Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026
ΒΙΒΛΙΑ... ΒΙΒΛΙΑ...
ΑΝΝΑ ΣΠΥΡΑΤΟΥ
ΣΕ ΡΗΧΑ ΝΕΡΑ
ALBERTO LAISECA
ΣΕ ΡΗΧΑ ΝΕΡΑ
(από τα κινέζικα ποιήματα)
Κάποτε, παλιά, τα ποιήματά μου είχαν
όλο το βάθος της επιφάνειας.
Τώρα έχουν
όλη την επιφανειακότητα του βάθους.
Τη νωθρή πλαδαρότητα
που με περιμένει στα ρηχά νερά
πολύ καλά την ξέρω.
Σεν Τσίν, Δυναστεία Βάι
Μετάφραση Γιώργος Κεντρωτής.
ΔΑΜΑΣΚΗΝΙΑ
AALBERTO LAISECA
ΔΑΜΑΣΚΗΝΙΑ
(από
τα κινέζικα ποιήματα)
Λέω
«σ' αγαπώ» και χαμογελάς,
μα
την επόμενη κιόλας στιγμή
η
όψη σου είναι κόψη
σε
μιας μακριάς σκιάς την άκρη.
Να
πω «με κουράζεις»;
Μπορεί
τότε, μετά τον πόνο που θα νιώσεις,
να
έχουμε μπροστά μας μια λαμπρή μέρα.
Να
κόψω τάχα τη μόνη δαμασκηνιά του κήπου μου,
για
να κερδίσω την εύνοια της αλαζονείας του δάσους;
Τεχ
Πινγκ. Βασίλειο του Τσεν
Μετάφραση:
Γιώργος Κεντρωτής.
Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026
ΑΝΘΟΛΟΓΙΕΣ ΠΟΗΜΑΤΩΝ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ
ΑΝΘΟΛΟΓΙΕΣ ΠΟΗΜΑΤΩΝ
(Εσπερινές σκέψεις του
στρατηγού και φιλολόγου Νιάο Τσιχ Σιν)
1. Απ’
το ν’ ανθολογείς ποιήματα καλύτερα είναι να κόβεις λίαν πρωί άνθη στον κήπο σου
και να στολίζεις το αντίσκηνό σου.
2.
Κάνεις που κάνεις την ανθολογία, κάν’ την όντας καλά διαβασμένος. Διάλεγε τα
καλύτερα άνθη.
3.
Δεν νοείται ανθολογία με προηγούμενη υποβολή ποιημάτων στον ανθολογήσαντα.
4.
Δεν νοείται ανθολογία με ένα ποίημα από κάθε ανθολογούμενο ποιητή – αυτό είναι
κάτι σαν δείγμα γραφής. Και κραυγαλέο δείγμα ευκολίας. Και δήγμα στο λαιμό της
ποίησης.
5. Στις συντριπτικώς περισσότερες περιπτώσεις
είναι καλύτερο για τον ποιητή να μη συμπεριλαμβάνεται σε ανθολογίες παρά να
συμπεριλαμβάνεται. Κατόπιν των προηγηθεισών σκέψεων οι λόγοι είναι πιο
προφανείς από προφανείς.
6.
Με ελεγχόμενη στρατηγική τόλμη μπορώ να ισχυρισθώ ότι η πρώτη ανθολόγηση
ποιημάτων έγινε από τον έλληνα ποιητή Αριστοφάνη, που απένειμε τον έπαινο στον
πολεμιστή Αισχύλο και απέκλεισε τον Ευριπίδη.
7.
Ο Ευριπίδης δεν γνωρίζουμε αν επιχείρησε ποτέ του ανθολογικό αγώνα. Κρίνω ότι
θα είχε ενδιαφέρον. Ναι. Θα είχε. Μάλλον θα είχε –λέω.
8.
Αλλά κόβω μια παιώνια, την κοιτώ, χαίρομαι το κάλλος της και λέω: Βρε δε
βαριέσαι, αδελφέ… Εδώ, αύριο το ξημέρωμα, έχω πόλεμο με τους Ιάπωνες. Τους
«γουά», τους «νάνους».
Ο ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΣ
LUIS CERNUDA
Ο ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΣ
Βρισκόσουν, καλοκαίρι, στο ανοιχτό θέατρο, όπου η
νύχτα και τ’ αστέρια ήταν ό,τι έβλεπαν πάνω απ’ τα κεφάλια τους όλα εκείνα τα
πλάσματα που ήταν συναχθεί εκεί και ακύρωναν με ένα πιο πραγματικό μυστήριο, με
μια πιο δραματική απεραντοσύνη τα διαδραματιζόμενα επί σκηνής εντελώς
τετριμμένα και ασήμαντα δρώμενα. Καθισμένον ανάμεσα στους δικούς του, όπως κι
εσύ ανάμεσα στους δικούς σου, όχι και τόσο μακριά σου, τον ανακάλυψες, για να
ξεσηκώσει η παρουσία του, από της ύπαρξής σου τα μύχια, αυτή την αναπόφευκτη
έλξη, την ευφρόσυνη και οδυνηρή, εξαιτίας της οποίας ο άνθρωπος, ταυτισμένος περισσότερο
από ποτέ άλλοτε με τον εαυτό του, παύει πια ακόμα και ν’ ανήκει στον εαυτό του.
Μια παράξενη αιδημοσύνη, ενδεχομένως και ως υπεράσπιση της προσωπικότητας μπροστά στον κίνδυνο
της αποξένωσης, σε τράβαγε προς τα μέσα, ενώ μια ενστικτώδης συμπάθεια σε
τράβαγε προς τα έξω, προς εκείνο το πλάσμα που ήξερες τον μεγάλο πόθο σου να
λειώσετε μαζί, να γίνετε ένα κράμα. Σ’ εκείνο το πρόσωπο το εμψυχωμένο από τα σκούρα
και στεφανωμένα από μια ίσια κόμη μάτια… πόση γοητεία ανακάλυπτες σ’ εκείνο το
πρόσωπο, γοητεία που έπαιρνε ύψος απ’ τον λαιμό του και πάνω και ήταν σαν να ήταν
μίσχος, στέλεχος με μια χαριτωμένη και μη συνειδητοποιούμενη υπεροψία.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που ερωτεύτηκες, μολονότι ήταν
ίσως η πρώτη φορά που το συναίσθημα, ανώνυμο ακόμα, αναδεύτηκε μέσα στη
συνείδησή σου. Ύστερα το συναίσθημά σου λησμονήθηκε, η γενεσιουργός αιτία του
είχε προ πολλού εξαλειφθεί, σαν ακαριαίο ξύπνημα τα χαράματα, όταν το φως μόλις
που έχει σκάσει και το σώμα ξανακυλάει στου ύπνου την άγνοια. Και καν δεν εσκέφτηκες
ότι μπορεί και να μην τον ξαναδείς ποτέ, να αφανισθεί μες στην βιασύνη του
χρόνου, τόσο μα τόσο νωρίς ακόμα, που η ζωή μόλις και μας αφήνει λίγο χώρο να
βιώσουμε την τρυφερότητα, για την οποία θα ήμασταν ικανοί.
*
Τη νύχτα εκείνη άναψε εντός σου μόνο μια σπίθα απ’ τη φωτιά,
στην οποία θα καιγόσουν αργότερα και θα
χανόσουν, για ν’ αναγεννηθείς έπειτα σαν
τον φοίνικα. Στη λάμψη της όμως πρόλαβες και διέκρινες το κάλλος του νεανικού κορμιού,
σχεδόν χωρίς να ξέρεις ακόμα πώς να το ποθήσεις — κορμί με το οποίο κανένα λουλούδι δεν παραβγαίνει σε
χροιά, σε περίγραμμα, σε χάρη, όντας, επιπλέον, ή μοιάζοντας ικανό να
ανταποκριθεί στον παθιασμένο θαυμασμό του όποιου εραστή.
Άλλοι θα μπορέσουν να μιλήσουν για το πώς ξεθωριάζει
και φθίνει το κάλλος το σωματικό, αλλά εσύ θέλεις να θυμηθείς απλώς και μόνο την
προηγούμενή του λάμψη, και παρά τη μελαγχολία στην οποία καταλήγει, η φάση του ουδέποτε
θα επισκιασθεί απ’ αυτό. Κάποιοι πίστευαν ότι το κάλλος, επειδή ακριβώς υπάρχει,
είναι αιώνιο (Como dal fuoco il caldo, esser diviso — Non può’l bel
dall’eterno)[1],
ακόμα και όταν δεν υπάρχει: σαν λίμνη που
τρέφεται από τα νερά κάποιου ποταμού που
τη διαρρέει και φεύγει· αυτό και η ενατένισή του είναι τα μόνα πράγματα που
φαίνεται ότι μας χωρίζουν απ’ τον χρόνο για όσο κρατάει μια αχανής και ασύνορη στιγμή.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
[1]
Michelangelo Buonarroti, Rime, 34
(Come dal foco el caldo, esser diviso
/ non può dal bell'etterno ogni mie stima).
Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026
Ο ΠΑΖΟΛΙΝΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΤΟΝΙΟ ΓΚΡΑΜΣΙ
PIER PAOLO PASOLINI
ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΤΟΝΙΟ ΓΚΡΑΜΣΙ
ΕΡΩΤΗΣΗ: Θα
μπορούσατε να πείτε κάτι για τον Γκράμσι, ειδικά επειδή σας έχουν «κατηγορήσει»,
ας πούμε, ότι είστε γκραμσιανός; Πότε διαβάσατε για πρώτη φορά Γκράμσι; Έχει
ασκήσει πάνω σας έντονη επιρροή;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Όταν
μίλησα πιο πριν για τις αναγνώσεις μου μαρξιστών συγγραφέων, ο πιο σημαντικός
από όλους, ακόμη και σε σύγκριση με τον ίδιο τον Μαρξ, ήταν ο Γκράμσι. Για μένα
ο Μαρξ ήταν, φυσικά, αρκετά δύσκολος στο διάβασμά του, και πέρα από αυτό, τον
έβρισκα αρκετά απόμακρο ως προς εμένα για διάφορους λόγους. Οι ιδέες του
Γκράμσι, από την άλλη πλευρά, συνέπιπταν με τις δικές μου: με κέρδισαν αμέσως,
και η επιρροή του πάνω μου με διαμόρφωσε, ήταν οι βάσεις μου. Τον πρωτοδιάβασα το
1948-49.
ΕΡΩΤΗΣΗ: Θα
μπορούσατε να αποκαλέσετε τον Γκράμσι ποπουλιστή; Θα είχε αυτό κάποιο νόημα για
εσάς;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Όχι,
δεν νομίζω, δεν θα το έκανα. Θα ήθελα όμως να πω, πριν από οτιδήποτε άλλο, ότι
δεν προσδίδω καμία υποτιμητική χροιά στη λέξη «ποπουλιστής», «λαϊκιστής». Οι
μαρξιστές ηθικολόγοι τη χρησιμοποιούν, μαζί με τον όρο «ανθρωπισμός», για να
καταδικάσουν τύπους μαρξισμού διαφορετικούς από τους δικούς τους. Δεν συμφωνώ
απόλυτα. Για μένα ο λαϊκισμός και ο ανθρωπισμός είναι δύο πραγματικά ιστορικά
γεγονότα: και όλοι οι μαρξιστές διανοούμενοι έχουν αστικές ρίζες. Η παρόρμηση
να γίνει κανείς μαρξιστής μπορεί να είναι μόνο λαϊκιστική ή ανθρωπιστική,
επομένως αυτός ο παράγοντας είναι αναπόφευκτα παρών σε όλους τους αστούς
μαρξιστές, του Γκράμσι συμπεριλαμβανομένου. Δεν τον θεωρώ παράγοντα αρνητικό:
είναι απλώς μέρος της αναπόφευκτης μετάβασης από την αστική τάξη, στην οποία
γεννήθηκε και διαμορφώθηκε κανείς, στην υιοθέτηση μιας διαφορετικής ιδεολογίας,
της ιδεολογίας μιας διαφορετικής κοινωνικής τάξης.
Πηγή: Il background pasoliniano, Pasolini on Pasolini:
interviews with Oswald Stack. Bloomington: Indiana University Press, 1969.
Μετάφραση: Γιώργος
Κεντρωτής.
Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026
ΔΕΝ ΣΕ ΠΟΘΩ, ΕΠΕΙΔΗ ΕΓΩ ΠΟΛΥ ΣΕ ΠΟΘΩ
PABLO NERUDA
ΔΕΝ ΣΕ ΠΟΘΩ, ΕΠΕΙΔΗ ΕΓΩ ΠΟΛΥ ΣΕ
ΠΟΘΩ
Δὲν σὲ ποθῶ, ἐπειδὴ ἐγὼ πολὺ σὲ ποθῶ,
καὶ ἀπ’ τὸ ποθῶ στὸ ἀντίθετό του καταλήγω,
ἀπὸ τὸ περιμένω στὸ δὲν θὰ σὲ δῶ,
στὸ δὲ ψυχρὸ τὸν φλογερό μου πόθο πνίγω.
Καὶ σὲ ποθῶ, ἐπειδὴ ἀγαπῶ μονάχα ἐσένα·
κι ἂν σὲ μισῶ, μισώντας σε εἶμαι ἐρωτευμένος·
στὴν ταξιδιάρα ἀγάπη μου εἶναι μετρημένα
τὰ πάντα· σὰν τυφλὸς σοῦ ’μαι ἀφοσιωμένος.
Κι ἂν ὅποτε συμβεῖ τὰ φῶτα τοῦ Γενάρη
μὲ ἀχτίδες ἄγριες νὰ μοῦ ἀνοίξουν τὴν καρδιά μου
καὶ μὲ κλειδιὰ κλεμμένα, ἐγὼ ἔχω τὴ δικιά μου
γραμμή. Στὴν ἱστορία μας θά ’χω ἐγὼ τὴ χάρη
μόνος μου νὰ πεθάνω, ἀφοῦ πολὺ σὲ θέλω,
καὶ τῆς ἀγάπης μου τὸ πῦρ καὶ τὸ αἷμα ἀγγέλλω.
Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.
Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ
PIER PAOLO PASOLINI
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ
Για μερικά χρόνια ο
φασισμός, αυτό το φρικτό φαινόμενο του κακού και της ηλιθιότητας, φαινόταν
αδρανής και ξεπερασμένος: με λίγα λόγια, είχε γίνει θέμα νοσταλγίας, όπως λέγεται,
ήταν ντεμοντέ, είχε την πατίνα του χρόνου, έμοιαζε έπιπλο αντίκα· αλλά κι έτσι ήταν
επικίνδυνος, με όλη του την ηθική ασχήμια. Όλοι κάναμε λάθος: ο φασισμός
συνεχίζει να σέρνεται σαν το φίδι στην Ιταλία, στην Ευρώπη και στην Αμερική. Και
είναι φυσικό, επειδή ο φασισμός είναι ένα από τα ιδεολογικά στοιχεία του
καπιταλισμού. Και όσο υπάρχει ο καπιταλισμός, θα υπάρχει και ο φασισμός για να
τον υπερασπίζεται, να τον συντηρεί και να τον υποστηρίζει.
Πηγή: «Il Reporter», 8 Μαρτίου 1960
Μετάφραση: Γιώργος
Κεντρωτής.
ΨΗΦΙΖΩ ΤΟ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ
PIER PAOLO PASOLINI
ΨΗΦΙΖΩ ΤΟ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ
ΚΟΜΜΑ
Και φέτος, όπως πάντοτε άλλωστε,
ψηφίζω τους Κομμουνιστές. Γνωρίζω, και πολύ καλά μάλιστα, ότι η ψήφος είναι εξαιρετικά
ιδιωτική υπόθεση, λεπτεπίλεπτα ιδιωτική, ακόμη και παθολογικά ιδιωτική. Λοιπόν,
η ιδιωτική μου ζωή βασανίζεται από το αντίθετό της: από τη γραφειοκρατική
επισημότητα, η οποία αρνείται κυριολεκτικώς να αναγνωρίσει την ύπαρξή μου. Και
με καταδικάζει σε μια κατάσταση διαρκών διώξεων — κατάσταση, η οποία έχει
καταντήσει γελοία. Γι’ αυτό πρέπει να ομολογήσω ότι ακόμη και το όποιο
«επίσημο» στοιχείο στο Κομμουνιστικό Κόμμα εμένα δεν μου αρέσει. Δική μου
υπόθεση, φυσικά. Ένα Κόμμα, που δικαίως
θεωρεί τον εαυτό του ώριμο να αναλάβει την εξουσία και να κυβερνήσει, δεν
μπορεί παρά να είναι, κατά κάποιο τρόπο, «επίσημο». Για εμένα η γραφειοκρατική
επισημότητα είναι το ακριβώς αντίθετο της ορθολογικότητας. Παραταύτα ψηφίζω το
Iταλικό Kομμουνιστικὸ Kόμμα χωρίς την παραμικρή αμφιβολία ή την παραμικρή
εσωτερική αβεβαιότητα. Και το κάνω, επειδή ακριβώς γνωρίζω ότι η ορθολογικότητα
του Μαρξισμού είναι ισχυρότερη από οποιαδήποτε, ακόμη και δυσάρεστη,
ενδεχομενικότητα από οποιαδήποτε συγκεκριμένη κατάσταση που διέπει τις σχέσεις
μεταξύ κομμουνιστών με αστική καταγωγή ή αστικό υπόβαθρο.
Στο: «Gli uomini di cultura e le elezioni del 1963.
Pasolini: voto PCI per contribuire a salvare il future» («Οι άνθρωποι του πολιτισμού και οι εκλογές του 1963. Παζολίνι: Ψηφίζω το Iταλικό Kομμουνιστικὸ Kόμμα για να συμβάλω στη διάσωση γτου
μελλοντος»). Συνέντευξη στον Πάολο Σπριάνο δημοσιθευμένη στην «Ουνιτά» στις 20 Απριλίου 1963.
Μετάφραση: Γιώργος
Κεντρωτής.
Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026
Η ΗΔΟΝΗ
LUIS CERNUDA
Η ΗΔΟΝΗ
Τις ανοιξιάτικες νύχτες, και
όσο ήθελε ίσαμε να χαράξει, ερχόταν απ’ τα
χωράφια, απ’ την Εριτάνια, ο ήχος μιας λατέρνας. Μες στη σιγαλιά και τη γαλήνη
της νύχτας η εφήμερη μελωδία αποκτούσε φωνή και μιλούσε για όσους ετούτη την ώρα, αντί να κοιμούνται,
ζούσαν κι έμεναν άγρυπνοι για την απόλαυση μιας στιγμής. Εγώ τότε τους έβλεπα όλους, άνδρες και γυναίκες,
λίγο μεθυσμένους, σοβαρούς, με το βλέμμα τους σταθερό και συνάμα αόριστο, δεμένους
μεταξύ τους σαν να παρακολουθούσαν τον ρυθμό μάλλον του σπασμού παρά του χορού,
και με τα χέρια τους να θωπεύουν φρενιτωδώς το όμορφο ανθρώπινο σώμα, που
θριαμβεύει μια μέρα μόνο και μόνο για να βυθιστεί έπειτα στον θάνατο.
Η δε βραχνή, διαπεραστική
κραυγή κάποιου παγωνιού, ξάγρυπνου στα μονοπάτια του πάρκου, διέκοπτε τον ρυθμό
της μικρής μουσικής σαν να κορόιδευε την τρελή μου εμένα, τη θλιβερή μου λαχτάρα.
Παιδί ακόμα, και η
επιθυμία μου δεν είχε λάβει μορφή, ενώ η λαχτάρα που την ξυπνούσε δεν μπορούσε επ’ ουδενί να τη συγκεκριμενοποιήσει. Με φθόνο σκεφτόμουν
όλους εκείνους τους ανώνυμους ανθρώπους που εκείνη την ώρα διασκέδαζαν, μπορεί
μάλιστα και με βάναυσο ήθος, αλλά που με ξεπερνούσαν στη γνώση της ηδονής, από την
οποία εγώ είχα δική μου μόνο την επιθυμία. Και αναρωτιόμουν αν ήσαν άξιοι αυτής
της γνώσης, αν θα αξιωνόμουν κι εγώ να
την αποκτήσω κάποτε, ίδια και απαράλλακτη όπως το ένα ή το άλλο τέλειο πλάσμα με
τη ζωώδη του χάρη, που είχα και δεν είχα εγώ προλάβει να το μισοδώ στη στροφή κάποιου
δρόμου και που η ξαφνική του θύμηση φωτιζόταν έκτοτε στη μνήμη μου.
Μέσ’ απ’ τα κλαδιά της
ανθισμένης ακακίας, μέσ’ απ’ τον ζεστό αέρα της μαγιάτικης νύχτας, μέσ’ απ’ τον
κήπο του πανδοχείου η μικρή μουσική επέμενε να με επισκέπτεται. Δεν ήταν η φωνή
της αθάνατης μελωδίας, που μας πείθει ότι ούτε μέσα μας ούτε σε αυτήν υπάρχει
κάτι που θα συμβεί σίγουρα. Αυτή, φρυγική και φευγαλέα, μιλούσε στην αμφιβολία μας, υποκινώντας μας να ζούμε
με απολαύσεις, και μιλούσε μ’ έναν τόνο φωνής που η νύχτα και η περίσταση τον έκαναν
δραματικό, σαν τη φωνή που βγαίνει μέσα από μια γελοία μάσκα και μας
προειδοποιεί σοβαρή, βαθιά κρυμμένη, παθιασμένη.
Μετάφραση: Γιώργος
Κεντρωτής.
Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026
ΞΗΜΕΡΩΜΑΤΑ Σ’ ΕΝΑΝ ΔΗΜΟΣΙΟ ΚΗΠΟ ΤΗΣ ΡΩΜΗΣ
PIER PAOLO PASOLINI
[ΞΗΜΕΡΩΜΑΤΑ Σ’ ΕΝΑΝ ΔΗΜΟΣΙΟ ΚΗΠΟ ΤΗΣ
ΡΩΜΗΣ]
(ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ «Βίος βίαιος»)
Κιόσκια, καμπινέδες περίπτερα —
τίποτ’ ἀνοιχτό. Καὶ ψυχὴ δὲν περνοῦσε. Τὰ φανάρια λαμπύριζαν ὁλομόναχα ἀνάμεσα ἀπ’
τὰ δέντρα. Μόνο σὲ μιὰ γωνιὰ τῆς πλατείας, κάτω-κάτω, μακριά, ἀνάμεσα σὲ κάτι
ψεύτικα βραχάκια, ἦταν μιὰ γατοσυμμορία ἀπ’ ὅλες τὶς ράτσες· τὰ γατιὰ μέσα σ’ ὅλη
τους τὴν ἀλητεία πλακώνονταν κάθε τόσο σὲ καβγάδες κι ἔκαναν σὰ θεριὰ ἀνήμερα. Ἀμφότεροι,
Τομαζίνο καὶ Λέλο, ἦταν ἀπ’ τὸ μεθύσι νὰν
τοὺς κλαῖν κι οἱ ρέγγες. Εἶχαν ξαπλώσει μὲ τὰ δάχτυλα τῶν χεριῶν τους πλεγμένα στὸ
σβέρκο τους, μὲ τὰ κανιά τους ἀνοιχτὰ καὶ μὲ τ’ ἀπαυτὰ τους φάτσα-μόστρα στὸν οὐρανό.
Ἐκεῖ, ἔτσι γιὰ νὰ
κάνουν κάτι, ἄρχισαν νὰ μιλᾶνε γιὰ τὸν παλιὸ καλὸ καιρό, τότε ποὺ ἤτανε ἀκόμα
παιδάκια καὶ ὅλα στὴ ζωὴ ἤτανε ρόδινα· ἀλλὰ καὶ τώρα, στὸ τέλος-τέλος, μὴν τὰ
πολυλογοῦν, καλὰ τὴ βγάζανε.
Μὰ ἐπειδὴ γρήγορα
κουράστηκαν ἀπὸ τοῦτες τους τὶς κουβέντες, ἄρχισαν νὰ χασμουριοῦνται καὶ νὰ
ψιλοτσακώνονται· στὸ τέλος πῆραν ἕναν ὑπνάκο.
Ἡ νύχτα σιγὰ-σιγὰ ἔφυγε.
Ὅταν ξύπνησαν καὶ σηκώθηκαν ὄρθιοι καὶ πάτησαν τὸ βρεγμένο χαλίκι κόντευε πέντε
ἡ ὥρα· ἄρχισαν ν’ ἀκούγονται τὰ πρῶτα τράμ.
Κεφάτος ὁ Λέλο καὶ μ’
ἕνα χαμογελάκι νὰ σκάει στὰ χείλη του, τεντώθηκε νὰ ἰσιώσει ἡ ράχη του, κοίταξε
τὸν Τομάζο καὶ εἶπε: «Ρὲ σὺ Τομάζο, εἶσαι γιὰ λίγο ποδαρόδρομο ἀκόμα;» «Καλά, ρὲ
γαμῶτο σου», τοῦ ’πε κεφάτος ὁ Τομάζο, «τί;… ἀκόμα δὲν τὸ βαρέθηκες τὸ περπάτημα;»
«Ἐγὼ ρὲ δὲν κουράζομαι, ρέ!» τοῦ ’πε ὁ Λέλο, κι εἶχε κιόλας πιάσει νὰ κόβει δρόμο
μέσ’ ἀπ’ τὴν Πιάτσα Βιτόριο.
Εἶχαν ἀρχίσει νὰ καταφτάνουν
ἤδη μὲ τὰ κάρα τους οἱ πρῶτοι πραματευτάδες: ὁ ἕνας, σὰ σκλαβάκι, τραβοῦσε τὸ
κάρο ἀπ’ τὰ χερούλια του, κι ἕνας ἄλλος, σκουντούφλης ἀπ’ τὴ νύστα, μὰ μὲ
περιποιημένο τὸ μαλλὶ λὲς κι εἶχε βγεῖ μόλις ἀπὸ τὸν κουρέα, τό ’σπρωχνε ἀπὸ
πίσω. Ἀργὰ-ἀργὰ καὶ σὰ φαντάσματα σούρνονταν πάνω στὸ βρεγμένο λιθόστρωτο, γιὰ νὰ
χαθοῦν σὲ λίγο πέρα στὰ πεζοδρόμια γύρω ἀπ’ τοὺς κήπους τῆς πλατείας.
Ἀπὸ μιὰ γωνιὰ ἀκούγονταν
βουητὰ νὰ σοῦ παίρνουνε τ’ ἀφτιά. Ἤτανε οἱ σκουπιδιάρηδες, κάτω ἀπ’ τὶς καμάρες,
καὶ τσούλαγαν τὰ σκουπιδοβάρελα νὰν τ’ ἀδειάσουν στὸ σκουπιδιάρικο.
Ὁ Λέλο δὲν ἐνύσταζε ἄλλο
τώρα κι ἔνιωθε ἀνάλαφρος-ἀνάλαφρος σὰν ὅπως βγαίνουμε ξημερώματα μετὰ ἀπὸ χορὸ
καὶ λιγάκι πιωμένοι. Προχωροῦσε κάτω ἀπ’ τὶς καμάρες, μὲ τὰ χέρια στὶς τσέπες,
μὲ τὸ στῆθος φουσκωμένο καὶ μὲ φάτσα μόρτικη πού ’λεγε ἐγώ ’μαι τῆς πουτάνας
γιός.
Πετώντας ἀπ’ τὴ χαρά του
ὁ Τομαζίνο γιὰ τὴν καλὴ διάθεση τοῡ φίλου του, ἀλλὰ καὶ μὲς στὴν τρελή χαρὰ καὶ
γιὰ δικό του λογαριασμό, τὸν ἀκολουθοῦσε καταπόδι, δείχνοντας ὅμως κομμάτι
μουτρωμένος γιὰ νὰ μὴν παίρνει ὁ ἄλλος καὶ πολὺ ἀέρα.
«Φτοὺ γαμῶτο σου, ρὲ
Λέλο!» τοῦ ’πε. «Νέφτι ρὲ σοῦ’χουνε βάλει καὶ πᾶς ἔτσι;»
Ὁ Λέλο δὲν τοῦ ἀπαντοῦσε. Πῆγε μόνο νὰ τοῦ ξεφύγει ἕνα γελάκι,
μὰ περπατοῦσε δίχως κὰν νὰ κοιτάει πίσω του.
Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.
Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026
ΑΠΟΡΗ ΟΝΤΑΣ
CLAIRE GOLL
ΑΠΟΡΗ ΟΝΤΑΣ
Γιατί δεν εφύλαξα
τα πολύτιμα χαμόγελά σου
και διατήρησα τη σκιά
που έστρωσες στους δρόμους μας;
Γιατί δεν έβαλα στην άκρη
τα χρυσά και τα κεχριμπαρένια σου βλέμματα,
περιουσία μυθική γι’ αργότερα
όταν θα πάσχω από τρυφερότητας ἔλλειψη;
Σπατάλησα τα χάδια σου
τα βήματά σου δεν τα έχω καταγράψει
η καταιγίδα εσκόρπισε τις αγκαλιές σου
και κατέστρεψε τα σιλό που ήταν γεμάτα φιλιά.
Της φωνής σου ο έσχατος ήχος
χάνεται στην άμμο
και μάταια σχεδιάζω εγώ το προφίλ σου
στην παγωμένη άχνα του παραθύρου μου.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
ΟΙ ΚΑΚΙΕΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ
PIER PAOLO
PASOLINI
ΟΙ ΚΑΚΙΕΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Επηρεάζεστε συνήθως από την κακία των
ανθρώπων;
ΠΑΖΟΛΙΝΙ: Υπάρχουν κάποιες κακίες που πολύ λίγο με
επηρεάζουν. Πρέπει, ωστόσο, να ομολογήσω ότι, κάθε φορά που διαβάζω κάτι ανόητα
εναντίον μου σε κάποια εφημερίδα, παραδείγματος χάρη, ναι, υποφέρω. Οι πληγές αυτές
περνούν όμως αμέσως. Είναι πολύ διαφορετικές από αυτές που παραμένουν, αυτές
που αφήνουν σημάδι. Οι πιο σοβαρές πληγές μου εξαρτώνται από τις ιδιαίτερες και
συγκεκριμένες συνθήκες χρόνου, τόπου ή προσώπου. Δεν με νοιάζει, δηλαδή, τί
είδους κατηγορία ή κακία μου εκτοξεύεται. Ίσως επειδή εδώ και πολύ καιρό έχω
καταλάβει τούτο: ότι κατηγορούμαι πάντα για τα ίδια πράγματα.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
ΑΝ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕΙ ΚΑΠΟΤΕ ΣΤΑ ΞΑΦΝΙΚΑ Η ΚΑΡΔΙΑ ΣΟΥ
PABLO NERUDA
ΑΝ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕΙ ΚΑΠΟΤΕ ΣΤΑ ΞΑΦΝΙΚΑ
Η ΚΑΡΔΙΑ ΣΟΥ
Ἂν σταματήσει κάποτε στὰ ξαφνικὰ ἡ καρδιά σου,
ἂν κάτι πάψει νὰ κυλᾶ στὶς φλέβες σου σὰν φλόγα,
ἂν ἡ φωνὴ στὸ στόμα σου δὲν γίνεται πιὰ λέξη,
τὰ χέρια σου ἂν ξεχάσουν νὰ πετοῦν καὶ κοιμηθοῦνε.
Ματίλδε ἀγάπη μου, τὰ χείλη σου μισάνοιχτα ἄσε,
γιατὶ αὐτὸ τὸ στερνὸ φιλὶ ν’ ἀντέξει αἰώνια πρέπει·
γιὰ πάντα ἀκίνητο τὸ στόμα σου ποθῶ νὰ μείνει
καὶ στὸν δικό μου θάνατο γιὰ νὰ μ’ ἀκολουθήσει.
Φιλώντας τὸ τρελὸ γλυκό σου στόμα θὰ πεθάνω —
σφιχταγκαλιάζοντας τὸν ἀμπελώνα τοῦ κορμιοῦ σου,
τῶν σφαλισμένων σου ματιῶν γυρεύοντας τὴ λάμψη.
Εὐθὺς μόλις τὸ χῶμα θὰ δεχτεῖ τ’ ἀγκάλιασμά μας,
κι οἱ δυό μας θὰ ἑνωθοῦμε στὸν κοινό τὸν θάνατό μας,
νὰ ζήσουμε γιὰ πάντα στὸ ἕνα καὶ αἰώνϊο φιλί μας.
Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

































