Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026

Ο ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΣ


 

LUIS CERNUDA

 

Ο ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΣ

 

Βρισκόσουν, καλοκαίρι, στο ανοιχτό θέατρο, όπου η νύχτα και τ’ αστέρια ήταν ό,τι έβλεπαν πάνω απ’ τα κεφάλια τους όλα εκείνα τα πλάσματα που ήταν συναχθεί εκεί και ακύρωναν με ένα πιο πραγματικό μυστήριο, με μια πιο δραματική απεραντοσύνη τα διαδραματιζόμενα επί σκηνής εντελώς τετριμμένα και ασήμαντα δρώμενα. Καθισμένον ανάμεσα στους δικούς του, όπως κι εσύ ανάμεσα στους δικούς σου, όχι και τόσο μακριά σου, τον ανακάλυψες, για να ξεσηκώσει η παρουσία του, από της ύπαρξής σου τα μύχια, αυτή την αναπόφευκτη έλξη, την ευφρόσυνη και οδυνηρή, εξαιτίας της οποίας ο άνθρωπος, ταυτισμένος περισσότερο από ποτέ άλλοτε με τον εαυτό του, παύει πια ακόμα και ν’ ανήκει στον εαυτό του.

Μια παράξενη αιδημοσύνη, ενδεχομένως και ως  υπεράσπιση της προσωπικότητας μπροστά στον κίνδυνο της αποξένωσης, σε τράβαγε προς τα μέσα, ενώ μια ενστικτώδης συμπάθεια σε τράβαγε προς τα έξω, προς εκείνο το πλάσμα που ήξερες τον μεγάλο πόθο σου να λειώσετε μαζί, να γίνετε ένα κράμα. Σ’ εκείνο το πρόσωπο το εμψυχωμένο από τα σκούρα και στεφανωμένα από μια ίσια κόμη μάτια… πόση γοητεία ανακάλυπτες σ’ εκείνο το πρόσωπο, γοητεία που έπαιρνε ύψος απ’ τον λαιμό του και πάνω και ήταν σαν να ήταν μίσχος, στέλεχος με μια χαριτωμένη και μη συνειδητοποιούμενη υπεροψία.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που ερωτεύτηκες, μολονότι ήταν ίσως η πρώτη φορά που το συναίσθημα, ανώνυμο ακόμα, αναδεύτηκε μέσα στη συνείδησή σου. Ύστερα το συναίσθημά σου λησμονήθηκε, η γενεσιουργός αιτία του είχε προ πολλού εξαλειφθεί, σαν ακαριαίο ξύπνημα τα χαράματα, όταν το φως μόλις που έχει σκάσει και το σώμα ξανακυλάει στου ύπνου την άγνοια. Και καν δεν εσκέφτηκες ότι μπορεί και να μην τον ξαναδείς ποτέ, να αφανισθεί μες στην βιασύνη του χρόνου, τόσο μα τόσο νωρίς ακόμα, που η ζωή μόλις και μας αφήνει λίγο χώρο να βιώσουμε την τρυφερότητα, για την οποία θα ήμασταν ικανοί.

 

*

 

Τη νύχτα εκείνη άναψε εντός σου μόνο μια σπίθα απ’ τη φωτιά,  στην οποία θα καιγόσουν αργότερα και θα χανόσουν, για ν’  αναγεννηθείς έπειτα σαν τον φοίνικα. Στη λάμψη της όμως πρόλαβες και διέκρινες το κάλλος του νεανικού κορμιού, σχεδόν χωρίς να ξέρεις ακόμα πώς να το ποθήσεις — κορμί  με το οποίο κανένα λουλούδι δεν παραβγαίνει σε χροιά, σε περίγραμμα, σε χάρη, όντας, επιπλέον, ή μοιάζοντας ικανό να ανταποκριθεί στον παθιασμένο θαυμασμό του όποιου εραστή.

Άλλοι θα μπορέσουν να μιλήσουν για το πώς ξεθωριάζει και φθίνει το κάλλος το σωματικό, αλλά εσύ θέλεις να θυμηθείς απλώς και μόνο την προηγούμενή του λάμψη, και παρά τη μελαγχολία στην οποία καταλήγει, η φάση του ουδέποτε θα επισκιασθεί απ’ αυτό. Κάποιοι πίστευαν ότι το κάλλος, επειδή ακριβώς υπάρχει, είναι αιώνιο (Como dal fuoco il caldo, esser diviso — Non può’l bel dall’eterno)[1], ακόμα  και όταν δεν υπάρχει: σαν λίμνη που τρέφεται από τα νερά  κάποιου ποταμού που τη διαρρέει και φεύγει· αυτό και η ενατένισή του είναι τα μόνα πράγματα που φαίνεται ότι μας χωρίζουν απ’ τον χρόνο για όσο κρατάει μια αχανής και ασύνορη στιγμή.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.



[1] Michelangelo Buonarroti,  Rime, 34  (Come dal foco el caldo, esser diviso / non può dal bell'etterno ogni mie stima).


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου