ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ
ΣΤΟ ΧΕΙΛΟΣ ΤΟΥ ΥΠΝΟΥ
Νὺξ
δ’ ἤδη τελέθει· ἀγαθὸν καὶ νυκτὶ
πιθέσθαι […]
κοιμήσαντ’ ἄρ’ ἔπειτα καὶ ὕπνου δῶρον ἕλοντο.
Ὅμηρος, Ἰλιάς Η, 282, 482
Στῆς Ἰλιάδας τὸ Ἦτα διακόσια ὀγδόντα δύο
γλιστράει ἡ νύχτα. Λέμε νὰ τῆς κάνουμε τὴ χάρη
νὰ τὴν ἀκούσουμε ποὺ μᾶς μιλᾶ, καὶ νὰ μᾶς πάρει
γλυκὰ ὁ ὕπνος. Τὸ ἔρεβος ὀνείρων εἶναι πανδοχεῖο
καὶ θὰ κομίσει καὶ ὅ,τι ἐκοίμιζε ὁ νοῦς μας στὸ ἀγγεῖο
τῶν λογισμῶν μὲ τῆς πραγματικότητας τὰ βάρη.
Οἱ προηγηθέντες ἀσπασμοί, οἱ θωπεῖες καὶ τὸ ζάρι
τῆς τύχης κλείνονται στοῦ τετρακόσια ὀγδόντα δύο
τὸν στίχο — ἐκεῖ: κοιμήσαντ’ ἄρ’ ἔπειτα καὶ ὕπνου δῶρον
(λέει) ἕλοντο. Κι ἐμεῖς, στὸ χεῖλος ἐνυπνίων
χώρων
μὲ ἑσμοὺς εἰκόνων καταρρακτωδῶν, χρωματισμένων
ἀπ’ τοῦ νταζάιν τὴν πλοκή, συμπλέουμε στὰ χάη
ἀβύσσου μουσικῆς, στὸ βύθος τῶν παροξυμένων
ὁρμῶν ποὺ ἡ σάρκα τρέφει καὶ ποτὲ δὲν ξαστοχάει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου