Τετάρτη 6 Αυγούστου 2014

ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΒΥΡΩΝΑ ΛΕΟΝΤΑΡΗ (1932-2014)





ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ


ΕΙΜΑΙ ΦΤΩΧΟΣ

Λησμονημένες χαραυγές ζητούν τα βλέφαρά σου
σε ντύνει ο ίσκιος της αγάπης μου χλωμός
δεν έχω χρώμα προσμονής – είμαι φτωχός
δεν έχω βήματα να ’ρθώ στην άκρη της καρδιάς σου

Αγέρηδες από τα πεθαμένα χαμομήλια
χτυπούν την πόρτα που χαράζει ο λογισμός
το σχήμα του αποχωρισμού – είμαι φτωχός
δεν έχω ούτε μια χαρακιά ηδονής πάνω στα χείλια

Πίσω από τις αστέρινες της νύχτας χαραμάδες
κοιτάζω πάντα την αγάπη μοναχός
έχει το μέτωπο αυγινό – κι είμαι φτωχός
λυγίσαν απ’ το βάρος του φωτός μνήμης λαμπάδες

Γέμισαν απ’ τα γιασεμιά της σιωπής σου οι κήποι
κι ωστόσο ο ουρανός μας κλείδωσε το φως
έχεις το κλίμα φεγγαριού – κι είμαι φτωχός
δεν έχω ένα παράθυρο να μην κοιτά στη λύπη

Έρχονται τα πουλιά από τη γωνιά της άρνησής σου
κι έτσι σκληρά μού κελαηδούν :  που είναι ο λωτός ;
Αχ, δεν μπορώ να σε ξεχάσω – είμαι φτωχός
δε θα ’χω χέρια δίχως την αφή της θύμησής σου

Θα ’μαι τυφλός μέσα στη λύπη δίχως τ’ όραμά σου
χωρίς την πίκρα της φυγής σου πιο ορφανός
έχεις μια θάλασσα πλατιά – κι είμαι φτωχός
δεν έχω μήτε στάχτη να χαράξω τ’ όνομά σου

Δεν θα ’χω σκέψη δίχως την ομίχλη απ’ τ’ όνειρό σου
κι ας μη με ξέρει διόλου ο ύπνος σου ο γλυκός
δεν έχω ελπίδα ζεστασιάς – είμαι φτωχός
της νιότης μου το σύννεφο λιώνει στο πρόσωπό σου

Χωρίς τη μοναξιά μου θα ’μουνα πιο μόνος
χωρίς τη σιωπή μου ακόμα πιο βουβός
γι’ αυτό ποτέ μη ξαναρθείς – είμαι φτωχός
δε φτάνει και για σε ο μικρός κι απέραντός μου πόνος

Ούτε ένα αστέρι μακρινό δε θα ’χω να σου δώσω
ούτε πεφτάστερο μάς δίνει ο ουρανός
δεν έχω κλείσει την καρδιά – μα είμαι φτωχός
πού να ’βρω άλλο φθινόπωρο στα μάτια, να σου δώσω;



Από το βιβλίο: Βύρων Λεοντάρης, «Ψυχοστασία (Ποιήματα 1949-1976)», ύψιλον / βιβλία, Αθήνα 1983, σελ. 17-18.

ΠΙΕΡΟΤΟΣ




ΡΩΜΟΣ ΦΙΛΥΡΑΣ


ΠΙΕΡΟΤΟΣ

Πιερότοι εσύ κι εγώ κι άλλοι κοντά του,
κι αυτός τόσο σωστός μ’ άσπρη ζακέτα,
παίζαμε με τη φόρμα του, ρίχναμε κάτου
τ’ ομοίωμά του –χρώμα σε παλέτα.

Φτιάναμ’ εμείς τη στάση του μαζί του,
ήταν τυχαία και το σύμβολό μας·
στο πέταγμα, στην τοποθέτησή του,
είχε τον ξένο μορφασμό και το δικό μας.

Ήταν ειρωνικός, μα και θλιμμένος,
στο παλκοσένικο ένας μώμος τραγικός,
ήταν ολοφυρόμενος, απεγνωσμένος,
σαν εμπροστά σε θαύμα, εκστατικός.

Ανάμπαιζε με τη δική του κάθε πόζα,
ενώ την είχε πάρει από τεχνίτη,
και στα κοιτάγματά του τα σκαμπρόζα
εμάντευες το δύσκολο και ψηλομύτη.

Ήταν αυτός, ολόκληρος κι ωραίος,
ανθρώπινος πολύ στη μπατιστένια
στολή του, στα κουμπιά του, φευγαλέος,
βραχνάς απ’ τους βαθύτερους στην έννοια.

Κι έξαφνα, καθώς έγερνε, ήταν όλος
μια σκεπτική κι επιγνωσμένη εικόνα,
διανοητικός κι όμως μαριόλος,
δίπλωνε χαριέστατα το γόνα.

Σα νά ’ταν ανεμπόδιστος στην πλάση,
χωρίς την ψεύτικην ευγένεια και τη γνώση,
ελεύθερος να κλάψει ή να γελάσει,
δίχως ν’ ακούσει σχόλια ή ν’ αρθρώσει.

Είχε του θετικού την παρουσία,
το ρεμβασμό ενός όντος νοητικού,
ευπρέπεια πολλή, ετοιμολογία,
κι ύφος κρυψίνου σ’ έμπασμα ιερού.

Άλλοτε είχε αυθάδεια μεγάλη
κι έπαιρνε η φάτσα του έκφραση πικρή,
περιφρονούσε τις κυρίες όπου οι άλλοι
θαυμάζανε, και του φαινόντουσαν μικροί!

Είχε χολή σε υπόσταση πανένια,
πλαστογραφούσε υπόκριση ρητή,
κι εσυγχιζότανε σα νιόκοπη γαρντένια
με τεχνητή καμέλια στο κουτί.

Είχε πρωθύστερη η μορφή του σημασία,
κι όμως μας απατούσε όλους μαζί,
κι ενώ ήταν άνθρωπος σωστός, ουσία
γυρεύαμε και θέλαμε να ζει...



Από το βιβλίο: «Ρώμος Φιλύρας. Μια παρουσίαση από τον Γιάννη Δάλλα», Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 1999, σελ. 45-46.

ΕΝΤΣΕΝΣΜΠΕΡΓΚΕΡ!




HANS MAGNUS ENZENSBERGER


A

Bevor du B sagst, verweile doch,
horch, bedenk,
was du gesagt hast. Ein Vokal,
der wenig bedeutet,
viel in Bewegung setzt.
Einmal den Mund aufgemacht,
und du treibst deine sterbliche Hülle
zu Leistungen an
von kosmischer Komplexität:
ganze Kaskaden von Reizen,
Berechnungen, Turbulenzen,
hinter dem Rücken dessen,
der Ich ist – vom Gehirn,
das nicht redet
und jeder Wissenschaft spottet,
zu schweigen.

Τρίτη 5 Αυγούστου 2014

ΜΙΚΡΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ




ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ


ΜΙΚΡΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Ὁ παλιός μας Ἔρωτας,
μὲ τὰ βάσανά του,
ὁ καλός μας Ἔρωτας,
ἦταν τοῦ θανάτου.

Δέκα χρόνια στὴ σειρά,
δίχως νὰ τὸ ξέρει,
δέκα χρόνια στὴ σειρά,
μᾶς κρατοῦσε ταίρι.

Μᾶς βαστοῦσε συντροφιά,
μᾶς κρατοῦσε ταίρι,
δέκα χρόνια στὴ σειρὰ
κι ἕνα καλοκαίρι...

Μὰ ὅπως ὅλα μᾶς περνοῦν
καὶ χαρὲς καὶ πόνοι,
νὰ μιὰ μέρα ποὺ κι αὐτός,
ἄρχισε νὰ λιώνει.

Κι ἕνα βράδυ σκοτεινό,
βράδυ πικραμένο,
καθὼς εἶχα κουραστεῖ
νὰ σὲ περιμένω,

δίχως λέξη νὰ μοῦ πεῖ,
γύρισε στὴ μπάντα,
σφάλισε τὰ μάτια του
κι ἔσβησε γιὰ πάντα...



Από το βιβλίο: Ναπολέων Λαπαθιώτης, «Ποιήματα», Εκδόσεις Ζήτρος Θεσσαλονίκη, 1997, σελ. 154.




Η ΑΛΕΚΑ ΜΑΒΙΛΗ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΓΙΑΝΝΗ ΣΠΑΝΟ: Ο ΠΑΛΙΟΣ ΜΑΣ ΕΡΩΤΑΣ