STÉPHANE
MALLARMÉ
[ΤΙ
ΝΙΚΗΦΟΡΑ ΞΕΦΥΓΕ...]
Τί
νικηφόρα ξέφυγε ἀπ᾽ τῆς ὄμορφης αὐτοκτονίας τὴν τολύπη,
ἀπ᾽ τὸν δαυλὸ τῆς δόξας, τοῦ αἵματος
ἀφρούς, ἀπὸ χρυσάφι ἢ τρικυμία!
Ὦ γέλιο, ἂν ἐκεῖ καταγίνονται
γιὰ μιᾶς πορφύρας ἑτοιμασία,
νὰ τεντωθεῖ καλά, βασιλικά, σ᾽ ἐμένα
ὁ τάφος μοναχὰ πιὰ λείπει.
Τί! Ἀπ᾽ ὅλη τούτη ᾽δῶ τὴ λάμψη,
τὴ λαμπρότητα, οὔτε κουρέλι τρύπι-
ο δὲν βραδύνει· μὲς
στὸ μεσονύχτι, ποὺ σκϊὲς γιορτάζουνε ἐν ἀφασίᾳ,
διαλάμπει,
ξεχωρίζει ἐμφατικῶς ἡ κεφαλὴ τοῦ πλούσιου οἰηματία
ποὺ
μᾶς κερνάει νωχέλεια χωρὶς τὸ ὁλόσβηστο δαυλὶ κάτι ν᾽ ἀντείπει —
ἂν
ἡ δική σου πάντοτε ἡ ἀπόλαυση... μιλῶ γιὰ τὴν ἀπόλαυσή σου,
ναί,
ποὺ κρατάει ἀπ᾽ τὸν λιπόθυμο οὐρανό, ποὺ ἀνοίγεται ἀπέναντί σου,
κομμάρια
παιδικοῦ θριάμβου καὶ στὴν κόμη σου, μ᾽ αὐτὸν στολίζοντάς σε,
τὴ
διαύγεια φέρνει, ποὺ τὴν ἀπιθώνεις στὸ προσκέφαλό σου, πὲς σὰν μόδα
καινούργια,
καὶ σὲ κάνει σὰν βασίλισσα μὲ τοῦ Ἄρη κράνος νὰ κοιμᾶσαι —
πλὴν
ὅμως τούτ᾽ ἡ διαύγεια ποὺ σὲ ντύνει μοιάζει νά ᾽χει πέσει ἀπὸ ρόδα.
Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.