐμποδίζει νὰ εἶναι», τοῦ εἶπα·
«ἀλλά, ἀκόμα καὶ ἂν δὲν εἶναι ὅμοια, πλὴν ὅμως φαίνονται ὅμοια σ’ ἐκεῖνον ποὺ ἐρωτήθηκε,
ἔχεις τώρα ἐσὺ τὴν ἐντύπωση ὅτι δὲν θὰ ἀπαντήσει ὅ,τι αὐτὸς νομίζει ὅτι εἶναι
σωστό εἴτε τοῦ τὸ ἀπαγορεύσουμε ἐμεῖς εἴτε ὄχι;»
«Μήπως μοῦ ἑτοιμάζεσαι κι ἐλόγου σου», μοῦ
εἶπε, «νὰ κάνεις τὸ ἴδιο καὶ νὰ δώσεις γι’ ἀπάντησή σου κάτι ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ ἐγὼ
ἀπέκλεισα;»
«Δὲν θὰ παραξενευόμουν πάντως», τοῦ εἶπα, «ἄν,
ἀφοῦ πρῶτα τὸ σκεπτόμουν, μοῦ φαινόταν ὕστερα ὅτι εἶναι σωστό».
«Γιά πές μου, λοιπόν», μοῦ εἶπε, «ἂν ἐγὼ
σοῦ δώσω γιὰ τὴ δικαιοσύνη ἀπάντηση διαφορετικὴ καὶ καλύτερη ἀπ’ ὅλες αὐτές, ἐσένα
μετὰ τί θὰ σοῦ ἄξιζε νὰ πάθεις;»
«Μὰ τί ἄλλο», τοῦ εἶπα, «ἀπὸ ὅ,τι
ταιριάζει στὸν ἄνθρωπο τὸν ἀμαθή; Καὶ στὸν ἀμαθὴ ταιριάζει νὰ μάθει ἀπὸ ἐκεῖνον
ποὺ ξέρει τὰ πράγματα καλά. Γνώμη μου, λοιπόν, εἶναι ὅτι μοῦ ἀξίζει αὐτὸ νὰ πάθω».
«Σκέτη γλύκα εἶσαι», μοῦ εἶπε. «Ναί, ἀλλὰ
γιὰ νὰ μάθεις, πρέπει καὶ νὰ τὰ σκάσεις. Ἀκούμπα μου, λοιπόν, τὰ ὄβολα!»
«Εὐχαρίστως νὰ τὸ κάνω», τοῦ εἶπα, «ἀλλὰ ὅταν
θὰ τά ’χω νὰ τ’ ἀκουμπήσω».
«Τὸ χρῆμα ὑπάρχει», εἶπε ὁ Γλαύκων. «Λέγε,
λοιπόν, ἐσὺ Θρασύμαχε, καὶ θὰ πληρωθεῖς. Γιὰ τὸν Σωκράτη θὰ συμβάλουμε ὅλοι».
«Καθόλου δὲν ἀμφιβάλλω γι’ αὐτό», εἶπε ὁ
Θρασύμαχος. «Γιὰ νὰ ἔχουμε ἔπειτα τὸν Σωκράτη νὰ κάνει αὐτὰ ποὺ συνηθίζει: ὁ ἴδιος
νὰ μὴν ἀπαντᾶ, ἀλλὰ νὰ πιάνεται ἀπὸ τὶς ἀπαντήσεις τοῦ ἄλλου καὶ νὰ τὶς ἐλέγχει
ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ κι ἀπὸ παντοῦ».
«Μὰ πῶς, καλέ μου ἐσὺ ἄνθρωπε, πῶς…», τοῦ
εἶπα, «πῶς θὰ μποροῦσε νὰ ἀπαντάει κάποιος πού, κατὰ πρῶτον, δὲν γνωρίζει οὔτε ἰσχυρίζεται
ὅτι γνωρίζει τίποτα καὶ πού, κατὰ δεύτερον, ἀκόμα κι ὅταν ἔχει μιὰ κάποια γνώμη
σχετικὰ μὲ κάτι, τοῦ εἶναι ἀπαγορευμένο, καὶ μάλιστα ὄχι ἀπὸ τὸν πιὸ ἀσήμαντο ἄνθρωπο
τοῦ κόσμου, νὰ τὴν ἐκφέρει τὴ γνώμη του αὐτή. Ὁπότε τὸ πλέον εὔλογο εἶναι νὰ
μιλήσεις ἐσύ. Ἐξάλλου ἐσὺ λὲς ὅτι ξέρεις καὶ ὅτι μπορεῖς νὰ ἀπαντήσεις. Ἔλα,
λοιπόν, σὲ προσκαλῶ καὶ σὲ παρακαλῶ, ἀπάντησε! Μὴ στερήσεις τὸν Γλαύκωνα ἀπὸ δῶ
καὶ ὅλους τοὺς παρευρισκόμενους ἀπὸ τὴ διδασκαλία σου… μετάδωσέ τους τὶς γνώσεις
σου!»
Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου