Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2013

ΤΟ ΑΝΘΙΣΜΕΝΟ ΔΑΣΟΣ




EDITH SITWELL (1887-1964)


ΤΟ ΑΝΘΙΣΜΕΝΟ ΔΑΣΟΣ

Βάδιζαν στο πράσινο δάσος, και χιόνια άταχτα, μαλακά, ανάερα,
πέφτανε πάνω στα μαλλιά τους, άγγιζαν τα χείλη τους
στ’ αθάνατα μονοπάτια, στη λαμπερή απριλιάτικη γη.
«Δες, ο Αλντεμπαράν, η απερίσκεπτη Κασσιόπη
κι’ ο Σείριος ζηλεύουν το λευκό σου χέρι –
ο Ωρίων, μ’ εξαπλούς ήλιους και μεγάλα νεφελώματα,
ο Προκύων κι’ ο Βέγας κι’ ο Αλταΐρ, ο παραλλακτικός συρμός
των απλανών αστέρων που θά ’λεγες πως πέφτουν να σε
  χαιρετήσουν.
Ενώ τα πλανητικά συστήματα και των κλαδιών τα χιόνια
τραντάζονται απ’ τα γέλια βλέποντας τις παλιές
του κόσμου ανοησίες πως τάχατες η καρδιά θα παγώσει.
Κι’ οι δροσοσταλίδες που έπεσαν απ’ τα κλαδιά κι’ απ’ τα
  λευκά λουλούδια
είναι νέοι κόσμοι που ξεχύνονται ο ένας στον άλλο, τα είναι τους
είν’ ένα, στα πράσινα μονοπάτι, στη λαμπερή απριλιάτικη γή.»



Μετάφραση: Ηλίας Κυζηρράκος.
Από το βιβλίο: Ήντιθ Σίτγουελ, «Ο ίσκιος του Κάιν και άλλα ποιήματα», μετάφραση Ηλία Κυζηράκου, Αθήνα 1971, σελ. 34.

ΠΑΙΖΕΙ Η ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΤΟΥ ΧΟΥΛΙΟ ΔΕ ΚΑΡΟ




JULIO DE CARO: TABA CALZADA

ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΟΜΩΣ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ




ΜΑΡΙΑ ΤΡΑΝΟΥ


ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΟΜΩΣ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ
Συνέχεια πρέπει να είσαι με μια σκούπα στο χέρι

Ο ουρανός αδειάζει μαύρες άταχτες μικρές.
Πέφτουν αργά, με τις ώρες.
Δεν τις κοιτάω άλλο, φτάνει,
ποιός ξέρει από πότε έχει αποθέματα.
Θα περιμένω να τελειώσουν να πλύνω.
Μυρίζει σαν καμένο μαλλί,
στις ειδήσεις δεν είπε τίποτα για πυρκαγιά.
Η γειτόνισσα λέει πως καίγεται καρδιά φτιαγμένη από νύχια,
γι’ αυτό μυρίζει έτσι.
Η γειτόνισσα είναι τρελή.
Γλυτώνει και δεν τη μαζεύουν στα Σφουγγαράδικα
γιατί είναι πιο μπαμπόγρια από μένα.
Όσο και να λένε τα κλείσανε δεν κάνει να πιστεύεις κανέναν.



Από το βιβλίο: Μαρία Τρανού, «Ο τροπαιούχος ζογκλέρ», Εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2013, σελ. 9.


ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΤΖΟΥΛΙΕΤΤΑ ΣΑΚΚΟ




ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η GIULIETTA SACCO: TORNA A SURRIENTO

ΧΑΪΜΕ ΧΙΛ ΔΕ ΒΙΕΔΜΑ!






JAIME GIL DE BIEDMA


CONTRA JAIME GIL DE BIEDMA

De qué sirve, quisiera yo saber, cambiar de piso, 
dejar atrás un sótano más negro
que mi reputación -y ya es decir-,
poner visillos blancos
y tomar criada,
renunciar a la vida de bohemio,
si vienes luego tú, pelmazo,
embarazoso huésped, memo vestido con mis trajes,
zángano de colmena, inútil, cacaseno,
con tus manos lavadas,
a comer en mi plato y a ensuciar la casa?
Te acompañan las barras de los bares
últimos de la noche, los chulos, las floristas,
las calles muertas de la madrugada
y los ascensores de luz amarilla
cuando llegas, borracho,
y te paras a verte en el espejo
la cara destruida,
con ojos todavía violentos
que no quieres cerrar. Y si te increpo,
te ríes, me recuerdas el pasado
y dices que envejezco.
Podría recordarte que ya no tienes gracia.
Que tu estilo casual y que tu desenfado
resultan truculentos
cuando se tienen más de treinta años,
y que tu encantadora
sonrisa de muchacho soñoliento
-seguro de gustar- es un resto penoso,
un intento patético.
Mientras que tú me miras con tus ojos
de verdadero huérfano, y me lloras
y me prometes ya no hacerlo.
Si no fueses tan puta!
Y si yo no supiese, hace ya tiempo,
que tú eres fuerte cuando yo soy débil
y que eres débil cuando me enfurezco...
De tus regresos guardo una impresión confusa
de pánico, de pena y descontento,
y la desesperanza
y la impaciencia y el resentimiento
de volver a sufrir, otra vez más,
la humillación imperdonable
de la excesiva intimidad.
A duras penas te llevaré a la cama,
como quien va al infierno
para dormir contigo.
Muriendo a cada paso de impotencia,
tropezando con muebles
a tientas, cruzaremos el piso
torpemente abrazados, vacilando
de alcohol y de sollozos reprimidos.
Oh innoble servidumbre de amar seres humanos,
y la más innoble
que es amarse a sí mismo!

Τετάρτη 25 Δεκεμβρίου 2013

ΜΠΑΧ: ΤΟ ΟΡΑΤΟΡΙΟ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ





JOHANN SEBASTIAN BACH: WEIHNACHTSORATORIUM, BWV 248 

Sir John Eliot Gardiner conducts the Monteverdi Choir and the English Baroque Soloists in a performance of Bach's Christmas Oratorio BWV 248 to begin their year long Cantata Pilgrimage.

ΜΗ ΜΑΣ ΡΩΤΑΣ ΤΗ ΛΕΞΗ ΠΟΥ ΑΠΟ ΠΑΝΤΟΥ ΚΥΚΛΩΝΕΙ



EUGENIO MONTALE


[ΜΗ ΜΑΣ ΡΩΤΑΣ ΤΗ ΛΕΞΗ ΠΟΥ ΑΠΟ ΠΑΝΤΟΥ ΚΥΚΛΩΝΕΙ]

Μη μας ρωτάς τη λέξη που από παντού κυκλώνει
τον άμορφό μας νου, γραμμένη με φωτιάς ψηφία,
τη φανερή και λάμπουσα σαν ζαφορά, τη μία
εκείνη λέξη τη θαμμένη στων αγρών τη σκόνη.

Αχ, ο άνθρωπος που πάει και που σίγουρος βαδίζει,
των άλλων φίλος και του εαυτού του, ας διασπείρει
τον ίσκιο του και ας μην τον νοιάζει καν αν το λιοπύρι
σε μια ξασβεστωμένη μάντρα τον απεικονίζει.

Μη μας ζητάς τη συνταγή του κόσμου να σου πούμε:
πώς τον ανοίγουν συλλαβές στρεβλές, ξερά κλαράκια.
Προσώρας μόνο θα σου πούμε (δίχως νά ’ν’ πανάκεια)
εκείνο που δεν είμαστε, που δεν επιθυμούμε.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.




ΕΡΑΣΤΕΣ




ΓΙΩΡΓΟΣ Β. ΜΑΚΡΗΣ


ΕΡΑΣΤΕΣ

Περάσανε οι ώρες τους γοργά
και φύγαν οι εραστές θλιμμένοι
με βήματα επίσημα κι αργά
και καμπαρτίνα κουμπωμένη.

Και λυπηθήκαμε τους εραστές
με το μικρό στον τόπο πήγαιν’ έλα τους
να νείρονται αγκαλιές ζεστές
σκαλίζοντας τη γη με την ομπρέλα τους.

       Φλεβάρης 1940



Από το βιβλίο: «Γραπτά Γιώργου Β. Μακρή», Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1986, σελ. 28.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΦΑΜΠΡΙΤΣΙΟ ΝΤΕ ΑΝΤΡΕ




ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο FABRIZIO DE ANDRÈ

BALLATA DELL’AMORE CIECO

Un uomo onesto, un uomo probo,
tralalalalla tralallaleru
s'innamorò perdutamente
d'una che non lo amava niente.

Gli disse portami domani,
tralalalalla tralallaleru
gli disse portami domani
il cuore di tua madre per i miei cani.

Lui dalla madre andò e l'uccise,
tralalalalla tralallaleru
dal petto il cuore le strappò
e dal suo amore ritornò.

Non era il cuore, non era il cuore,
tralalalalla tralallaleru
non le bastava quell'orrore,
voleva un'altra prova del suo cieco amore.

Gli disse amor se mi vuoi bene,
tralalalalla tralallaleru
gli disse amor se mi vuoi bene,
tagliati dei polsi le quattro vene.

Le vene ai polsi lui si tagliò,
tralalalalla tralallaleru
e come il sangue ne sgorgò,
correndo come un pazzo da lei tornò.

Gli disse lei ridendo forte,
tralalalalla tralallaleru
gli disse lei ridendo forte,
l'ultima tua prova sarà la morte.

E mentre il sangue lento usciva,
e ormai cambiava il suo colore,
la vanità fredda gioiva,
un uomo s'era ucciso per il suo amore.

Fuori soffiava dolce il vento
tralalalalla tralallaleru
ma lei fu presa da sgomento,
quando lo vide morir contento.
Morir contento e innamorato,
quando a lei niente era restato,
non il suo amore, non il suo bene,
ma solo il sangue secco delle sue vene.

Ο ΦΟΡΤΙΝΙ ΜΕΤΑΦΡΑΖΕΙ ΕΛΥΑΡ




PAUL ELUARD


BELLA E SOMIGLIANTE

Un viso alla fine del giorno
Una culla tra le foglie morte del giorno
Un mazzo di pioggia ignuda
Nascosto ogni sole
In fondo all'acqua ogni fonte delle fonti
Spezzato ogni specchio degli specchi
Nelle bilance del silenzio un viso
Una pietra fra altre pietre
Per le rame delle luci estreme del giorno
Un viso che somiglia tutti i visi dimenticati.



Μετάφραση: Franco Fortini.



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΧΟΥΛΙΟ ΣΟΣΑ




ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο JULIO SOSA

TABACO

Tu voz surgió de las sombras
como un lejano reproche;
tu voz que llora y me nombra
mientras más aún se asombran
los fantasmas de esta noche.
Están mis ojos cerrados
por el terror del silencio;
mi corazón, desgarrado
porque no me he perdonado
todo el mal que te causé.

Más, muchísimo más
extrañan mis manos tus manos amantes...
Más, muchísimo más
me aturdo al saberte tan cerca y tan distante...
Y mientras fumo forma el humo tu figura
y en el aroma del tabaco tu fragancia
me conversa de distancias,
de tu olvido y mi locura...
Tú que vives feliz
tal vez esta noche te acuerdes de mí.

Parece un sueño de angustias
del que despierto temblando
y están tiradas y mustias
las violetas de esa angustia
y mis ojos sollazando.
Los pobres siguen cerrados
por el terror del silencio...
Mi corazón, desgarrado
porque no me he perdonado
todo el mal que te causé.

Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2013

ΓΙΑΤΙ ΜΕ ΤΙ ΖΕΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ;



BERTOLT BRECHT


ΓΙΑΤΙ ΜΕ ΤΙ ΖΕΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ;

1
Καλοί μου κύριοι εσείς, που μας διδάσκετε να ζούμε
χρηστοήθως πως και ν’ αποφεύγουμε την αμαρτία,
για δώστε μας να φάμε πρώτα, να ντερλικωθούμε,
κι απέ μιλάτε: αυτό απαιτεί η σειρά και η αλληλουχία.
Εσείς που την κοιλιά σας και τη χρηστοήθειά μας
πολύ αγαπάτε, τούτο ας μάθετε, και μια για πάντα:
με την κατάσταση όπως έχει πάει, στα μυαλά μας
η μάσα προηγείται και η ηθική μένει στην πάντα.
Το πρώτο απ’ όλα είναι νά ’χουνε οι άνθρωποι οι φτωχοί
απ’ το μεγάλο το καρβέλι τη δική τους φέτα.
Γιατί με τί ζει ο άνθρωπος;  Με το να βασανίζει,
να γδύνει, και να πνίγει και να τρώει τους ανθρώπους.
Με αυτά, έτσι ζει ο άνθρωπος. Με αυτό που πια δεν του θυμίζει
πως είναι άνθρωπος, πως έχει ανθρώπινους τους τρόπους.
Καλοί μου κύριοι, εσείς το αγνοείτε – πώς ναν το φωνάξεις:
από την αμαρτία ζει κι απ’ τις κακές του πράξεις!


2
Καλοί μου κύριοι, που το μάτι ολούθε να γυρνούμε
μας λέτε, σαν οι φούστες μας τραβούν φωτογραφία
για δώστε μας να φάμε πρώτα, να ντερλικωθούμε,
κι απέ μιλάτε: αυτό απαιτεί η σειρά και η αλληλουχία.
Εσείς που την κοιλιά σας και τη χρηστοήθειά μας
πολύ αγαπάτε, τούτο ας μάθετε, και μια για πάντα:
με την κατάσταση όπως έχει πάει, στα μυαλά μας
η μάσα προηγείται και η ηθική μένει στην πάντα.
Το πρώτο-πρώτο απ’ όλα είναι νά  ’χουνε οι άνθρωποι οι φτωχοί
απ’ το μεγάλο το καρβέλι τη δική τους φέτα.
Γιατί με τί ζει ο άνθρωπος;  Με το να βασανίζει,
να γδύνει, και να πνίγει και να τρώει τους ανθρώπους.
Με αυτά, έτσι ζει ο άνθρωπος. Με αυτό που πια δεν του θυμίζει
πως είναι άνθρωπος, πως έχει ανθρώπινους τους τρόπους.
Καλοί μου κύριοι, εσείς το αγνοείτε – πώς ναν το φωνάξεις:
από την αμαρτία ζει κι απ’ τις κακές του πράξεις!



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.



Ο ERNST BUSCH ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ BERTOLT BRECHT ΚΑΙ KURT WEILL: DENN WOVON LEBT DER MENSCH?

ΠΑΙΖΕΙ Η ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΤΟΥ ΡΟΔΟΛΦΟΥ ΒΙΑΧΙ




RODOLFO BIAGI: LA MARCA DEL FUEGO


ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ


Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2013

ΜΗΝΙΝ ΑΕΙΔΕ





ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ


ΜΗΝΙΝ ΑΕΙΔΕ

   L’-enfer c’est les autres.
       
J.P. SARTRE

Ψυχή μου αγρίεψες·
– τι πολύφημος αυτό το ψ –
Δεν είναι που πιάστηκες να ζητιανεύεις
μα που ανύποπτη δίχως εμβόλιο
ανάμεσά τους διάβηκες
των μολυσμένων
Φτύσε τους·
τώρα πια όλοι τους είναι οι «άλλοι».

            1983


Από την ποιητική συλλογή: «Κιβώτιο ταχυτήτων».
Από το βιβλίο: Έκτωρ Κακναβάτος, «Ποιήματα, 1943-1987», Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 1990, σελ. 490.