ΣΑΠΦΩ
[ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΩΝ
ΓΗΡΑΤΕΙΩΝ]
Ἐσεῖς, κορίτσια, πρέπει —μὴν
τὸ ἀμελεῖτε—
τὰ ὄμορφα νὰ χαίρεστε τὰ
δῶρα τῶν ἰοστεφῶν Μουσῶν,
μὰ καὶ τοὺς ἤχους ποὺ ἀπὸ
τῆς λύρας πέτονται τὰ νεῦρα
καὶ σᾶς καλοῦν γλυκὰ-γλυκὰ
νὰ τραγουδᾶτε. Ἐμένα
τὰ γηρατειὰ ἦρθαν καὶ μοῦ
ἐχάλασαν τὸ δέρμα τὸ ἁπαλό,
τὴ μαύρη μου τὴν κόμη
κάτασπρη τὴν κάμαν τώρα·
καθημερνὰ βαραίνει ἡ ψυχή
μου, λυγᾶν τὰ γόνατά μου,
δὲν μὲ βαστοῦν τὰ πόδια
μου, τὰ πρὶν ἐλαφροπάτητα,
ποὺ σὰν μικρὰ ἐλαφάκια ἀνέμελα
πηδοῦσαν στὸ χορό.
Συχνὰ-πυκνὰ στενάζω καὶ
θρηνῶ γιὰ ὅλα τοῦτα — μὰ
σὰν τί νὰ κάνω, ἀφοῦ γερνάει
ὁ ἄνθρωπος, γερνᾶ, γερνᾶ…
Πῶς γίνεται τὸ γῆρας ν’ ἀποτρέψεις;
Κι ἂν λέει ὁ μύθος
πὼς ἡ ροδόχερη Αὐγὴ τὸν
Τιθωνό, ποὺ ἀγάπησε μ’ ἔρωτα μεγάλο,
στὰ πέρατα τοῦ κόσμου τὸν
πῆρε καὶ τὸν πῆγε
ὄμορφο καὶ νέο πάντα καὶ
δικό της νὰ τὸν ἔχει,
τὸ ξέρουμε: ἀπ’ τὰ λευκὰ γεράματα
ὁ Τιθωνὸς δὲν γλύτωσε,
κι ἂς εἶχε πλάι του ἀθάνατη
θεὰ ὁμόκλινή του.
Μετάφραση: Γιῶργος
Κεντρωτής.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου