ΣΑΠΦΩ
ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΤΘΙΔΑ
Ἐσένα Ἀτθίδα, ἡ ἀγαπητὴ Ἀνακτορία,
πέρα, μακριὰ πολὺ ἀπὸ τὶς
Σάρδεις,
ὤ πόσες και πόσες φορὲς
δὲν σ’ ἔβαζε στὸν νοῦ της,
τότε ποὺ ζούσαμε μαζί, καὶ
πάντα, ὢ πάντα,
ἐσένα σ’ εἶχε σὰν θεὰ καλή
της καὶ προστάτιδα
καὶ μὲ τὸ τραγούδι σου βαθιὰ-βαθιὰ
χαιρόταν;!
Τώρα, ἀνάμεσα ὄντας στὶς
λυδὲς κυρίες, να τη
ξεχωρίζει, ὅπως μετὰ τὸ ἡλιβασίλεμα
ἡ ροδοδάκτυλη σελήνη ξεχωρίζει,
κάνοντας τ’ ἄστρα ὅλα νά ’ν’
χλομὰ
καὶ φῶς γλυκὸ νὰ στρώνεται
καὶ στ’ ἁρμυρὰ πελάγη
καὶ στὶς στεριὲς τὶς πολυανθισμένες
—
ὄμορφα χύνεται ἡ δροσιά,
τὰ ρόδα θάλλουν,
ἀπὸ κοντὰ κι ὁ ἄνηθος ὁ τρανὰ
ἁπαλός,
μαζὶ μὲ τ’ ἄλλα χόρτα καὶ
τὸ τρυφερὸ τριφύλλι.
Πόσες και πόσες φορὲς στοὺς
περιπάτους της
δὲν σὲ θυμήθηκε, ἀλήθεια,
Ἀτθίδα; — κι ἄχ, ὁ ἵμερος
ἀνήμερος τῆς βάραινε τὰ
τρυφερά της φυλλοκάρδια.
Ἐκεῖ νὰ πᾶμε μᾶς φωνάζει,
μᾶς καλεῖ·
μὰ ἡ Νύχτα, κι ἂς ἔχει
λεπτότατη τὴν ἀκοή,
καθόλου δὲν ακούει, κι ἔτσι
δὲν φέρνει ἴσαμ’ ἐδῶ
τ’ ἀκούσματα: καλέσματα
μαζὶ καὶ παρακάλια.
Μετάφραση: Γιῶργος
Κεντρωτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου