Σάββατο 4 Μαρτίου 2023

Η ΑΔΕΛΦΗ ΚΟΡΔΙΓΙΕΡΑ

 


PABLO NERUDA

 

Η ΑΔΕΛΦΗ ΚΟΡΔΙΓΙΕΡΑ

 

Ὁ παπὰς ἔλεγε μόνο «ἀδελφὴ νεροπηγή»,

«ἀδελφὴ φωτιά»,

καὶ «ἀδελφὸς ἀετός».

Ἐδῶ δὲν ὑπάρχουν κορδιγιέρες.

Ἔπρεπε ὅμως νὰ τὸ πεῖ, γιατὶ αὐτὴ εἶναι

νεροπηγή, φωτιὰ καὶ ἀετός.

Καὶ σωστὰ παρέμεινε ἐν χρήσει

τὸ «ἀδελφὴ κορδιγιέρα».

 

Σ᾽ εύχαριστῶ, μεγάλη μου ἀδελφή,

σ᾽ εὐχαριστῶ ποὺ ὑπάρχεις.

Γι᾽ αὐτὸ τὸ νῆμα σ᾽ εὐχαριστῶ

ποὺ σὰν σπαθὶ

μπήχτηκε στὴν καρδιά σου τὴν πέτρινη

καὶ βαθιὰ-βαθιὰ τὴν ἔκοψε·

ὁλα σου τὰ χόρτα δαγκώνουν,

πεινᾶνε,

ὁ ἄνεμός σου κλαίει μὲ μανία,

πεινάει,

οἱ μεγάλοι σου ἀμίλητοι βράχοι

κοιτοῦν τὴν πεθαμένη φωτιὰ

ποὺ ποτὲ δὲν χορταίνει.

Ἐκεῖ, ἐκεῖ πάνω,

δὲν ἔχει πράσινο οὐρανό,

ὄχι,

εἶναι τὸ ἡφαίστειο, καὶ περιμένει·

ὅλο χάλαγε καὶ ὅλο ξαναφτιαχνόταν,

κατέρρευσε δείχνοντας ὅλα τὰ δόντια του κόκκινα,

ἄστραψε μὲ ὅλα του τὰ λαρύγγια κατάμαυρα,

κι ἔπειτα

τινάχτηκε τὸ φλεγόμενο σπέρμα,

τὰ φαράγγια,

τὸ χῶμα

παρέλαβαν

τὸν πυκνὀ θησαυρό του,

τὸ θειωμένο κρασὶ

ὅλο φωτιά, θάνατο καὶ ζωή,

καὶ ὅταν ἔπαυσε ἡ ὅποια κίνηση,

μόνο ὁ καπνὸς τῆς σύγκρουσης

ἀνέβαινε ἀκόμα.

 

Κατόπιν πιάναμε τὶς πέτρες μία-μία

καὶ λέγαμε:

Αὐτὴ εἶναι πορτοκαλόχρωμη.

Αὐτὴ εἶναι σκουρόχρωμη.

Αὐτὴ εἶναι τὸ οὐράνιο τόξο.

Αὐτὴ εἶναι καθαρὸς μαγνήτης.

Αὐτὴ ἔχει ἐξογκώματα.

Αυτὴ εἶναι περιστέρι,

Αὐτὴ ἔχει πράσινα μάτια.

 

Γιατὶ ἔτσι εἶναι οἱ πέτρες

καὶ πέφτουν ἀπὸ ψηλά: διψοῦν καὶ κατεβαίνουν ἐδῶ

καὶ περιμένουν τὸ χιόνι.

Ἐδῶ γεννήθηκε τούτη ἡ πέτρα

ἡ κατατρυπημένη,

τοῦτα τὰ γενειοφόρα ὄρη

ἔτσι γεννήθηκαν,

τοῦτες οἱ κατακόρυφες αἴθουσες

τοῦ χαλκοῦ,

τοῦτες οἱ κόκκινες πληγὲς

στὸ μέτωπο πάνω τῶν Ἄνδεων,

ὅπως καὶ τὸ νερὸ ποὺ δραπέτευσε ἀπὸ τὶς φυλακές του

καὶ ξεσπώντας σὲ τραγούδια ἐπῆρε τὸ δρόμο του.

Ἀλλὰ τώρα

ἄσπρο καὶ πράσινο

εἶναι τῆς βοσκῆς τὸ χορτάρι

ποὺ φυτρώνει στὰ ὑψίπεδα,

ὀρθωμένο σὰν νικητήριο κοντάρι, σὰν λόγχη,

ὅπως πράσινα καὶ ἄσπρα

εἶναι καὶ τ᾽ ἀσημωμένα ἀγκάθια.

Οὔτε δἐντρο οὔτε ἴσκιος — σὰν τὸ ἁλάτι

βγαίνουν ὅλα στὸ φῶς·

ἕνα χτύπημα ἀρκεῖ, καὶ ἀρχίζουν νὰ ὑπάρχουν.

Εἶναι ἡ πατρίδα μου ἡ γυμνή,

καὶ ἡ δράση τῆς φωτιᾶς,

τῆς πέτρας, τοῦ νεροῦ,

τοῦ ἀνέμου

καθάρισε τὴν πλάση·

καὶ ἐδῶ αἰσθανόμαστε ἐπὶ τέλους γυμνοί,

φτάσαμε ἐπὶ τέλους ζωντανοί

στὸν τόπο ποὺ γεννήθηκε ὁ ἀέρας,

γνωρίζοντας ἐπὶ τέλους τὴ γῆ

καὶ πιάνοντας στὸ χέρι μας

τὶς ἀπαρχές της.

 

Γιὰ ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα τὰ τόσο μὰ τόσο τραχιά,

καὶ γιὰ τὸ χιόνι, τὴ λεπτοφυέστατη αὐτὴ ὕλη,

τὶς εὐχαριστίες μου σοῦ στέλνω ἀπὸ ἐδῶ, ἀδελφὴ κορδιγιέρα.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου