Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2023

ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ


 

PABLO NERUDA

 

ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ

 

Ι

Τὸν χειμώνα αὐτὸν τὸν περίμενα ὅπως ποτὲ ἄλλοτε δὲν ἔχει βρεθεῖ ἄνθρωπος ἄλλος

πρὶν ἀπὸ μένα νὰ περιμένει χειμώνα·

οἱ πάντες εἶχαν ραντεβοὺ μὲ τὴν τύχη·

μόνο ἐγὼ σὲ περίμενα, ὥρα ἐσένα σκοτεινή.

Νά ᾽ναι κι αὐτὸς σὰν τοὺς ἄλλους τάχα, τοὺς παλιούς, μὲ μάνα καὶ πατέρα, μὲ φωτιὰ

καὶ κάρβουνα καὶ μὲ τοῦ ἀλόγου τὸ χλιμίντρισμα στὸ δρόμο;

Νά ᾽ναι ἄραγε τοῦτος ὁ χειμώνας σὰν τὸν ἑπόμενο,

τὸν χειμώνα τῆς πλήρους ἀνυπαρξίας, μὲ τὸ ἀπόλυτο ψύχος,

ποὺ καὶ ἡ φύση ἀκόμα δὲν θὰ ξέρει ὅτι φύγαμε πιά, πᾶμε;

Ὄχι. Διεκδικῶ καὶ ἐπιθυμῶ τὴ μοναξιὰ ποὺ φοράει

μιὰ μεγάλη ζώνη ἀπὸ πεντακαθαρες βροχὲς

καὶ θέλω νὰ συναντιέμαι στὸν ὠκεανό μου, ἐδῶ, μὲ τὸν ἄνεμο

ποὺ πετάει σὰν πουλὶ ἀνάμεσα στῶν νερῶν τὶς δύο ζῶνες.

Ὅλα ἦσαν ἕτοιμα νὰ κάνουνε τὸν οὐρανὸ νὰ κλάψει.

Κι ὁ οὐρανὸς ὁ γόνιμος μὲ τὸ μοναδικό του ἁπαλὸ βλέφαρο

ἄφησε τὰ δάκρυά του νὰ χυθοῦν σὰν σπαθιὰ παγερά,

καὶ ὁ κόσμος ἔκλεισε σὰν νά ᾽ταν δωμάτιο

ξενοδοχείου: οὐρανός, βροχὴ καὶ διάστημα.

 

ΙΙ

Ὦ κέντρο, ὦ δοχεῖο χωρὶς γεωγραφικὸ πλάτος, χωρὶς τέρμα!

Ὦ ἐσὺ τοῦ χυμένου νεροῦ οὐράνια καρδιὰ!

Ἀνάμεσα στὸν ἀέρα καὶ στὴν ἄμμο χορεύει καὶ ζεῖ

ἕνα σῶμα προορισμένο

ν᾽ ἀναζητᾶ τὴ διάφανη τροφή του

τὴν ὥρα ποὺ φτάνω ἐγὼ καὶ μπαίνω σπίτι μὲ τὸ καπέλο μου,

μὲ μπότες σταχτόγκριζες

καὶ καταφαγωμένες ἀπ᾽ τοῦ δρόμου τὴ δίψα.

Κανεὶς δὲν εἶχε ᾽ρθεῖ

στὴ μοναχικὴ γιορτή.

Μὰ ἐγὼ καθόλου μόνος δὲν νιώθω

τώρα ποὺ ἡ καθαρότητα εἶναι πιὰ αἰσθητή.

Ἄπατος εἶμαι —τὸ ξέρω— σὰν τὸ πηγάδι

ποὺ μᾶς ἐγέμιζε φόβο ὅταν ἤμασταν παιδιά,

καὶ ὅτι περιβαλλόμενος τώρα ἀπ᾽ τὴ διαφάνεια

καὶ ἀπ᾽ τῶν ὡροδεικτῶν τοὺς παλμούς

μιλάω μὲ τὸν χειμώνα,

μὲ τὴν ίσχὺ καὶ τὴν κυριαρχία

τῶν ἀσαφῶν, τῶν σκιωδῶν στοιχείων του,

μὲ τὸ ἅπλωμα καὶ τὶς πιτσιλιὲς

τοῦ ὄψιμου ρόδου του,

ὥσπου ξαφνικὰ δὲν εἶχε πιὰ φῶς

καὶ κάτω ἀπὸ τὴ στέγη

τοῦ σκοτεινοῦ σπιτιοῦ

θὰ συνεχίσω νὰ μιλάω στὴ γῆ, στὸ χῶμα,

καὶ κανεὶς νὰ μοῦ  ἀποκριθεῖ  δὲν βρίσκεται.

 

ΙΙΙ

Ποιός δὲν θά ᾽θελε νά ᾽χει τὴν ψυχή του σκληρή;

Ποιός δὲν ἔχει τὶς ἄκρες τῆς ψυχῆς του λιμάρει;

Ὅταν, καὶ μὲ τὸ μάτι μας σχεδὸν κλειστό, βλέπουμε τὸ μίσος,

καὶ μὲ τὸ ποὺ ἀρχίζουμε νὰ περπατᾶμε, παραπατᾶμε καὶ πέφτουμε,

καὶ μὲ τὸ ποὺ πᾶμε ν᾽ ἀγαπήσουμε, μᾶς κόβεται ἡ ἀγάπη,

καὶ ἀκόμα καὶ μὲ τὸ παραμικρὸ ἄγγιγμα πληγωνόμαστε,

ποιός ἀπὸ μᾶς δὲν βάλθηκε κάποια στιγμὴ νὰ ἐξοπλίζει τὰ χέρια του,

νὰ γίνει κι αὐτὸς ὀξὺς καὶ κοφτερὸς σὰν μαχαίρι

γιὰ νὰ ξεπληρώσει τὴν πληγὴ ποὺ τοῦ ᾽χαν ἀνοίξει;

Οἱ εὐαίσθητοι ἐπιχειροῦσαν νὰ γίνουν κυνικοί,

οἱ πιὸ ντελικάτοι ψάχναν γιὰ σουγιάδες καὶ στιλέτα,

κι ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἤθελε ἄλλο ἀπ᾽ τὸ νὰ τὸν ἀγαποῦν

εἰ δυνατὸν ἀκόμα καὶ μ᾽ ἕνα μισερὸ φιλί, κι αὐτὸς ἀκόμα

διάβηκε ἀλαζονικὰ δίχως νὰ ρίξει οὔτε ματιὰ στὴν κοπέλα

ποὺ τὸν περίμενε μὲ τὶς ἀγκάλες ἀνοιχτὲς δυστυχισμένη.

Τίποτα δὲν ὑπῆρχε νὰ γίνει· στοὺς δρόμος καὶ στὰ δρομάκια

ἐστήθηκαν ἀγορὲς προσωπείων·

ὁ ἔμπορος ἔδινε στὸν καθέναν νὰ προβάρει

ὄψεις λυκόφωτος ἢ τίγρη,

ὄψεις αὐστηρές, ἐνάρετες, προγονικές,

μέχρι ποὺ ἔσβησε ἡ πανσέληνος

καὶ γίναμε μὲς στῆς νύχτας τὸ σκοτάδι ὅλοι μας ἴσοι.

 

IV

Τὸ πρόσωπο ποὺ εἶχα ἐγὼ τὸ ἔχασα στὴν ἄμμο,

ἕνα χαρτὶ χλομὸ γεμάτο ἔγνοιες,

καὶ καθόλου εὔκολο δὲν ἦταν ν᾽ ἀλλάξω δέρμα στὴν καρδιά μου

μήπως καὶ φτάσει νά ᾽ναι ἀληθινὴ

καὶ νὰ διεκδικήσει τὸ θλιβερό της δικαίωμα:

νὰ περιμένει τὸν χειμώνα χωρὶς μάρτυρες.

Νὰ περιμένω ἕνα κύμα κάτω ἀπ᾽ τὸ πέταγμα

τοῦ σκουριασμένου κορμοράνου

μέσα στὴν πλήρως ἀποκαταστημένη ἐρημιά.

Νὰ περιμένω νὰ συνατηθῶ μ᾽ ἕνα σύμπτωμα

φωτὸς ἢ πένθους

καὶ οὔτε:

ὅ,τι μετὰ βίας ἀντιλαμβάνεται ὁ νοῦς μου,

ἡ ἄνοιά μου, ἡ καρδιά μου, ἡ ὅποια ἀμφιβολία μου.

 

V

Τώρα πιὰ ἔχω νερὸ ἐδῶ καὶ πολὺ καιρό,

κι ὅμως εἶναι νέο, τὸ παλιὸ νερὸ ἔφυγε,

πῆγε νὰ σπάσει τοὺς κρυστάλλους του σὲ ἄλλη ζωή

καὶ ἡ ἄμμος ἐλάχιστο χρόνο συγκράτησε.

Ἡ νέα θάλασσα φοράει καθαρὸ πουκάμισο.

Ἡ ταυτότητα ἔχασε τὸν καθρέφτη

κι ἐμεῖς μεγαλώνοντας ἀλλάζουμε δρόμους.

 

VI

Μὴ μὲ γυρεύεις, χειμώνα. Ἔχω φύγει.

Εἶμαι στὸ μετέπειτα, σ᾽ αὐτὸ ποὺ ἔρχεται τώρα

καὶ θὰ ξεδιπλώσει τὴν ὑπέροχη βροχή,

τὶς ἀτέλειωτες βελόνες, τὸν γάμο

τῆς ψυχῆς μὲ τὰ βρεγμένα δέντρα,

τὴ στάχτη τῆς θάλασσας, τὴν ἔκρηξη

μιᾶς σφαίρας χρυσῆς στὰ φυλλώματα,

καὶ τὰ βραδύπορα μάτια μου

ποὺ μόνο γιὰ τὸ χῶμα νοιάζονται τώρα.

 

VII

Μόνο γιὰ χῶμα, ἄνεμο, νερὸ καὶ ἄμμο·

ὅ,τι μοῦ  ἀπένειμε τὴν  πλήρη, τὴν  ἀπόλυτη διαύγεια.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου