Κυριακή 3 Αυγούστου 2014

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΤΟ 1975 ΑΠΕΒΙΩΣΕ Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ




ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ


Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ ΣΤΟΝ ΠΟΡΟ

Και να που φάνηκε ο Ανδρέας Εμπειρίκος
στον Πόρο
τα δάχτυλά του κίτρινα καμένα απ’ τα τσιγάρα
τσιγάρα να καίνε σαν κεριά
γύρω γύρω στα τραπέζια
τσιγάρα πάνω στις καρέκλες
τσιγάρα παντού
κι άγρια κόκκινα ποδήλατα να περπατάνε..
Ωραίος σαν αετός ο Εμπειρίκος
τα μάτια του να καίνε.
– Πώς απ’ τον Πόρο, Αντρέα; –
εσύ πάντα πήγαινες στην Άνδρο.
– Κι εσύ, Μίλτο, έπρεπε να ήσουνα
στην Ύδρα, γιατί στον Πόρο;
Και τότε έσκασε εκείνο το ωραίο
το φοβερό γέλιο του·
πετάχτηκαν τρομαγμένα τα σπουργίτια
ένα σύννεφο σπουργίτια
πέρα απ’ το θάνατό του.



Από την ποιητική συλλογή: «Εκτοπλάσματα» (1986).
Από το βιβλίο: Μίλτος Σαχτούρης, «Ποιήματα (1980-1998)», Κέδρος Αθήνα 2001, σελ. 47.

ΠΛΟΗΓΟΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ




ΣΤΕΛΙΟΣ Θ. ΜΑΦΡΕΔΑΣ


ΠΛΟΗΓΟΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ

Μεσάνυχτα!
Και ψάχνω πρόσχημα λατρείας
για να 'ναι του ονείρου μου η συνέχεια χωρίς διακοπή.

Νηφάλιος στην κλίνη γέρνω
ω! στο βάζο οι τουλίπες σου πώς έχουνε αναστηθεί!
Κανέναν ξένο φόβο πια δεν λογαριάζω,
σε ατόφιο σκοτάδι θα περιπλανηθώ
την ξεχασμένη γοητεία του ονόματος να ξαναζήσω.
Δικαίωμα οράσεως μες στην ομίχλη των βουνών,
ευνοημένος τάχα των σκιών
ξεκόβει από μακριά η παντομίμα του θανάτου.

Τραχύ το επιφώνημα, η νύχτα τα χρώματα ακυρώνει –
βύθιος τόπος, αναδιπλώνομαι,
κατάδυση με ακέραια την ανάσα,
τα μάτια ανοιχτά – κλειστά τα βλέφαρα
το ίδιο πηχτό σκοτάδι,

για σένα ελεύθερη η είσοδος
– κυκλοφορείς σαν οπτασία,

και όταν αποκοιμηθώ
αθόρυβα και στοργικά θα με σκεπάσεις.



Από το βιβλίο: Στέλιος Θ. Μαφρέδας, «Επιβάτης πορθμείο»υ, Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 2014, σελ. 33.


ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΤΖΕΝΙΣ ΤΖΟΠΛΙΝ




ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η JANIS JOPLIN: COZMIC BLUES

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΑΪΔΑ ΔΕΝΙΣ




ΤΡΑΓΟΥΔΑΗ AIDA DENIS: NUESTRA NOCHE

Σάββατο 2 Αυγούστου 2014

ΜΠΟΡΧΕΣ!




JORGE LUIS BORGES


EL INSTANTE

¿Dónde estarán los siglos, dónde el sueño
de espadas que los tártaros soñaron,
dónde los fuertes muros que allanaron,
dónde el Árbol de Adán y el otro Leño?

El presente está solo. La memoria
erige el tiempo. Sucesión y engaño
es la rutina del reloj. El año
no es menos vano que la vana historia.

Entre el alba y la noche hay un abismo
de agonías, de luces, de cuidados;
el rostro que se mira en los gastados

espejos de la noche no es el mismo.
El hoy fugaz es tenue y es eterno;
otro Cielo no esperes, ni otro Infierno.

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΤΙΜΙ ΓΙΟΥΡΟ




ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η TIMI YURO: JUST SAY I LOVE HIM

Παρασκευή 1 Αυγούστου 2014

ΑΛΛΕΝ ΓΚΙΝΣΠΕΡΓΚ!




ALLEN GINSBERG

 



IN BACK OF THE REAL

railroad yard in San Jose
I wandered desolate
in front of a tank factory
and sat on a bench
near the switchman's shack.

A flower lay on the hay on
the asphalt highway
--the dread hay flower
I thought--It had a
brittle black stem and
corolla of yellowish dirty
spikes like Jesus' inchlong
crown, and a soiled
dry center cotton tuft
like a used shaving brush
that's been lying under
the garage for a year.

Yellow, yellow flower, and
flower of industry,
tough spiky ugly flower,
flower nonetheless,
with the form of the great yellow
Rose in your brain!
This is the flower of the World.

ΝΕΟ ΑΣΤΕΡΙ!


Η κ. Σοφία Βούλτεψη εδήλωσε (μεταξύ άλλων):

Ουδείς επιχαίρει. Το αντίθετο: Η Ελλάδα αισθάνεται θλίψη για τα δεινά του λαού της Αργεντινής, στα οποία οδηγήθηκε από τις επιλογές των κυβερνήσεών του.

Στην Ελλάδα τί ακριβώς συνέβη κατά τη γνώμη της διαφορετικό από το "οδηγήθηκε από τις επιλογές των κυβερνήσεών της";



ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ ΤΗΣ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ ΠΑΛΙΑ ΚΑΙ ΝΕΑ ΩΔΗ




ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ


ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ ΤΗΣ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ
ΠΑΛΙΑ ΚΑΙ ΝΕΑ ΩΔΗ

Τόσο μου ομόρφυνες τη δυστυχία – που ξέρω:
Μόνο σε Σένα θα το πω παλιά θαλασσινή Σελήνη μου.

Ήτανε στο νησί μου κάποτες κει που αν δε γελιέμαι
Πριν χιλιάδες χρόνους η Σαπφώ κρυφά  
Σ’ έφερε μες στον κήπο του παλιού σπιτιού μας
Κρούοντας βότσαλα μες στο νερό ν’ ακούσω
Πως σε λένε Σελάνα και πως εσύ κρατείς
Επάνω μας και παίζεις τον καθρέφτη του ύπνου.

Πως ανάσκελα θυμάμαι βγαίνοντας ο Ιούλιος
Μέσ’ από τις μαγνόλιες του Παραδείσου
Σ’ έβλεπα να κατεβαίνεις κει που έλαμπε η χαβούζα
Και μυγάκια πάνου από τα σαπισμένα φύλλα
Μυριάδες φωσφόριζες! Πώς μετέωρα όλα! Και βαθύς
Ο θόρυβος της ρόδας μες στη νύχτα...

Ή φορές που μου έφερνες την κουκουβάγια
Ώς μέσα στη μοναχική μου κάμαρα
Σηκώνοντας σκιές από τα έπιπλα
Να με τρομάξεις. Όμως τί θα πει νεκρός δεν ήξερα

Τί θα πει Καιρός τί Οπτασία
Τί το ασήμωμα της Παναγίας επάνω στα νερά
Τα μεγάλα ιερογλυφικά στην όψη σου
Η Αγάπη κι ο Θάνατος – να πω δεν ήξερα...

Κι ήμουν τόσο θλιμμένος! Μόνο που ήταν νύχτα
Μόνο που έσταζαν τα φύλλα μόνο που ανεξήγητα
Είχα μες στη Μητέρα κατεβεί
Της ηχώς το βάθος το άπατο
Και το μαύρο κομμάτι που αποσπούσε
Από μέσα μου κι έριχνε μες στο πηγάδι
Και το χώμα που έθρυβε κάτω απ’ το πέλμα μου
Σαν παγόνι φουσκώνοντας το δεντρολίβανο
Μόνο που αδημονούσαν μόνο που πίεζαν το στήθος μου
Ένιωθα ν’ αναβλύζουν δάκρυα...

Μακριά στα σπίτια με την ασημένια στέγη
Τ’ άλλα παιδιά τ’ ανέβαζε η φωνή
Τ’ ανέβαζε η φωνή τους με τη φυσαρμόνικα
Μόνος εγώ στα σκαλοπάτια σαν διωγμένος έκλαιγα
Και σε παρακαλούσα: πάρε με πάρε με στην αγκαλιά σου
Και παρηγόρησέ με που γεννήθηκα!

                                            *

Όχι που ήμουν άτυχος – θέλω να πω
Που τα χρόνια επάνω μου δεν έπιαναν σαν το νερό
Και τα λόγια μου μέσα στο φως πηδώντας
Όμοια ψάρια να φτάσουν λαχταρίζανε
Μες στον άλλο ουρανό – Μα που πια κανείς κανείς
Ν’ αναγνώσει δε γνώριζε Παράδεισο

Παλιά θαλασσινή Σελήνη μου μόνο σε Σένα θα το πω
Γιατί μου ομόρφυνες τη δυστυχία – και ξέρω:

Το παλιό μου σπίτι ακόμη κατοικώ
Και στα ίδια τριξίματα τρομάζω
Και τις νύχτες πάλι βγαίνοντας ο Ιούλιος
Τυλιγμένος τη μαύρη πρασινάδα σου παραμιλώ
Έφυγαν έφυγαν ένας αέρας οι άνθρωποι
Στους βαθείς κρυφούς κυπαρισσώνες
Έν’ αργό ανατρίχιασμα η συρτή που η Νύχτα
Μες στα φύλλα τραβάει όλο σπιθίσματα

Όμως πού το «χάρμα»; Πού η «νέα ζωή»;
Αλλά μάρτυς ήμουνα όταν στα τρίτα ύψη
Ένα ένα ξυπνούσαν τα λιόφυτα του αέρος
Κι ο μισός εμένα έξω απ’ τον Καιρό
Την κοιλάδα που μόκρυψεν ο Θάνατος
Πάλι ν’ αντικρίσω. Τον σαπφείρινο γύρω μου Ζωδιακό.

Έτσι μακριά στη γη. Ροές της θάλασσας
Και βασκανείες του καπνού των κήπων. Αλλά τί
Κόπος ο ποιητής με τ’ αδειανά του χείλη
Ολοένα πίσω από τη θλίψη του: το Ανείπωτο.
Πάρε με πάρε με στην αγκαλιά σου
Και παρηγόρησε με που γεννήθηκα.

Ότι τόσο ελαφρύ στα φρύγανα το πάτημα ήταν
Τόσο μπλάβα τα λουλούδια. Τόσο η στάλα των ματιών
Ωραία μετά που η ευτυχία χάθηκε
Μακριά μες στα θαλασσινά χαράματα
Το φιλί που εκράτησα όσο το αστέρι μου έσχιζε
Την πλαγιά του Αυγούστου τόσο καθαρό
Τόσο πικρή στη φούχτα μου η γαλήνη
Τόσο οι άνθρωποι μαύροι και μικροί
Με το πόδι εμπρός που ολοένα παν
Παν κατευθείαν για τον Κωκυτό και τον Πυριφλεγέθοντα!


1953


Από τη συλλογή: «Τα ετεροθαλή» (1974).
Από το βιβλίο: Οδυσσέας Ελύτης, «Ποίηση», Ίκαρος, Αθήνα 2002, σελ. 333-335.


ΣΑΝ ΑΠΟΚΛΗΡΟΣ ΓΥΡΙΖΩ




Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΜΠΕΛΛΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΒΑΣΙΛΗ ΤΣΙΤΣΑΝΗ: ΣΑΝ ΑΠΟΚΛΗΡΟΣ ΓΥΡΙΖΩ

ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΑΝΟΙΓΩ ΤΟ ΒΡΑΔΥ





Ο ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΤΑΣΟ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗ


ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΑΝΟΙΓΩ ΤΟ ΒΡΑΔΥ

Την πόρτα ανοίγω το βράδυ,
τη λάμπα κρατώ ψηλά,
να δούνε της γης οι θλιμμένοι,
να 'ρθούνε, να βρουν συντροφιά.

Να βρούνε στρωμένο τραπέζι,
σταμνί για να πιει ο καημός
κι ανάμεσά μας θα στέκει
ο πόνος, του κόσμου αδερφός.

Να βρούνε γωνιά ν' ακουμπήσουν,
σκαμνί για να κάτσει ο τυφλός
κι εκεί καθώς θα μιλάμε
θα 'ρθεί συντροφιά κι ο Χριστός.

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΖΑΝΝΑ ΜΠΙΤΣΕΦΣΚΑΓΙΑ




ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η Жанна Бичевская: Уже вечер