JORGE LUIS BORGES
Ο ΜΑΡΤΥΡΑΣ
Μέσ’ ἀπ’ τὸν ὕπνο του ὁ ἄντρας ἔβλεπε τὸν γίγαντα, ἄντε,
ἑνὸς ὀνείρου — σὲ ὄνειρο τὸν εἶδε στὴ Βρετάνη·
γι’ αὐτὸ προετοιμάζει τὴν καρδιά του γιὰ νὰ κάνει
κατόρθωμα, καὶ δίνει σπιρουνιὰ στὸν Ροσινάντε.
Γυρίζει ὁ ἄνεμος ἐπίμονα φτερά: ἕνα τάγμα
ἀπὸ καρφιὰ ποὺ τά ’χει ὀ γκρίζος ἄντρας ἀνασπάσει.
Τροχάζει τὸ παλιάλογό του. Ἡ λόγχη του ἔχει σπάσει:
ἀνάμεσα στὰ πράγματα κι αὐτὴ ἕνα ἀκόμα πράγμα.
Τώρα ὁ ἄντρας μὲ τὴν πανοπλία του κείτεται στὸ χῶμα·
ἑνὸς γειτόνου ὁ γιὸς τὸν εἶδε πού ’πεσε, μὰ οἱ μνεῖες
γιὰ τὸ πῶς τέλειωσαν αὐτὰ τοῦ ’ναι ἄγνωστες ἀκόμα —
τὸ πεπρωμένο του θὰ τόνε φέρει στὶς Ἰνδίες.
Σὲ μιᾶς πεδιάδας ἄλλης τ’ ὅριο, στοῦ ὕπνου τὸ χεῖλος,
θ’ ἀποφανθεῖ στὸ τέλος ὅτι εἶναι ὄνειρο κι ὁ μύλος.
Μετάφραση:
Γιῶργος Κεντρωτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου