JORGE LUIS BORGES
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
στὴν
ποιητικὴ συλλογὴ «Θἄτερον, Ταὐτόν» («El Otro, el Mismo»)
Ἀπὸ τὰ πολλὰ
ποιητικὰ βιβλία, ποὺ γράφτηκαν ἐντελῶς πρόχειρα λόγῳ τῆς παραίτησής μου, τῆς ἀμέλειάς
μου καὶ μερικὲς φορὲς τοῦ πάθους μου, τὸ Θἄτερον, Ταὐτὸν εἶναι αὐτὸ ποὺ
προτιμῶ. Ἐκεῖ ὑπάρχουν τὸ «Ἄλλο ποίημα τῶν δώρων», τὸ «Ποίημα εἰκοτολογικό», τὸ
«Ρόδο τοῦ Μίλτωνος» καὶ τὸ «Χουνίν», τὰ ὁποῖα, ἂν δὲν μὲ ξεγελάει ἡ προκατάληψή
μου, δὲν μὲ προσβάλλουν. Ἐκεῖ ὑπάρχουν καὶ οἱ συνήθειές μου: τὸ Μπουένος Ἄιρες,
ὁ σεβασμὸς στοὺς προγόνους, οἱ γερμανικὲς σπουδές, ἡ ἀντίφαση τοῦ χρόνου ποὺ περνάει
καὶ τῆς ταυτότητας ποὺ ἐπιμένει, ἡ ἔκπληξή μου ποὺ ὁ χρόνος, ἡ ἴδια μας ἡ οὐσία,
μπορεῖ νὰ μοιράζεται μὲ ἄλλους.
Τὸ ἐν λόγῳ βιβλίο δὲν εἶναι τίποτα περισσότερο ἀπὸ μιὰ ποιητικὴ συλλογή. Τὰ
κομμάτια του γράφτηκαν μὲ διαφορετικὲς moods (διαθέσεις) καὶ
σὲ διαφορετικὲς στιγμές, καὶ πάντως ὄχι γιὰ νὰ δικαιολογήσουν τὴν ἔκδοση ἑνὸς
τόμου. Ἐξ οὗ καὶ ἡ προβλέψιμη μονοτονία, ἡ ἐπανάληψη λέξεων καὶ ἴσως καὶ ὁλόκληρων
στίχων. Στὸν στενὸ λογοτεχνικό του κύκλο τῆς ὁδοῦ Βικτώρια, ὁ συγγραφέας —ἂς τὸν
ὀνομάσουμε ἔτσι— Ἀλβέρτο Ἰδάλγο παρατήρησε τὴ συνήθειά μου νὰ γράφω τὴν ἴδια
σελίδα δύο φορές, μὲ ἐλάχιστες παραλλαγές. Λυπᾶμαι ποὺ τοῦ ἀπάντησα ὅτι κι ἐκεῖνος
δὲ ἦταν λιγότερο δυαδικός, ἐξαιρουμένου τοῦ ὅτι στὴ δική του περίπτωση ἡ πρώτη ἐκδοχὴ
ἦταν κάποιου ἄλλου. Τέτοιοι ἦταν οἱ ἀξιοθρήνητοι τρόποι ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, τοὺς
ὁποίους πολλοὶ ἀναπολοῦν μὲ ἔντονη νοσταλγικὴ διάθεση. Ὅλοι μας θέλαμε νὰ εἴμαστε
ἥρωες ἀσήμαντων ἀνεκδότων. Ἡ παρατήρηση τοῦ Ἰδάλγο ἦταν σωστή. Τὸ «Ἀλέξανδρος
Σέλκιρκ» δὲν διαφέρει αἰσθητά ἀπὸ τὴν «Ὀδύσσεια, ραψωδία εἰκοστὴ τρίτη». Τὸ «Μαχαίρι»
προαναγγέλλει τὴ μιλόνγκα ποὺ ἔχω τιτλοφορήσει «Ἕνα στιλέτο στὰ Βόρεια Προάστια»
καὶ ἴσως τὴν ἱστορία «Τὸ ἀντάμωμα». Τὸ περίεργο, αὐτό ποὺ δὲν καταλαβαίνω ἀκριβῶς,
εἶναι ὅτι οἱ ἑκάστοτε δεύτερες ἐκδοχές μου, σὰν πνιγμένες καὶ ἀκούσιες ἀντηχήσεις,
εἶναι συνήθως κατώτερες τῶν πρώτων. Στὸ Λοῦμποκ τοῦ Τέξας, στοῦ διαόλου τὴ μάνα,
μιὰ ψηλὴ νεαρὴ γυναίκα μὲ ρώτησε μήπως ἂν, γράφοντας τὸ «Γκόλεμ», εἶχα ἁπλῶς ἐπιχειρήσει
νὰ κάνω μιὰ παραλλαγὴ τῶν «Κυκλικῶν Ἐρειπίων». Τῆς ἀπάντησα ὅτι ἔπρεπε νὰ
διασχίσω ὁλόκληρη τὴν ἤπειρο γιὰ νὰ προσλάβω καὶ νὰ αἰσθανθῶ αὐτὴ τὴν ἀποκάλυψη,
πράγμα ποὺ ἦταν ἀλήθεια. Ἀμφότερες οἱ συνθέσεις, ἄλλωστε, ἔχουν τὶς διαφορές
τους. Στὸ σύντομο πεζὸ κείμενο γίνεται λόγος γιὰ τὸν ὀνειρευτὴ ποὺ ὀνειρεύεται,
ἐνῶ τὸ μεταγενέστερο ποίημα πραγματεύεται τὴ σχέση Θεοῦ καὶ Ἀνθρώπου, ἴσως δὲ
καὶ τὴ σχέση τοῦ ποιητῆ μὲ τὸ ἔργο του.
Οἱ ἀνθρώπειες γλῶσσες εἶναι παραδόσεις ποὺ συνεπάγονται κάτι μοιραῖο. Τὰ ἀτομικὰ
πειράματα εἶναι στὴν πραγματικότητα ἐλάχιστα, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν περίπτωση ἐκείνη ποὺ
ὁ καινοτόμος ἐπινοητὴς παραιτεῖται ἀπὸ τὴ δημιουργία ἑνὸς μουσειακοῦ δείγματος,
ἑνὸς ἔργου ποὺ προορίζεται γιὰ συζήτηση ἀπὸ τοὺς ἱστορικοὺς τῆς λογοτεχνίας ἢ
γιὰ ἁπλὸ σκάνδαλο, ὅπως τὸ Finnegans Wake τοῦ Τζαίημς
Τζόυς ἢ οἱ Soledades τοῦ Γκόνγκορα. Κάποτε μπῆκα
στὸν πειρασμὸ νὰ μεταφράσω στὰ ἰσπανικὰ τὴ μουσικὴ τῆς ἀγγλικῆς καὶ τῆς
γερμανικῆς γλώσσας. Ἂν εἶχε τελεσφορήσει αὐτὴ ἡ περιπέτεια, κάτι ἴσως παντελῶς ἀδύνατο,
θὰ ἤμουν ἕνας μεγάλος ποιητής, σὰν ἐκεῖνον τὸν Γαρθιλάσο δὲ λὰ Βέγα ποὺ μᾶς ἔδωσε
τὴ μουσικὴ τῆς Ἰταλίας, ἢ σὰν ἐκεῖνον τὸν ἀνώνυμο Σεβιλιάνο ποὺ μᾶς ἔδωσε τὴ
μουσικὴ τῆς Ρώμης, ἢ σὰν τὸν Ρουβὲν Δαρίο, ποὺ μᾶς ἔδωσε τὴ μουσικὴ τῆς
Γαλλίας. Ποτέ μου δὲν κατάφερα νὰ πάω παραπέρα ἀπὸ κάτι σχέδια ὑφασμένα μὲ λίγες
ὀλιγοσύλλαβες λέξεις, τὰ ὁποῖα, συνετῶς ποιῶν, φρόντισα νὰ τὰ καταστρέψω.
Περίεργη εἶναι τοῦ συγγραφέα ἡ μοίρα. Στὴν ἀρχὴ εἶναι μπαρόκ, ματαιόδοξα
μπαρόκ, καὶ μετὰ ἀπὂ χρόνια μπορεῖ νὰ ἐπιτύχει, ἂν τύχει νὰ εὐθυγραμμισθοῦν οἱ
πλανῆτες, τὴν ἁπλότητα, ἡ ὁποία δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ μέτρια καὶ μυστικὴ
πολυπλοκότητα.
Πολὺ λιγότερο ἀπὸ τὰ σχολεῖα, μὲ ἐκπαίδευσε μιὰ βιβλιοθήκη — αὐτὴ τοῦ
πατέρα μου. Παρά τὶς ἀντιξοότητες τοῦ χρόνου καὶ τῆς γεωγραφίας, τρέφω τὴν
πεποίθηση ὅτι ἐκείνους τοὺς ἀγαπημένους τόμους δεν τοὺς ἐδιάβασα ματαίως. Στὸ «Ποίημα
εἰκοτολογικὸ» ἡ ἐπιρροὴ τῶν δραματικῶν μονολόγων τοῦ Ρόμπερτ Μπράουνινγκ θὰ καταστεῖ
ἀμέσως ἐμφανής· ὅπως σὲ ἄλλα ποιήματα θὰ φανεῖ ἡ ἐπίδραση τοῦ Λουγόνες καί, ἐλπίζω,
τοῦ Οὐίτμαν. Ξαναγυρνώντας τοῦτες ἐδῶ τώρα τὶς σελίδες ἔνιωσα πιὸ κοντὰ στὸν
Μοντερνισμὸ παρὰ στὶς μεταγενέστερες αἱρέσεις ποὺ ὁ ἴδιος μὲ τὴ διαφθορά του δημιούργησε
καὶ ποὺ τώρα τὸν ἀρνοῦνται.
Ὁ Πέιτερ ἔραψε ὅτι ὅλες οἱ τέχνες τείνουν στὴ μουσική, ἴσως ἐπειδὴ σὲ αὐτὴν
τὸ βαθὺ περιεχόμενο εἶναι ἀκριβῶς ἡ μορφή, ἀφοῦ δὲν μποροῦμε νὰ περιγράψουμε μιὰ
μελωδία ὅπως μποροῦμε νὰ περιγράψουμε τὸ γενικὸ πλαίσιο μιᾶς ἱστορίας. Ἡ ποίηση,
ἂν δεχθοῦμε αὐτή τὴν ἐκτίμηση, θὰ ἦταν τέχνη ὑβριδική: ἡ ὑποταγή ἑνὸς ἀφηρημένου
συστήματος συμβόλων, δηλαδὴ τῆς γλώσσας, σὲ τέλη μουσικά. Γι’ αὐτὴ τὴ παρανόηση,
γι’ αὐτὴ τὴν πλάνη φταῖνε τὰ λεξικά. Συνήθως λησμονοῦμε ὅτι δὲν πρόκειται παρὰ γιὰ
τεχνητὰ ἀποθετήρια, πολύ μεταγενέστερα ἀπὸ τὶς γλῶσσες ποὺ ὀργανώνουν. Ἡ ρίζα τῆς
γλώσσας εἶναι παράλογη καὶ ἔχει χαρακτήρα μαγικό. Ὁ Δανὸς ποὺ πρόφερε τὸ ὄνομα Thor (Θώρ) ἢ
ὁ Σάξονας ποὺ πρόφερε τὸ ὄνομα Thunor (Θούνωρ) δὲν ἤξεραν ἂν αὐτὲς οἱ λέξεις
σήμαιναν τὸν θεὸ τῆς βροντῆς ἢ τὸν βρυχηθμὸ ποὺ ἕπεται τῆς ἀστραπῆς. Ἡ
ποίηση ἐπιδιώκει νὰ ἐπιστρέψει σὲ αὐτὴ τὴν ἀρχαία μαγεία. Χωρὶς
προκαθορισμένους νόμους, λειτουργεῖ μὲ διστακτικὸ καὶ τολμηρὸ τρόπο, σὰν νὰ
περπατάει στὸ σκοτάδι. Ἡ ποίηση εἶναι μιὰ μυστηριώδης παρτίδα σκάκι, στὴν ὁποία
ἡ σκακιέρα καὶ τὰ πιόνια ἀλλάζουν σὰν σὲ ὄνειρο, ἐπάνω στὸ ὁποῖο θὰ ὑποκλιθῶ
βαθιά, ἀφοῦ πεθάνω.
Μετάφραση: Γιῶργος
Κεντρωτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου