Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026

Η ΜΑΝΟΛΙΑ

 


LUIS CERNUDA

 

Η ΜΑΝΟΛΙΑ

 

Στο δρόμο έμπαινες από μιαν αψίδα. Ήταν μάλιστα τόσο στενή, που όποιος περπατούσε στη μέση της και άνοιγε στο πλάι τα χέρια του, θ’  άγγιξε και τους δύο της τοίχους.  Έπειτα, πίσω ​​από μια καγκελόπορτα, αν λοξοδρομούσες, χανόσουν στον λαβύρινθο των άλλων στενορυμιών και των μικρών πλατειών που αποτελούσαν εκείνη την παλιά συνοικία. Στο βάθος του δρόμου υπήρχε μόνο μια μικρή πορτούλα, μονίμως κλειστή, και σού ’δινε την εντύπωση ότι η μοναδική διέξοδος ήταν από πάνω από τα σπίτια, με πορεία προς τον φλογισμένο γαλάζιο ουρανό.

Σε μια στροφή του δρόμου βρισκόταν το μπαλκόνι, όπου μπορούσες να σκαρφαλώσεις από το έδαφος σχεδόν άκοπα. Και δίπλα του, πάνω στους τοίχους του κήπου, υψωνόταν η ​​τεράστια μανόλια που εσκέπαζε με τα κλαδιά της τα πάντα. Ανάμεσα στα λαμπερά και αιχμηρά της φύλλα της έπαιρναν πόζα κάθε άνοιξη οι χιονισμένες νιφάδες των ανθών της καθιστώντας φανερό το λεπτό μυστήριο του παρθένου και ανέγγιχτου όντος.

Τούτ’ η μανόλια ήταν για μένα πάντα κάτι περισσότερο από όμορφο θέαμα: σ’ αυτήν ενσαρκωνόταν η ίδια η εικόνα της ζωής. Μπορεί κατά καιρούς να λαχταρούσα να ήταν αλλιώς, πιο ελεύθερη, πιο κοντά στο ρεύμα των όντων και των πραγμάτων, πλην όμως ήξερα ότι η απομονωμένη ύπαρξη του δέντρου, η άνθησή του χωρίς και την παραμικρή μαρτυρία, ήταν η υψηλή ποιότητα του κάλλους του. Το κατέτρωγε η ίδια του η ζέση, και πέταγε στη μοναξιά άνθη αγνά ωσάν νά ’ταν θυσία αναπόδεκτη στο βωμό κάποιου θεού.

 

 Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου