Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2023

ΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΗ ΘΥΜΑΜΑΙ

 


PABLO NERUDA

 

ΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΗ ΘΥΜΑΜΑΙ

 

Τη χρυσή παγόδα την υπέμεινα

μαζί με άλλους ανθρώπους από πηλό.

Ήταν εκεί, μα δεν την έβλεπες,

τόσο χρυσή και κατακόρυφη·

και παρά το τόσο φως ήταν αόρατη.

 

Γιατί βασίλευε σ’ εκείνη την πόλη;

 

Βέλος, καμπάνα, χρυσή καπνοδόχος:

την έστησε ο μικρός λαός

στη μέση των αποφάσεών του,

στο κέντρο των βρόμικων δρόμων,

εκεί όπου ο ίδιος έκλαιγε κι έφτυνε.

 

Δρόμοι που ρουφάνε και ζυμώνουν,

δρόμοι όμοιοι μεταξένια κατάρτια

κάποιου ακατάστατου πλοίου

και ακολούθως τα επιπλέοντα κόπρανα

κι από πάνω να πέφτει ζεστή η βροχή,

οι πράσινες ουρές των ψαριών,

η πανούκλα των φρούτων,

όλος ο ιδρώτας της γης,

οι λάμπες μες στ’ απόβλητα.

Γι’ αυτό κι εγώ αναρωτιέμαι

τί έχει ανάγκη ο άνθρωπος: το ψωμί

ή τις μυστηριώδεις νίκες;

 

Κάτω από δυο κοτσίδες του Θεού,

πάνω από ένα τεράστιο δόντι του Βούδα

ο μικρός μου αδελφός, ο ακοινώνητος

με μάτια λοξά σαν μαχαίρια,

ο Βιρμανός με το γήινο δέρμα

και με την πορτοκαλόχρωμη καρδιά,

όντας κι αυτός σαν τόσους και τόσους μακρινούς αδελφούς μου

(σαν τον στρατιώτη απ’ την Τλαξκάλα

ή σαν τον Αϊμάρα των υψιπέδων),

φτιάχνει μια χρυσή αρμαθιά,

μια Ρώμη, κάτι το συμμετρικό,

έναν Παρθενώνα από πέτρα και μέλι

κι εκεί πέφτει στα τέσσερα ο ζητιάνος

προσδοκώντας ν’ ακούσει τη φωνή του Θεού

που είναι πάντοτε σε άλλο γραφείο.

 

Έτσι ήμουν εγώ σ’ εκείνους τους δρόμους

της Ασίας, νέος άνθρωπος, αγέλαστος·

τρόπο να συνδεθώ δεν έβρισκα

με τα πάμπτωχα πλήθη

και με τον χρυσό των μνημείων τους.

Μες στην αταξία των ποδιών,

του αίματος, των παζαριών,

μου έπεφτε κατακέφαλα

όλο το μοχθηρό λυκόφως,

ταραγμένα όνειρα, κόπωση

και μελαγχολία τύπου αποικιακού.

Σαν σπαθί η παγόδα

άστραφτε στ’ ουρανού την πληγή.

 

Δεν έπεφτε αίμα από ψηλά.

 

Από τη νύχτα μόνο έπεφτε

μοναξιά και σκοτάδι.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 


 





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου