Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

Ο ΜΑΡΤΥΡΑΣ

 


JORGE LUIS BORGES

 

Ο ΜΑΡΤΥΡΑΣ

 

Μέσ’ ἀπ’ τὸν ὕπνο του ὁ ἄντρας ἔβλεπε τὸν γίγαντα, ἄντε,

ἑνὸς ὀνείρου — σὲ ὄνειρο τὸν εἶδε στὴ Βρετάνη·

γι’ αὐτὸ προετοιμάζει τὴν καρδιά του γιὰ νὰ κάνει

κατόρθωμα, καὶ δίνει σπιρουνιὰ στὸν Ροσινάντε.

 

Γυρίζει ὁ ἄνεμος ἐπίμονα φτερά: ἕνα τάγμα

ἀπὸ καρφιὰ ποὺ τά ’χει ὀ γκρίζος ἄντρας ἀνασπάσει.

Τροχάζει τὸ παλιάλογό του. Ἡ λόγχη του ἔχει σπάσει:

ἀνάμεσα στὰ πράγματα κι αὐτὴ ἕνα ἀκόμα πράγμα.

 

Τώρα ὁ ἄντρας μὲ τὴν πανοπλία του κείτεται στὸ χῶμα·

ἑνὸς γειτόνου ὁ γιὸς τὸν εἶδε πού ’πεσε, μὰ οἱ μνεῖες

γιὰ τὸ πῶς τέλειωσαν αὐτὰ τοῦ ’ναι ἄγνωστες ἀκόμα —

 

τὸ πεπρωμένο του θὰ τόνε φέρει στὶς Ἰνδίες.

Σὲ μιᾶς πεδιάδας ἄλλης τ’ ὅριο, στοῦ ὕπνου τὸ χεῖλος,

θ’ ἀποφανθεῖ στὸ τέλος ὅτι εἶναι ὄνειρο κι ὁ μύλος.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου