Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2009

ΑΝΑΓΚΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΩΣ


ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΟΣ


ΚΟΥΒΕΝΤΙΑΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΑΡΧΙΛΟΧΟ


Και μού ’λεγε ο Αρχίλοχος:
«Μετάφρασέ τα στη δική μου γλώσσα
να δω επιτέλους τί γράφετε κι εσείς.
Κυρίως θέλω να μου εξηγήσεις
αυτές τις λέξεις που μοιάζουν για ελληνικές
και όμως με μπερδεύουν.
Τί πάει να πει λοιπόν
“τηλεόραση”, “κυβερνητική”, “τεχνοκρατία”;
Τις άλλες άσ’ τες όπως είναι,
από “οικονομία”, “πόλεμο”, “ψυχανάλυση”
κάτι κι εγώ καταλαβαίνω.»



Δημοσιεύθηκε στο αθηναϊκό περιοδικό Poetix, τχ. 2 (χειμώνας 2009-2010), σελ. 133.

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΣΟΥΑΝΤ ΜΑΣΣΙ


ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η SOUAD MASSI: YA KELBI

ΓΙΑΝ ΣΚΑΤΣΕΛ!





JAN SKÁCEL (1922-1989)


VERŠE

Nikdy se nedostanu tam,
kam přesahuje v červencové noci strom.
To vím a letní noc mne učí dál.

U starých silnic včera káceli
a nikdo nevyhrabal z trávy vlhké třísky.
A bez ohně je práce dřevorubců smutná.

Tak proč bych kazil verš. Je vykácený.
Snad ještě dobýt z hlíny pařezy.
Vykopat temné stromořadí jam.



Από την ποιητική συλλογή «Smuténka», 1965.


Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Patrizia Hnatek.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΑΛΕΞΕΗ ΚΟΥΖΝΕΤΣΩΦ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο Алексей Кузнецов


В землянке


Бьется в тесной печурке огонь,
На поленьях смола, как слеза.
И поет мне в землянке гармонь
Про улыбку твою и глаза.

Про тебя мне шептали кусты
В белоснежных полях под Москвой.
Я хочу, чтобы слышала ты,
Как тоскует мой голос живой.

Ты сейчас далеко, далеко,
Между нами снега и снега.
До тебя мне дойти не легко,
А до смерти - четыре шага.

Пой, гармоника, вьюге назло,
Заплутавшее счастье зови.
Мне в холодной землянке тепло
От моей негасимой любви.



Τραγούδι του 1942.

Ο ΣΚΟΛΥΜΠΡΟΣ ΤΗΣ ΑΜΜΟΥΔΙΑΣ


VICTOR HUGO


ΛΟΓΙΑ ΣΤΗΝ ΑΜΜΟΥΔΙΑ


Τώρα που λιώνει μου ο καιρός ως λιώνει μια λαμπάδα,
Τώρα που τίποτ' άλλο πια δεν έχω εδώ να κάμω,
Τώρα που πάω κ' είμαι κοντά στο μνήμα, με τα πένθη
και με τα χρόνια,

Τώρα στον ουρανό που τ' όνειρο είταν της ορμής μου
που, βλέπω, ρουφημένες φεύγουν απ' τη νύχτα, σάμπως
από του περασμένου το δρολάπι, ωραίες πόσες
χτυπητές ώρες,

Λέω τώρα: «Σήμερα θρίαμβος, κι αύριο τα πάντα ψέμμα».
Με αδράχνει η λύπη και γυρνώ και περπατώ στην άκρη
Του γιαλού εκεί προς τα βαθιά τα κύματα, σκυμμένος
ονειροπλέχτης...

... Όλα μου τ' άδειασαν και ζωή κι έρωτα, χαρά, ελπίδα,
Προσμένω, αποζητώ, ικετεύω τα λαγήνια μου όλα
τα γέρνω αράδα για να ιδώ μέσα τους καμιά στάλα
κι αν απομένη.

Πώς γειτονεύει η θύμηση με το που τρώει σαράκι!
Στο θρήνο πως μας ξαναφέρνουν όλα, και είσαι πόσο,
Θάνατε, της ανθρώπινης της πόρτας μαύρε σύρτη,
κρύος που σ' αγγίζω!

Και σκέπτομαι, τον άνεμο που, ακούω, πικροβογγάει,
που ξεδιπλώνει το κύμα αμέτρητο. Γελάει
το καλοκαίρι, ο σκόλυμπρος της αμμουδιάς, γαλάζιο,
λουλούδι, ανθίζει.



Μετάφραση: Κωστής Παλαμάς.

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΓΙΟΒΑΝΝΑ


ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΓΙΟΒΑΝΝΑ


ΧΟΡΕΨΑΝ Τ’ ΑΣΠΡΑ ΠΟΥΛΙΑ


Ήταν γραφτό να γενεί τόση ταραχή
μια Κυριακή που ο ήλιος δεν είχε βγει το πρωί.
Δυο περιστέρια λευκά είχαν κατεβεί
και στα μαλλιά σου είχαν πλέξει χρυσή φωλιά,
χόρεψαν, χόρεψαν, χόρεψαν τ' άσπρα πουλιά.

Τί θα πει, τί θα πει "δυο πουλιά στα μαλλιά"
μόνο εγώ θα σ' το πω
μια που μονάχα εγώ σ' αγαπώ:

Η μικρή σου λευκή καρδιά
απ' τον ήλιο ζητά ζεστά, χρυσά φιλιά
και πετάς και πετάς, πετάς
και μαζί σου κι εγώ πετώ
το χέρι όταν σου κρατώ.

Ήταν γραφτό να γενεί τόση ταραχή
μια Κυριακή που ο ήλιος δεν είχε βγει το πρωί.
Δυο περιστέρια λευκά είχαν κατεβεί
και στα μαλλιά σου είχαν πλέξει χρυσή φωλιά,
χόρεψαν, χόρεψαν, χόρεψαν τ' άσπρα πουλιά.

Τί θα πει, τί θα πει "δυο πουλιά στα μαλλιά"
μόνο εγώ θα σ' το πω
μια που μονάχα εγώ σ' αγαπώ:

Σε αστέρια ζητάς να πας
στη χαρά τα φτερά ν' ανοίξεις λαχταράς,
να ο ήλιος είναι για μας,
σ' αγαπώ, σ' αγαπώ πολύ
λευκό μου, τρελό πουλί.



Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος.
Στίχοι: Ίων Νταϊφάς.

Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2009

ΜΙΑ ΣΚΕΤΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ...


ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


Η ΧΑΜΕΝΗ ΥΠΕΡΒΟΡΕΙΟΣ

Το μάθαμε καλά πως Υπερβόρειος διόλου δεν υπάρχει
πέρα από τις Ριπαίες οροσειρές, όσο κι αν τα γλαυκά όριά της,
ανάλογα με τις πιο πρόσφατες ανακαλύψεις των γεωγράφων,
μετακινούνταν όλο πιο μακριά.
              Σήμερα βεβαιώθηκε:
μια σκέτη φαντασία η χώρα απ’ όπου μάς ερχόντανε
οι κύκνοι και τα ορτύκια, όπου οι σεμνόπρεπες κόρες
Λαοδίκη και Υπερόχη ετοίμαζαν για τους θεούς
τα πρώτα φρούτα της σοδειάς, προσεχτικά τυλίγοντάς τα
σ’ άχυρο σίτου και λεπτό χαρτί.
              Και τώρα αναρωτιόμαστε
πού τάχατε ν’ αποδημεί ο Απόλλωνας κάθε χειμώνα
με τ’ άρμα του που τό ’σερναν λάμποντες κύκνοι και γρύπες,
κρούοντας τη χρυσή του λύρα, όταν εμείς μήνες και μήνες
μάταια κατά το Μάρτη καρτερούσαμε το γυρισμό του
συντάσσοντας μέσα στο κρύο τούς γιορτινούς του παιάνες;
Ή μήπως πια ούτε Απόλλωνας ούτε και λύρα υπάρχει;

Ωστόσο ακόμη συνεχίζουμε τον μισοτελειωμένο παιάνα
αφήνοντας ένα κενό στου ονόματος το μέρος, μήπως
βρεθεί κανένα νέο και το προσθέσουμε την ύστατη ώρα,
πάντοτε με το φόβο μήπως ο αριθμός των συλλαβών του,
μικρότερος ή μεγαλύτερος, μας χαλάσει το μέτρο.


                  Καρλόβασι, 7.VI.69


Από τη συλλογή «Επαναλήψεις, σειρά Τρίτη».
Από το βιβλίο: Γιάννης Ρίτσος, «Ποιήματα», τ. Ι, Κέδρος, Αθήνα 1989, σελ. 88.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΥΦΛΟΥΖΕΛΗΣ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΥΦΛΟΥΖΕΛΗΣ


ΠΟΥ 'ΣΟΥΝ ΜΑΓΚΑ ΤΟ ΧΕΙΜΩΝΑ


Πού 'σουν μάγκα το χειμώνα βρε
πού 'σουν μάγκα το χειμώνα
μάγκα πού 'σουν το χειμώνα
πού την έχεις την κρυψώνα

Ήμουνα στη γη βελόνι
ήμουνα στη γη βελόνι
ήμουνα στη γη βελόνι
που πατάς και σε αγκυλώνει

Μπάρμπα Γιάννη σαν πεθάνεις
μπάρμπα Γιάννη σαν πεθάνεις
μπάρμπα Γιάννη σαν πεθάνεις
το τζουρά τί θα τον κάνεις

Μπάρμπα Γιάννη μπάρμπα Πέτρο
μπάρμπα Γιάννη μπάρμπα Πέτρο
μπάρμπα Γιάννη μπάρμπα Πέτρο
δεν θα παντρευτούμε και φέτο

Άναψε το και σβήσε το
άναψε το μπάρμπα Πέτρο
άναψε το μπάρμπα Πέτρο
το κερί το σπαρματσέτο

Εγώ τ' ανάβω εκείνο σβήνει
εγώ τ' ανάβω εκείνο σβήνει
εγώ τ' ανάβω εκείνο σβήνει
το κερί το κακομοίρι

ΜΠΡΕΤΟΝ!



ANDRÉ BRETON


L’UNION LIBRE


Ma femme à la chevelure de feu de bois
Aux pensées d'éclairs de chaleur
A la taille de sablier
Ma femme à la taille de loutre entre les dents du tigre
Ma femme à la bouche de cocarde et de bouquet d'étoiles de dernière grandeur
Aux dents d'empreintes de souris blanche sur la terre blanche
A la langue d'ambre et de verre frottés
Ma femme à la langue d'hostie poignardée
A la langue de poupée qui ouvre et ferme les yeux
A la langue de pierre incroyable
Ma femme aux cils de bâtons d'écriture d'enfant
Aux sourcils de bord de nid d'hirondelle
Ma femme aux tempes d'ardoise de toit de serre
Et de buée aux vitres
Ma femme aux épaules de champagne
Et de fontaines à têtes de dauphins sous la glace
Ma femme aux poignets d'allumettes
Ma femme aux doigts de hasard et d'as de cœur
Aux doigté de foin coupé
Ma femme aux aisselles de martre et de fênes
Se nuit de la Saint-Jean
De troène et de nid de scalares
Aux bras d'écume de mer et d'écluse
Et de mélange du blé et du moulin
Ma femme aux jambes de fusée
Aux mouvements d'horlogerie et de désespoir
Ma femme aux mollets de moelle de sureau
Ma femme aux pieds d'initiales
Aux pieds de trousseaux de clés aux pieds de calfats qui boivent
Ma femme au cou d'orge imperlé
Ma femme à la gorge de Val d'Or
De rendez-vous dans le lit même du torrent
Aux sein de nuit
Ma femme aux seins de taupinière marine
Ma femme aux seins de creuset de rubis
Aux seins de spectre de la rosé sous la rosée
Ma femme au ventre de dépliement d'éventail des jours
Au ventre de griffe géante
Ma femme au dos d'oiseau qui fuit vertical
Au dos de vif argent
Au dos de lumière
A la nuque de pierre roulée et de craie mouillée
Et de chute d'un verre dans lequel on vient de boire
Ma femme aux hanches de nacelle
Aux hanches de lustre et de pennes de flèches
Et de tiges de plumes de paon blanc
De balance insensible
Ma femme aux fesses de grès et d'amiante
Ma femme aux fesses de dos de cygne
Ma femme aux fesses de printemps
Au sexe de glaïeul
Ma femme au sexe de placer et d'ornithorynque
Ma femme au sexe d'algue et de bonbons anciens
Ma femme au sexe de miroir
Ma femme aux yeux pleins de larmes
Aux yeux de panoplie violette et d'aiguille aimantée
Ma femme aux yeux de savane
Ma femme aux yeux d'eau pour boire en prison
Ma femme aux yeux de bois toujours sous la hache
Aux yeux de niveau d'eau de niveau d'air de terre et de feu



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Victoria Silvstedt.

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Ο ΡΕΝΤΣΟ ΑΡΜΠΟΡΕ


ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ Ο RENZO ARBORE KAI H ORCHESTRA ITALIANA


LUNA ROSSA


Vaco distrattamente abbandunato,
l'uocchie sotto 'o cappiello annascunnute,
mane int'a sacca e bavero aizato,
vaco fiscann'a 'e stelle ca so' asciute.
E 'a luna rossa me parla 'e te...
Io le domando si aspiette a me
e me risponne: "si 'o vvuò sapè...
cca nun ce sta nisciuna!"
E io chiammo 'o nomme pe te vedè,
ma tutt'a gente ca parla 'e te
risponne: "è tarde, che vvuò sapè!?
Cca nun ce sta nisciuna!"
Luna rossa... chi me sarrà sincera?
Luna rossa... se n'è gghiuta ll'ata sera senza me vedè!
E io dico ancora ca aspetta a me
fore 'o balcone stanotte 'e tre
e prega 'e sante pe me vedè
...ma nun ce sta nisciuna!
E io chiammo 'o nomme pe te vedè
ma tutta 'a gente ca parla 'e te
risponne: "è tarde, che vvuò sapè!?
Cca nun ce sta nisciuna!"
E 'a luna rossa me parla 'e te...
io le domando si aspiette a me
e me risponne: "si 'o vvuò sapè...
cca nun ce sta nisciuna!"
Cca nun ce sta nisciuna!
Cca nun ce sta nisciuna!



Στίχοι: Vincenzo de Crescenzo.
Μουσική: Antonio Vian.

ΣΚΑΝΔΑΛΟ ΚΑΙ ΜΩΡΙΑ


Τ.Κ. ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ


ΕΙΣ ΗΧΟΝ ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟΝ


Πληρούται η ασματογράφος φωνή,
τώρα, που οι πρόσκαιροι ίσκιοι αναλυθήκαν
στο απρόσιτο το φως της μιάς Αυγής.

Μη δα οι νεκροί θα Σε παινεύαν;
ζωντανοί τώρα εμείς θα Σε παινέψουμε.
Μη δα οι ψυχροί, που είχε στερέψει το αίμα τους;
Σε μας λαχαίνει να γευτούμε
την ευδοκία του Παντοκράτορα, ευχή των γηγενών.
Σε μας λαχαίνει να τονίζουμε
με γεγονθία φωνή κι' ασματικά το
«θάνατος φρούδος ώφθη», και ποιός θα τό 'λεγε,
λίγες ώρες πρωτύτερα, τότε που σχίζετο
το Καταπέτασμα και τα Ξαφτέρυγα συνοφρυούντο.
Όχι, δε φεύγουμε κι' εμείς, ένας ένας,
δε θα μαυρίσει ο κόσμος τούτος ολοτελώς,
δε θ' αποτραβηχτούμε στους Κυπαρισσώνες.

Κρατώντας το καλάμι του με το χουνί
και το σφουγγάρι, απόκοσμη εικόνα
άγνωμου Λογχιστή του Γολγουθά,
σβήνει ο Εκκλησιάρης ένα ένα,
ύστερ' απ' την Απόλυση τα κεριά του Βωμού.
Εκεί που έλαμπες, Θεέ μου, και χοροστάτεις,
σκοτάδια γίνονται. Κρυφή γωνιά
φωτίζει τώρα μονάχα την πηγή του Ελέους
ένα καντήλι, έσχατο χνάρι λατρείας,
κι' ό,τι κρατάει από το ευώδες θυμίαμα.
Σφαλνάνε κι' οι πυλώνες, μονάζει το καμπαναριό.

Όχι έτσι εμείς: τους νιοσκαμμένους τάφους
θα τους ανοίγουν οι νεκροί για τους νεκρούς τους,
άφετε τούτους θάπτειν, όχι εμείς,
«την των Ελλήνων νεκράν φωνήν καταθάπτει
»όλος ο Δήμος των Αποστόλων, καθώς θεολογεί».
Ας καταθάπτει, αλλά όχι εμείς.
Είπαν και τούτο το στενόκαρδο,
σε ώρα υψηγορίας: «Ο Πέτρος ρητορεύει,
»ο Πλάτων κατεσίγησε· διδάσκει Παύλος,
»Πυθαγόρας έδυσεν». Αλλά όχι εμείς
δεν θα το πούμε. Και Πέτρο κηρύσσουμε,
και Πυθαγόρα με τα τρίγωνα. Και τον Ταρσέα Παύλο
και Πλάτωνα υψιπέτη και όλους τους ομίλους
άχρονους και πνευματικούς, κι όλους τους εις Χριστόν,
Εβραίων κι' Ελλήνων σκάνδαλο και μωρία,
Ιησούν Χριστόν και τούτον Εσταυρωμένον,
Ιησούν Χριστόν με λάβαρο και που αληθώς
ανέστη, η ορθή και ζώσα καταλαλιά
για υπναλέους ψεύτικους μάρτυρες
που σκυθρωπάζουν, φρουρούς
περιδεείς και δωρολήπτες.

Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2009

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΤΑΛΑΡΑΣ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΤΑΛΑΡΑΣ


ΗΤΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΙΚΟΣ ΜΑΣ


Ήταν άνθρωπος δικός μας
φίλος κι αδερφός μας χάθηκε μακριά
Αν τον δεις μέσα στη νύχτα
πες του έχε γεια

Παραθύρι μου κλειστό
πώς να το συλλογιστώ
ήταν η καρδιά του κήπος με πουλιά
άνοιγε και μπαίναν τα φτωχά παιδιά

Ποιός θυμάται και δεν κλαίει
τα μεγάλα βράδια με γλυκό κρασί
αν τον δεις τον αδερφό μας
μίλα του κι εσύ

Παραθύρι μου κλειστό
πώς να το συλλογιστώ
ήταν η καρδιά του κήπος με πουλιά
άνοιγε και μπαίναν τα φτωχά παιδιά



Στίχοι & μουσική: Γιάννης Μέτσικας.
Τραγούδι του 1971.

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ





ΧΙΛΝΤΑ ΧΙΛΣΤ!





HILDA HILST


DEZ CHAMAMENTOS AO AMIGO


Se te pareço noturna e imperfeita
Olha-me de novo. Porque esta noite
Olhei-me a mim, como se tu me olhasses.
E era como se a água
Desejasse

Escapar de sua casa que é o rio
E deslizando apenas, nem tocar a margem.

Te olhei. E há tanto tempo
Entendo que sou terra. Há tanto tempo
Espero
Que o teu corpo de água mais fraterno
Se estenda sobre o meu. Pastor e nauta

Olha-me de novo. Com menos altivez.
E mais atento.



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε ο εικονιζόμενος φίλος του ιστολογίου κ. Λεονάρντο. Τον ευχαριστούμε πολύ και τον παρακαλούμε να μας ξαναστείλει.

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΣΙΛΒΑ ΠΙΣΑ


ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η SILVA PISA


NACÍ EN ALAMO


No tengo lugar
No tengo paisaje
Yo me no tengo patria

Con mi dedo, hago el fuego
y con mi corazón te canto
la cuerda de mi corazón llora

Nací en Álamo
Nací en Álamo

No tengo lugar
No tengo paisaje
Yo me no tengo patria

No tengo lugar
No tengo paisaje
Yo me no tengo patria

Con mi dedo, hago el fuego
y con mi corazón te canto
la cuerda de mi corazón llora

Nací en Álamo
Nací en Álamo

No tengo lugar
No tengo paisaje
Yo me no tengo patria

Nací en Álamo
Nací en Álamo

No tengo lugar
No tengo paisaje
Yo me no tengo patria

No tengo lugar
No tengo paisaje
Yo me no tengo patria

Nací en Álamo
Nací en Álamo

No tengo lugar
No tengo paisaje
Yo me no tengo patria