LUIS CERNUDA
Ο
ΠΟΙΗΤΗΣ
Ο
Αλβάνιο πρέπει να ήταν ακόμα πολύ μικρός, όταν πρωτοδιάβασε Βέκερ. Ήσαν κάτι δεμένοι
τόμοι με μπλε χρώμα και χρυσά αραβουργήματα, και ανάμεσα στις κιτρινισμένες τους
σελίδες είχε κάποιος φυλάξει φωτογραφίες από παλιούς καθεδρικούς ναούς και
ερειπωμένα κάστρα. Τους είχαν δώσει δανεικούς στις αδελφές του Αλβάνιο οι
εξαδέλφες τους, επειδή τις μέρες εκείνες ο κόσμος μιλούσε πολύ και εξόχως αόριστα
για τον Βέκερ, καθώς η μετακομιδή των λειψάνων του από τη Μαδρίτη είχε
συντελεσθεί με μια πομπώδη ταφή στο παρεκκλήσιο του πανεπιστημίου.
Καθώς
ξεφύλλιζε τα βιβλία αυτά, ανάμεσα στις πυκνογραμμένες σελίδες με τα πεζά
κείμενα έπεσε και πάνω σε άλλες πιο αραιογραμμένες και καθαρές, με σύντομες αράδες
πανάπαλου ρυθμού. Δεν αντιλήφθηκε τότε (αν και όχι επειδή ήταν μικρό παιδί,
αφού ούτε και οι περισσότεροι ενήλικες το αντιλαμβάνονται αυτό) τη δυστυχή ανθρώπινη
ιστορία που διασώζουν τα αγνά λόγια ενός ποιητή. Αλλά καθώς εδιάβαζε χωρίς να
καταλαβαίνει, —όπως το παιδί και όπως πολλοί άνθρωποι—, μολύνθηκε από κάτι
διαφορετικό και μυστηριώδες, κάτι που αργότερα, ξαναδιαβάζοντας επανειλημμένως τον
ποιητή, αφυπνίστηκε εντός του σαν ασαφής και επίμονη ανάμνηση μιας προηγούμενης
ζωής, πνιγμένης στην εγκατάλειψη και στη νοσταλγία.
Χρόνια
αργότερα, αναμφίβολα ικανότερος πιά ο Αλβάνιο, αλλά προς μεγάλη του ατυχία, από
θαυμασμό και έρωτα για την ποίηση έμπαινε συχνά στο παρεκκλήσιο του
πανεπιστημίου και σταματούσε σε μια γωνιά, όπου ένας άγγελος κρατούσε, κάτω από
πέτρινο κουβούκλιο, ένα βιβλίο στο ένα του χέρι, ενώ το άλλο το είχε φέρει στα
χείλη του επιβάλλοντας με το δάχτυλο υψωμένο σιωπή. Μολονότι γνώριζε ότι ο Βέκερ
δεν ήταν εκεί, αλλά κάτω, στην κρύπτη του παρεκκλησίου, μόνος, όπως είναι πάντα
και οι ζωντανοί και οι νεκροί, ο Αλβάνιο ατένιζε αυτή την εικόνα για ώρα πολλή,
σαν να μην του έφτανε η σιωπηλή της ευγλωττία και να χρειαζόταν ν’ ακούσει, φανερωμένο
και σε ήχο, το μήνυμα των πέτρινων εκείνων χειλιών. Η απάντηση που έλαβαν τα
ερωτήματά του ήταν οι νεανικές φωνές και τα ζωηρά γέλια των φοιτητών, που τρυπούσαν
τους χοντρούς τοίχους και έφταναν μέσα ώς αυτόν απ΄ την ηλιόλουστη μεσαυλή και
τον συναντούσαν. Τα πάντα εκεί μέσα ήταν ήδη αδιαφορία και λήθη.
Μετάφραση:
Γιώργος Κεντρωτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου