Τετάρτη 11 Μαρτίου 2026

Η ΦΥΣΗ

 


LUIS CERNUDA

 

Η ΦΥΣΗ

 

Του αγοριού πολύ του άρεσε να παρακολουθεί υπομονετικά, μέρα τη μέρα, το αφώτιστο μπουμπούκιασμα των φυτών και των ανθέων τους. Η εμφάνιση ενός φύλλου, αξετύλιχτου ακόμα και μόλις ορατού, το μισοδιάφανο πράσινό του πλάι σ’ εκείνο το στέλεχος που δεν υπήρχε χτες, το εγέμιζαν έκπληξη, και με μάτια εντατικώς προσεκτικά, και επί πολλή ώρα, ζητούσε να κατανοήσει την κίνησή του, την αόρατη ανάπτυξή του, όπως ακριβώς άλλοι θέλουν να δουν πώς κουνάει το πουλί εν πτήσει τα φτερά του.

 

Του άρεσε να παίρνει ένα τρυφερό βλαστάρι απ’  το φυτό το γινωμένο και να το φυτεύει αλλού, χωριστά, με το χέρι του, που θαν το λαχταρούσε μαλακό και απαλό, να του χαρίζει την απαραίτητη τότε φροντίδα, να το διατηρεί τις πρώτες μέρες σε μέρος σκιερό, να του ποτίζει την άπειρη δίψα του πρωί και βράδυ όποτε έκανε ζέστη – όλο τούτα το μπόλιαζαν το αγόρι εκείνο με ελπίδα εξόχως ανιδιοτελή.

 

Και τί χαρά, σαν είδε τα φύλλα επιτέλους ν’ ανοίγουν —το απαλό τους χρώμα χάρη στη διαύγειά του φαινόταν σχεδόν φωτεινό, καθώς αναδείκνυε ανάγλυφες τις φλέβες του—, μα άρχισαν κάποια στιγμή να σκουραίνουνε σταδιακά απ’ τον χυμό που κυλούσε δυνατότερός τους από μέσα τους. Ένιωσε σαν να είχε επιτελέσει ο ίδιος το θαύμα να δώσει ζωή, να ξυπνήσει κάτω, στα θεμέλια των χωμάτων, σαν άλλος θεός, τη μορφή που προηγουμένως κοιμόταν της ανυπαρξίας τον ύπνο.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου