Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2014

ΕΠΙΦΑΝΙΑ, 1937




ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ


ΕΠΙΦΑΝΙΑ, 1937

Τ’ ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγγαριού
η μεγάλη πέτρα κοντά στις αγριοσυκιές και τ’ ασφοδίλια
το σταμνί πού δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας
και το κλειστό κρεβάτι κοντά στα κυπαρίσσια και τα
    μαλλιά σου
χρυσά· τ’ άστρα του Κύκνου κι’ εκείνο τ’ άστρο ο
    Αλδεβαράν.

Κράτησα τη ζωή μου κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας
ανάμεσα στα κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής
σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς,
καμιά φωτιά στην κορυφή τους· βραδιάζει.
Κράτησα τη ζωή μου· στ’ αριστερό σου χέρι μια γραμμή
μια χαρακιά στο γόνατο σου, τάχα να υπάρχουν
στην άμμο του περασμένου καλοκαιριού τάχα
να μένουν εκεί πού φύσηξε ό βοριάς καθώς ακούω
γύρω στην παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή.
Τα πρόσωπα πού βλέπω δε ρωτούν μήτε ή γυναίκα
περπατώντας σκυφτή βυζαίνοντας το παιδί της.
Ανεβαίνω τα βουνά· μελανιασμένες λαγκαδιές· o χιονισμένος
κάμπος, ώς πέρα ό χιονισμένος κάμπος, τίποτε δε ρωτούν
μήτε o καιρός κλειστός σε βουβά ερημοκλήσια μήτε
τα χέρια που απλώνουνται για να γυρέψουν, κι οι δρόμοι.
Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη σιωπή
δεν ξέρω πια να μιλήσω μήτε να συλλογιστώ· ψίθυροι
σαν την ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη
σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα
    χαλίκια
σαν την ανάμνηση, της φωνής σου λέγοντας «ευτυχία».
Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα
    των νερών
κάτω απ’ τον πάγο το χαμογέλιο της θάλασσας τα κλειστά
    πηγάδια
ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες εκείνες πού
    μου ξεφεύγουν
εκεί πού τελειώνουν τα νερολούλουδα κι αυτός ό άνθρωπος
πού βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι της σιωπής.
Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του, γυρεύοντας το νερό πού
    σ’ αγγίζει
στάλες βαριές πάνω στα πράσινα φύλλα, στο πρόσωπο σου
μέσα στον άδειο κήπο, στάλες στην ακίνητη δεξαμενή
βρίσκοντας έναν κύκνο νεκρό μέσα στα κάτασπρα φτερά του,
δέντρα ζωντανά και τα μάτια σου προσηλωμένα.

Ό δρόμος αυτός δεν τελειώνει δεν έχει αλλαγή, όσο γυρεύεις
να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους πού έφυγαν
    εκείνους
πού χάθηκαν μέσα στον ύπνο τους πελαγίσιους τάφους,
όσο ζητάς τα σώματα πού αγάπησες να σκύψουν
κάτω από τα σκληρά κλωνάρια των πλατάνων εκεί
πού στάθηκε μια αχτίδα του ήλιου γυμνωμένη
και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε ή καρδιά σου,
ό δρόμος δεν έχει αλλαγή· κράτησα τη ζωή μου.

                   Το χιόνι
και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων.



Από το βιβλίο: Γιώργος Σεφέρης, «Ποιήματα», Ίκαρος, Η΄ έκδοση, Αθήνα 1972, σελ. 140-142.


********************************



ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: ΕΠΙΦΑΝΙΑ, 1937
Τραγουδάει ο Αντώνης Καλογιάννης

Ο ΚΑΡΟΤΣΕΡΗΣ



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΝΤΑΛΓΚΑΣ: Ο ΚΑΡΟΤΣΕΡΗΣ

ΕΧΕΙΣ ΧΡΕΟΣ...




ΛΕΩΝ ΚΟΥΚΟΥΛΑΣ (1894-1967)


ΕΧΕΙΣ ΧΡΕΟΣ...

Έχεις χρέος να μισείς αν το μίσος σου
για το δίκιο του ανθρώπου δουλεύει·
να μισείς όποιον πάει στο χωράφι σου
και τον τίμιο ιδρώτα σου κλέβει.

Έχεις χρέος να μισείς αν το μίσος σου
του φονιά το μαχαίρι στομώνει·
να μισείς όποιον άσπλαχνα κι άνομα
των παιδιών σου το γέλιο σκοτώνει.

Έχεις χρέος να μισείς αν το μίσος σου
το σκοτάδι της νύχτας σκορπίζει·
να μισείς όποιον κλείνει τα μάτια σου,
να μη βλέπεις το φως που ροδίζει

Έχεις χρέος να μισείς αν αλλιώτικα
απ’ το βέβαιο χαμό δε γλυτώνεις
κι αν μ’ αυτό το θανάσιμο μίσος σου
της αγάπης το κάστρο στεριώνεις.



Από το βιβλίο: «Λέων Κουκούλας – Μια παρουσίαση από τον Θανάση Θ. Νιάρχο», Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2000, σελ. 68.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΑΝΧΕΛ ΔΙΑΣ




ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ÁNGEL DIAZ: QUIMERA

ΑΜΗΧΑΝΟ ΣΕΝΑΡΙΟ




ΕΛΕΝΑ ΠΟΛΥΓΕΝΗ


ΑΜΗΧΑΝΟ ΣΕΝΑΡΙΟ

Ο αρχιστράτηγος με το γνωστό καπέλο ταΐζει
τα γουρούνια. Εγώ κρυμμένη σε μια παλιά
συνοικία, χωρίς τρόμο απεκδύομαι τις
εκφράσεις μου. Σπίτια και διαθέσιμα δωμάτια
για κάθε λογής επισκεπτήρια κατέρρευσαν

την οικοδομή. Συντρίμμια διασχίζουν το χάος και
αναδιπλώνεται. Εκείνη η κόκκινη κορδέλα στοιχειώνει
σαν ήλιος τα μαλλιά μου. Πώς να ανεμίσω μαζί της
ψηλά στις κορυφές; Πώς ενώ φεγγοβολά γύρω τριγύρω
η αντανάκλαση; Τα λάφυρα απ' τα όνειρα τρυπάνε
τις τσέπες μου, ρημάζουν τις ζωοτροφές. Τώρα για τη
σχεδία που θα μας σώσει ήτανε μια παρηγοριά της
φτηνής ώρας. Κι όταν μες στα χαλάσματα ανθίσει
η παπαρούνα, έλα να μου χαμογελάσεις.

Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2014

ΠΩΣ ΓΕΝΝΙΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΣΗΜΑΙΕΣ







PABLO NERUDA


ΠΩΣ ΓΕΝΝΙΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΣΗΜΑΙΕΣ

Έτσι είναι μέχρι σήμερα οι σημαίες μας.
Τις κένταγε ο λαός με τη γλυκιά του τρυφερότητα,
τις έραβε, όταν γίνονταν κουρέλια, με τα βάσανά του.

Κάρφωνε το αστέρι με το χέρι του το φλεγόμενο.

Κι έκοψε, από πουκάμισο ή από το ουράνιο στερέωμα,
γαλάζιο για το αστέρι της πατρίδας.

Το κόκκινο γεννήθηκε σταγόνα τη σταγόνα.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
 

***************

CÓMO NACEN LAS BANDERAS

Están así hasta hoy nuestras banderas.
El pueblo las bordó con su ternura,
cosió los trapos con su sufrimiento.

Clavó la estrella con su mano ardiente.

Y cortó, de camisa o firmamento,
azul para la estrella de la patria.

El rojo, gota a gota, iba naciendo.

ΤΑΝΙΑ







ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ


ΤΑΝΙΑ

Χειλάκια μισανοίγοντας φλογάτα,
δαχτυλίδι, που σ’ όλα το ταιριάζεις
τα στόματα, χαμογελάς και βγάζεις
τη γλωσσίτσα σου κόκκινη, σα γάτα.

Τ’ άπλερά σου χαιράμενη μικράτα
σ’ όλους δεξά ζερβά σου τα μοιράζεις
αξεθύμαστα κι άσωστα! Ω! που βράζεις
σε πυροστιές γονάτων, ίσα κράτα

την κνήμη και δοντάκια σαν το ρύζι
γελώντας δείχνε! Αιώνιο πορφυρίζει
το ποίημα των ποδιών σου σε σκαρπίνι

μεταξωτό κι ώς την ψυχή βυθούνε,
των σφυρώ σου τα δίστιχα κι ανθούνε,
κολλύβρι, που το φως σε καταπίνει!



Από το βιβλίο: Κώστας Βάρναλης, «Ποιητικά», Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1956, σελ. 168.


ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΓΚΑΜΠΡΙΕΛΛΑ ΦΕΡΡΙ




ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η GABRIELLA FERRI: CANTO DΕ MALAVITA


Ο ΠΕΙΡΑΙΩΤΗΣ




ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗΣ


Ο ΠΕΙΡΑΙΩΤΗΣ

Στον Πειραιά μεγάλωσα, μες στο Γιαχνί σοκάκι,
με Αθηναίους μάλωσα μες στου Καραϊσκάκη.
Της φάμπρικας ανάσανα το μαύρο της καπνό
και μπήκα μες στα βάσανα από παιδί μικρό.

Είμαι βέρος Πειραιώτης
κι έχω χαρακτήρα πρώτης,
κι αν θα μ' αγαπάς κι εσύ
θα περνάς ζωή χρυσή.

Από το Μάρκο άκουσα τα πρώτα μου μεράκια,
από μικρός στη θάλασσα ήπια πολλά φαρμάκια.
Και ένα σπίτι απόχτησα μες στην Αγιά Σοφιά
να σ' έχω σαν αρχόντισσα, αγάπη μου γλυκιά.

Είμαι βέρος Πειραιώτης
κι έχω χαρακτήρα πρώτης,
κι αν θα μ' αγαπάς κι εσύ
θα περνάς ζωή χρυσή.



Στίχοι: Κώστας Βίρβος.
Μουσική: Γρηγόρης Μπιθικώτσης.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΕΚΤΩΡ ΜΑΟΥΡΕ




ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο HÉCTOR MAURE: LA CANTINA


Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2014

Η ΠΟΙΗΣΗ




EUGENIO MONTALE


Η ΠΟΙΗΣΗ

Ι
Το αγωνιώδες ερώτημα
αν είναι κρύα ή ζεστή η έμπνευση
δεν εντάσσεται στην ύλη της Θερμοδυναμικής.
Η έξαψη δεν παράγει, το ψυχρό κενό δεν σε απάγει,
δεν υπάρχει ποίηση ούτε στο σορμπέ ούτε στο κοντοσούβλι.
Μάλλον έχει σχέση με τις λέξεις
οχληρές, πολύ φορτικές
που βιάζονται να βγούνε
από τον φούρνο ή απ’ την κατάψυξη.
Το από πού δεν έχει σημασία. Μόλις όμως βρεθούν έξω
κοιτάνε ολόγυρα και είναι σαν να θέλουν να πουν:
τί κάνω εγώ τώρα;


ΙΙ
Έντρομη
η ποίηση απορρίπτει
των εμβριθών σχολιαστών τις ερμηνείες.
Μα δεν είναι βέβαιο ότι και η πιο βουβή
διαθέτει όντως αυτάρκεια
ή αν εξαρτάται από κάποιον τυχαίο φροντιστή
που δεν γνωρίζει ότι είναι
ο συγγραφέας.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΦΙΛΙΠ ΣΟΥΠΩ!




PHILIPPE SOUPAULT


IMITATION DES FLEURS

Puisque l’on vous dit
Que les fleurs parlent,
N’écoutez plus les gigolos.
Imitez donc les abeilles
Les papillons, les coccinelles.

Les lilas sont infidèles
Bien plus que les artichauts.
Les chardons et les résédas.
Imitez donc la glycine tendre
Comme la poitrine d’un oiseau.

Votre emblème n’est-il pas la pensée
Cœur clairvoyant fleur sincère
Aussi fragile qu’une larme.

Mais après les fleurs de la terre
Acceptez toutes les fleurs du ciel
Qui chantent le jour, rêvent la nuit.

ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΟΙ ΔΕ ΜΥΝΤΛ ΚΛΑΣ




ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΟΙ THE MYDDLE CLASS: I HAPPEN TO LOVE YOU

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΠΙΕΤΡΟ ΓΚΟΡΙ




ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο PIETRO GORI

A SANTE CASERIO

Lavoratori a voi diretto è il canto
di questa mia canzon che sa' di pianto
e che ricorda un baldo giovin forte
che per amor di voi sfidò la morte

A te Caserio ardea nella pupilla
delle vendette umane la scintilla
ed alla plebe che lavora e geme
donasti ogni tuo affetto ogni tua speme

Eri nello splendore della vita
e non vedesti che lotta infinita
la notte dei dolori e della fame
che incombe sull'immenso uman carname

E ti levasti in atto di dolore
d'ignoti strazi altero vendicatore
e ti avventasti tu sì buono e mite
a scuoter l'alme schiave ed avvilite

Tremarono i potenti all'atto fiero
e nuove insidie tesero al pensiero
ma il popolo a cui l'anima donasti
non ti comprese eppur tu non piegasti

E i tuoi vent'anni una feral mattina
gettasti al vento dalla ghigliottina
e al mondo vil la tua grand'alma pia
alto gridando: Viva l'Anarchia

Ma il dì s'appressa o bel ghigliottinato
che il tuo nome verrà purificato
quando sacre saran le vite umane
e diritto d'ognun la scienza e il pane

Dormi Caserio entro la fredda terra
donde ruggire udrai la final guerra
la gran battaglia contro gli oppressori
la pugna tra sfruttati e sfruttatori

Voi che la vita e l'avvenir fatale
offriste su l'altar dell'ideale
o falangi di morti sul lavoro
vittime de l'altrui ozio e dell'oro

Martiri ignoti o schiera benedetta
già spunta il giorno della gran vendetta
della giustizia già si leva il sole
il popolo tiranni più non vuole