JORGE LUIS BORGES
ΙΣΤΟΡΙΑ
ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ
Διὰ γενεῶν τε καὶ γενεῶν ἀνέδειξαν,
καθόρισαν οἱ ἄνθρωποι τὴ νύχτα.
Ἐν ἀρχῇ ἦν ἡ τύφλωσις καὶ ὁ ὄνειρος ὕπνος
καὶ ἀγκάθια ποὺ πληγῶναν τὸ γυμνὸ τὸ πόδι
καὶ τῶν λύκων ὁ τρόμος.
Οὐδέποτε θὰ μάθουμε τὴ λέξη ποιός ἐχάλκεψε,
τὸ σκοτεινὸ νὰ ὀνομάσει διάλειμμα
ποὺ τὸ λυκόφως ἀπ᾽ τὸ λυκαυγὲς χωρίζει·
καὶ οὐδἐποτε θὰ μάθουμε πότε ἔγινε ἀριθμὸς
τοῦ ἔναστρου διαστήματος.
Τὸν μύθο της ἄλλοι τὸν ἐγέννησαν.
Τὴν ἔκαναν μητέρα τῶν ἤρεμων Μοιρῶν
ποὺ κλώθουνε τὰ ριζικά, τὰ πεπρωμένα,
καὶ τῆς ἐσφάζαν μαῦρα πρόβατα θυσία
καὶ τὸν ἀλέκτορα που τὸ δικό της τέλος προαγγέλλει.
Οἴκους τῆς προσέφεραν οἱ Χαλδαῖοι δώδεκα·
καὶ οἱ Στωικοὶ κόσμους ἀπείρους.
Λατινικοὶ ἑξάμετροι τῆς δῶσαν σχῆμα καὶ μορφή,
ὅπως καὶ τοῦ Πασκὰλ ὁ τρόμος.
Ὁ Λουὶς δὲ Λεὸν τὴν εἶδε λίκνο
τῆς ταραγμένης του ψυχῆς.
Ἐμεῖς τώρα πάλι τὴ νιώθουμε ἀστείρευτη
σὰν παλιὸ κρασί,
καὶ ὅποιος τὴ σκεφτεῖ τὸν πιάνει ἴλιγγος,
καὶ ὁ χρόνος τῆς ἔχει τὴν αἰωνιότητα φορτώσει.
Καὶ νὰ σκεφτεῖς πὼς κὰν δὲν θὰ ὑπῆρχε
δίχως τοῦτα τὰ λεπταίσθητά μας ὄργανα: τὰ μάτια.
Μετάφραση:
Γιώργος Κεντρωτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου