LUIS CERNUDA
Ο ΕΡΑΣΤΗΣ
Η αυγουστιάτικη νυχτιά εμπέρδευε τη μαύρη θάλασσα και
τον μαύρο ουρανό στην ίδια απεραντοσύνη μέσα, απ’ όπου ξεχώριζε, σαν αρχή κάποιου
κόσμου άκτιστου, μόνο η γκριζωπή γραμμή της παραλίας. Εκεί, σ’ όλο της το μήκος
και γυμνός κάτω απ’ τα λευκά μου ρούχα, περπατούσα εγώ ολομόναχος, κι ας με
καλούσαν οι φίλοι μου, που κολυμπούσαν στη θάλασσα, να μπω μαζί τους. Ανάμεσα σ’
όλες εκείνες τις φωνές τους εγώ ξεχώριζα μία ολόδροση και απολύτως καθαρή.
Η θάλασσα κρατούσε ακόμα μες στην αγκαλιά της τη ζέστη
της ημέρας, και την έβγαζε με μια θερμή και συνάμα πικρή πνοή που έμελλε να σβήσει
στον νυχτερινό αέρα. Ώρα πολλή περπάτησα στης παραλίας το σκότος, έμπλεος
ευδαιμονίας, μέθης, ζωής. Ποτέ μου όμως δεν θα πω τον λόγο. Είναι τρέλα να θέλεις
να εκφράσεις το άφραστο. Ποιός μπορεί να πει άραγε με λόγια τί είναι η φλόγα
και η θεϊκή της ζέση που ούτε κανείς τη βλέπει ούτε τήνε νιώθει;
Τελικά εβούτηξα στο νερό, που μόλις ριγωνόταν απ’ τα
κύματα και με μι’ απαλή του κίνηση με πήγε
στ’ ανοιχτά. Είδα από μακριά, στο βάθος, τη γκριζωπή γραμμή της παραλίας και
πάνω της των αφημένων μου ρούχων την άσπρη κηλίδα. Όταν εγύρισαν οι άλλοι και έκραζαν τ’ όνομά μου
μες στη νύχτα, αναζητώντας με δίπλα στα σαν σάβανο ενδύματά μου, ον αδρανές σαν
άδειο σώμα, εγώ τους παρακολουθούσα, αόρατος μες στο σκοτάδι, σάμπως να
μπορούσαμε από άλλο κόσμο και από άλλη ζωή να συλλογιστούμε, μα τώρα πια χωρίς
εμάς, και τον τόπο και τα κορμιά που αγαπούσαμε.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου