Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2022

ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΠΑΙΔΙ

 


PABLO NERUDA

 

ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΠΑΙΔΙ

 

Αργόσυρτη παιδική ηλικία απ’ όπου

σαν άλλο μακρύ βοσκοτόπι

ο σκληρός αναπτύσσεται ύπερος,

του άντρα το ξύλο.

 

Ποιός ήμουν; Τί ήμουν; Τί ήμασταν?

 

Απάντηση δεν υπάρχει. Συνέβη να είμαστε κι έτσι περάσουμε.

Δεν υπήρχαμε. Ήμασταν. Άλλα πόδια,

άλλα χέρια, άλλα μάτια.

Τα πάντα συνέχιζαν ν’ αλλάζουν όπως φύλλο το φύλλο

πάνω σε δέντρο. Και σ’ εσένα; Άλλαξε το δέρμα σου,

τα μαλλιά σου, η μνήμη σου. Δεν ήσουν εκείνος ο άλλος.

Εκείνος ο άλλος ήταν κάποιο παιδί που πέρασε τρέχοντας

πίσω από κάποιο ποτάμι, πίσω από κάποιο ποδήλατο,

και με την κίνηση

σού ’φυγε κι εσένα η ζωή σου μαζί με τη στιγμή εκείνη.

 

Η ψεύτικη ταυτότητα ακολούθησε τα βήματά σου.

Μέρα τη μέρα άραζαν οι ώρες,

εσύ όμως δεν ήσουν εκεί και ήρθε ο άλλος,

μέχρι να βγεις εσύ

απ’ τον ίδιον επιβάτη,

απ’ το τρένο, απ’ της ζωής τα βαγόνια,

από την υποκατάσταση, απ’ τον ταξιδευτή εαυτό σου.

Η μάσκα του παιδιού άρχισε ν’ αλλάζει,

ο πόνος του καταλάγιασε,

σταμάτησαν τα πηγαινέλα του:

ο σκελετός κρατήθηκε σταθερός,

του οστού η κατασκευή η κατασκευή η κατασκευή η κατασκευή η κατασκευή διατηρήθηκε,

το χαμόγελο,

το βήμα, κάποια πτητική χειρονομία, ο αντίλαλος

εκείνου του γυμνού παιδιού

που βγήκε από κεραυνό,

αλλά που η ανάπτυξη ήταν σαν ρούχο,

που το δανείστηκε ο άλλος, ο  άντρας, και το φόρεσε.

 

Έτσι έγινε μ’ εμένα.

 

Από τ’ άγρια δάση

ήρθα στην πόλη, στο γκάζι, σε πρόσωπα σκληρά

που μέτρησαν το φως και το ύψος μου,

και βρέθηκα ανάμεσα σε γυναίκες που έψαχναν τον εαυτό τους σ’ εμένα

σαν να είχαν χαθεί μέσα μου,

και έτσι

ο ακάθαρτος άντρας έγινε

γιος του αγνού γιου,

μέχρι που τίποτα πια δεν ήταν όπως είχε υπάρξει,

και ξαφνικά εμφανίστηκε στο πρόσωπό μου

ένα πρόσωπο ξένου,

και ήμουν εγώ, ο εαυτός μου:

ήμουν εγώ που μεγάλωνα,

ήσουν εσύ που μεγάλωνες,

ήταν τα πάντα,

πλην όμως αλλάζουμε

και ποτέ δεν μάθαμε ποιοί ήμασταν

και καμιά φορά θυμόμαστε

εκείνον που έζησε μέσα μας

και του ζητάμε κάτι, να μας θυμηθεί ίσως,

να ξέρουμε τουλάχιστον ότι ήμασταν αυτός, ότι μιλάμε

με τη δική του γλώσσα,

αλλά από τις ώρες που πέρασαν κι έφυγαν

αυτός μας κοιτάζει και δεν μας αναγνωρίζει.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου