Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2023

Ο ΚΥΝΗΓΟΣ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ

 


PABLO NERUDA

 

Ο ΚΥΝΗΓΟΣ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ

 

Στο δάσος μου με τις ρίζες μου μπαίνω,

με τη γονιμότητά μου: «Από πού

έρχεσαι;» με ρωτάει

κάποιο πράσινο φύλλο πλατύ σάμπως χάρτης.

Δεν απαντώ. Εκεί

το χώμα είναι υγρό

και οι μπότες μου κολλάνε, κάτι γυρεύουν,

χτυπούν για ν’ ανοίξουν,

η γη δεν μιλάει ωστόσο.

Και θα σωπαίνει μέχρι ν’ αρχίσω να είμαι

ουσία νεκρή και ζωντανή, περιπλοκάδα,

του σκληρόφλουδου δέντρου άγριος κορμός 

ή κούπα τρεμάμενη.

 

Σωπαίνει η γη για να μην ξέρουνε

τα διαφορετικά της ονόματα,

ούτε τη διαδεδομένη της γλώσσα,

σωπαίνει, επειδή δουλεύει

παίρνοντας και γεννώντας:

όταν πεθαίνει, μαζεύει

σαν γριά πεινασμένη·

τα πάντα σαπίζουν μέσα της,

ακόμα κι ο ίσκιος,

η αστραπή,

οι σκληροί σκελετοί,

το νερό, η στάχτη,

όλα γίνονται ένα με τη δροσιά,

με της ζούγκλας

το μαύρο ψιλόβροχο.

 

Ο ίδιος ήλιος σαπίζει

και ο σπασμένος χρυσός

που τον ρίχνει

πέφτει στο σάκο της ζούγκλας και γρήγορα

έχει λειώσει στο αμάλγαμα, έχει γίνει αλεύρι,

η δε λαμπερή συνεισφορά του

οξειδώθηκε σαν όπλο παρατημένο.

 

Έρχομαι να ψάξω τις ρίζες μου,

αυτές που βρήκαν

τις ορυκτές τροφές του δάσους,

την ουσία εκείνη

την επίμονη, τον σκούρο ψευδάργυρο,

τον δηλητηριώδη χαλκό.

 

Αυτή η ρίζα πρέπει να θρέψει το αίμα μου.

Το επόμενο κατσάρωμα, παρακάτω,

είναι μέρος ισχυρό

της σιωπής,

επιβάλλεται σαν φιδίσιο βήμα:

προχωράει καταβροχθίζοντας,

πλησιάζει στο νερό, το πίνει,

και ανεβαίνει στο δέντρο

η μυστική διαταγή:

ζοφερή είναι δουλειά

που κάνει τ’ αστέρια νά ’ναι πράσινα.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 


 



 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου