Σάββατο 4 Μαΐου 2019

ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ, 1



JORGE LUIS BORGES


ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ, 1

Ο Ηράκλειτος οδεύει το βραδάκι
προς Έφεσον. Τον έχει η εσπέρα φέρει,
ανεξαρτήτως της θελήσεώς του,
σε κάποιο αμίλητο ποτάμι, που ούτε
πού χύνεται ούτε πώς το λένε ξέρει.
Είν’ ένας Ιανός εκεί από πέτρα
και κάτι λεύκες. Σαν κοιτιέται μέσα
σ’ εκείνον τον παροδικό καθρέφτη,
τη φράση ανακαλύπτει και δουλεύει
που των ανθρώπων οι γενιές για πάντα
θα σώσουν. Η φωνή του διακηρύσσει:
Δεν γίνεται μες στο ίδιο το ποτάμι
να μπεις και να ξανάμπεις ( : Ποταμῷ οὐκ
ἔστιν ἐμβῆναι δὶς τῷ αὐτῷ). Εστάθη.
Τα χάνει. Μ’ έκπληξη και τρόμο νιώθει
ιερό ότι και ο ίδιος ρεύμα ποταμού είναι
παροδικό. Κι αν θέλει πάλι νά ’χει
το πρωινό που πέρασε, τη νύχτα,
το σούρουπό της, δεν μπορεί. Τη φράση
τότε επαναλαμβάνει. Τυπωμένη
τη βλέπει μ’ ευανάγνωστα στοιχεία
στο μέλλον, στου Ιωάννου Μπάρνετ μια σελίδα.
Ο Ηράκλειτος ελληνικά δεν ξέρει.
Ο Ιανός, θεός των θυρών, είν’ θεός λατίνος.
Ο Ηράκλειτος δεν έχει χτες και τώρα.
Απλό μηχάνευμα είναι που ονειρεύτη
κάποιος μονόχνωτος στις όχθες του Red
Cedar, που ενδεκασύλλαβους συνθέτει,
γιατί δεν θέλει το μυαλό του νά ’ναι
μονίμως στο Μπουένος Άιρες και στις
μορφές τις προσφιλείς του. Κάποια λείπει.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Παρασκευή 3 Μαΐου 2019

ΣΑΝ ΤΟ ΝΕΡΟ



ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΟΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ


ΣΑΝ ΤΟ ΝΕΡΟ

Είσαι σαν το νερό, πρώτο
μπουρίνι σε γη ερημική και διψασμένη.
Είσαι σαν το νερό, σε χέρια
που πλάθουν τον πυλό και τον μορφοποιούν.
Είσαι σαν το νερό, σε νοτισμένο
πανί, γιατρειά σε μέτωπο εμπύρετου.
Είσαι σαν το νερό, που
σπαταλήθηκε ανεύθυνα στο παρόν,
σε χρήσεις
άσκοπες και περιττές, χωρίς να
σκεφτεί κανείς
τις επόμενες γενιές.
Είσαι σαν τον νερό, που
κανείς πολιτικός δεν διείδε τον κίνδυνο
της μελλοντικής ξηρασίας
και τώρα το πληρώνουμε με πολέμους για
τον έλεγχο των υδάτινων πηγών.
Είσαι σαν το νερό, δώρο
ζωής μα και αιτία
θανάτου.

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ





ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

À TRAVERS



ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ


À TRAVERS

Δια μέσου κραδασμών εκρύθμων σε ροδάκων
πλεκτάνες και αφανών, πλην σημαινόντων κήπων
με ιριδισμούς και συναιρέσεις των αβάκων
σε συναισθησιών πεσσούς επί αντιτύπων
σελαγισμών στα αρμόνια φόντα των πινάκων,
χυμούν εξεικασμοί και των λοιπών ατύπων
φωνών σφιχτά μπαχάρια ανάμιχτα με βύνες
ευθύς ως αλυχτάν των γλυκασμών οι κρήνες.

Στον κύκλο της σπηλιάς το φυτεμένο δόρυ
ανθοφορεί και διαφορότητες χορεύει·
κορυδαλλοί είναι στο ένδον σκότος σου οι αειφόροι
ορίζοντες και λόγος γίνεται ό,τι διέβη
δια μέσου κραδασμών εκρύθμων, και όλοι οι χώροι
την άρπα αρπάζουν που τα ερέβη εκεί ημερεύει –
και ακούγεται ευκρινώς το δίκταμο της ύλης
σαν νά ’ν’ dictée στο πιάνο της στενής σου πύλης.


Πέμπτη 2 Μαΐου 2019

Σ’ ΕΝΑ ΑΝΘΟΣ ΒΥΘΙΣΜΕΝΟ



ALÍ CHUMACERO


Σ’ ΕΝΑ ΑΝΘΟΣ ΒΥΘΙΣΜΕΝΟ

Πέφτει το ρόδο, πέφτει
περνώντας μέσα απ’ το νερό,
αργά-αργά μέσα απ’ της σκιάς το κρύσταλλο,
όπου πάει και βουλιάζει ο μίσχος του·
και κατεβαίνει ασύλληπτο, ακατανόητο,
διαυγές, αβαρές και πάναγνο
και το σκεπάζουν τα κύματα, το γδύνουν
ξαναφέρνοντάς το στο άρωμά του·
το κάνουν πλεούμενο μες στους χυμούς
που γεννάει το χώμα
και αυτό όλο ανεβαίνει τρεμάμενο,
ξεπερνάει του ρυθμού του την τρυφερότητα
σαν νά ’ναι κάποιο πράσινο φυλακισμένο χρώμα,
και στο τέλος ξαναγίνεται άνθος
σαν τον σκλάβο που τη νύχτα ονειρεύεται
και βλέπει φως να συντρίβει
του ύπνου τις ρίζες,
σαν το ελάφι το γδυμνό επί τας πηγάς των υδάτων,
σαν την πηγή που ποτίζει με τον αχνό της το ρεύμα
και κάνει στα νερά μέσα το ειδύλλιο κομμάτια.

Πέφτει κι άλλο, πέφτει
πιο πέρα απ’ τον χυμό του,
πέφτει πάνω στου τάφου την πλάκα,
στο βλέμμα ενός καναρινιού λαβωμένου
που αποτολμά το τελευταίο του φτερούγισμα
για να περάσει άλαλο στις σκιές ανάμεσα.
Πέφτει το χέρι μου πάνω
πλαγιάζοντας ολοένα πιο πολύ τον παλμό του,
παραδίδει όλη του τη γλυκύτητα σε σάβανο,
και σαν ανάμνηση ωχρή
ή άγγελος με τα φτερά ψαλιδισμένα
χάνει μια πνοή απ’ τ’ άρωμά του
κάτω από τα χνάρια του: πόδι που δεν πατάει
και γύψος που σβήνει μέσα στη σιωπή.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.