Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026

ΠΑΜΠΑΛΑΙΟΣ ΚΗΠΟΣ

 


LUIS CERNUDA

 

ΠΑΜΠΑΛΑΙΟΣ ΚΗΠΟΣ

 

Στὴν ἀρχὴ πέρναγες μέσα ἀπὸ ἕναν μακρὺ σκοτεινὸ διάδρομο. Καὶ μετὰ ἀπὸ μιὰ τοξωτὴ κάμαρα κι ἔβλεπες στὸ βάθος τοῦ κήπου ἕνα φῶς. Τὴ χρυσαφιά του ἀνταύγεια τὴν ἔβαφαν πράσινη τὰ φύλλα και τὸ νερὸ τῆς στέρνας. Ὅλα αὐτὰ ἐκεῖ, μὲ τὸ ποὺ ἔβγαινες ἔξω, κλεισμένα ὅπως ἦσαν ἀπὸ τὸ σιδερένιο κιγκλίδωμα, ἔλαμπαν σὰν ὑγρὸ σμαράγδι πυκνό, γαλήνιο καὶ μυστηριῶδες.

Κατόπιν ἦταν ἡ σκάλα· στὰ σκαλοπάτια της εἶχε δυὸ ψηλὲς μανόλιες, κι ἀνάμεσα στὰ κλαδιά τους κρυβόταν κάποιο παλιὸ ἄγαλμα μαζὶ μὲ τὴν κολόνα ποὺ τὴν εἶχε βάθρο του. Στὰ πόδια ἀκριβῶς τῆς σκάλας ἄρχιζαν τοῦ κήπου οἱ πεζοῦλες.

Ἀκολουθώντας τὰ μονοπάτια μὲ τὰ κοκκινωπὰ τοῦβλα καὶ περνώντας μιὰ καγκελόπορτα καὶ μερικὰ μεγαλούτσικα σκαλοπάτια ἔφτανες σὲ κάτι ἀπόμερες μεσαυλίτσες μὲ μυρτιὲς καὶ πικροδάφνες γύρω ἀπὸ μιὰ φοντάνα ὅλο βρύα, καὶ δίπλα στὴ φοντάνα ὑψωνόταν ἕνας κορμὸς κυπαρισσιοῦ μὲ τὴν κορφή του νὰ βυθίζεται στὸν ὁλοφώτεινον ἀέρα.

Στὴν περιρρέουσα σιωπὴ ὅλο τοῦτο τὸ κάλλος τὸ ἐμψύχωνε ἕνας ἀπόκρυφος παλμὸς λὲς καὶ ἡ καρδιὰ τῶν ἐξαφανισμένων ἀνθρώπων, ποὺ εἶχαν ἀπολαύσει κάποτε παλιὰ τὸν κῆπο αὐτό, παραμόνευε ἀνάμεσα στὰ πυκνὰ κλαδιὰ καὶ ἐδονεῖτο. Τὸ ἀνήσυχο φλίφλισμα τοῦ νεροῦ ἐφάνταζε σὰν βήματα ποὺ ἀπομακρύνονταν.

Χρῶμα ὁ οὐρανὸς εἶχε καθαρὸ καὶ διάφανο γαλάζιο, μὲ φῶς καὶ θέρμη δόξας τρανῆς ἐντός του. Ἀνάμεσα στοὺς θύσανους τῶν φοινικόδεντρων, πιὸ πέρα ἀπ’ τὶς ταράτσες καὶ τὶς λευκὲς στοὲς ποὺ ἐστεφάνωναν τὸν κῆπο, ὑψωνόταν ἕνας πύργο λυγερός, γκρὶ καὶ ὤχρα, ὅμοιος μὲ κάλυκα ὡραίου ἄνθους.

*

Ὑπάρχουν ἀνθρώπινα πεπρωμένα συνδεδεμένα μὲ κάποιον τόπο ἢ μὲ κάποιο τοπίο. Ἐκεῖ, σ’ ἐκεῖνον τὸν κῆπο, στὸ φιλιατρό καθισμένος μιᾶς φοντάνας, ὀνειρεύτηκες μιὰ μέρα τὴ ζωὴ ὡσὰν ἀστείρευτη σαγήνη. Τὰ οὐράνια πλάτη σὲ παρωθοῦσαν στὴ δράση· τῶν λουλουδιῶν ἡ ἀνασαιμιά, τὰ φυλλώματα καὶ τὰ νερὰ στὴ δίχως τύψεις ἀπόλαυση.

Πολὺ ἀργότερα θὰ καταλάβαινες ὅτι οὔτε τὴ δράση οὔτε τὴν ἀπόλαυση θὰ ἤσουν σὲ θέση νὰ τὶς ζήσεις μὲ τὴν τελειότητα ποὺ εἶχαν μ’ ἐκεῖνα τότε τὰ ὄνειρά σου στὸ φιλιατρό τῆς φοντάνας. Τὴν δὲ ἡμέρα ποὺ κατάλαβες αὐτὴ τὴ λυπηρὴ ἀλήθεια, μολονότι βρισκόσουν σὲ μέρη μακρινὰ καὶ ξένα, βαθιά σου ἐπόθησες νὰ γυρίσεις στὸν κῆπο ἐκεῖνον καὶ νὰ ξανακάτσεις στὸ φιλιατρὸ τῆς φοντάνας, γιὰ νὰ ὀνειρευτεῖς καὶ πάλι τὰ νιάτα σου ποὺ εἴχανε διαβεῖ, περάσει.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου