Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2009

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΟΥΝΤΟ ΛΙΝΤΕΝΜΠΕΡΚ



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο UDO LINDENBERG


REEPERBAHN


Ich komm herum - hab viel gesehn
Istanbul - New York - Athen
Doch überall bin ich 'n bißchen traurig
Auch in Rio im Abendwind
In jedem Arm ein schönes Kind
Immer bin ich irgendwie so traurig
Oder in München, in so 'nem Doofbräuhaus
Frag ich mich leicht bedröhnt: wo bin ich bloß zuhaus?!

Ich stehe cool in Venezia
Mit 'nem drink in Harry's Bar
Und wieder bin ich irgendwie so traurig
In 'ner lauen Nacht in Kairo
Küß ich die Töchter des Pharao
Und bin trotzdem irgendwie so traurig
Ich höre Opern in Bayreuth
Da fehlt mir eine Kleinigkeit
Und irgendwie bin ich wieder so traurig
Ich weiß nicht, warum ich nicht so richtig happy bin
Und nach 'ner Weile kommt's mir wieder in den Sinn

Da gibt es so 'nen Boulevard
Die große Freiheit auch ganz nah
Und ich weiß, mich zieht's zum Kiez

Reeperbahn - ich komm an
Du geile Meile, auf die ich kann
Reeperbahn - alles klar
Du alte Gangsterbraut, jetzt bin ich wieder da

Davidswache - Schmidts - Docks - Chicago - Café Keese
Top Ten - Salmob - Freiheit 36 - Tropical Brazil
La Paloma - Mary Lan's - Herbertstrasse - Prinzenbar
Grünspan - Klimbim - wo ist der neue Starclub?

Ob im Underground von Wien
Fesche Mädels auf den Knien
Überall bin ich 'n bißchen traurig
Oder sogar im Himalaja
Der Erleuchtung schon so nah
Immer bin ich irgendwie so traurig
Ich weiß nicht, warum ich nicht so richtig happy bin
Und nach 'ner Weile kommt's mir wieder in den Sinn

Da gibt es so 'nen Boulevard
Die große Freiheit auch ganz nah
Und ich weiß, mich zieht's zum Kiez

Reeperbahn - ich komm an
Du geile Meile, auf die ich kann
Reeperbahn - alles klar
Du alte Gangsterbraut, jetzt bin ich wieder da

Reeperbahn - ich komm an
Du geile Meile, auf die ich kann
Bist auferstanden aus all dem Siff
Jetzt legen wir wieder an mit unser'm Schiff

Reeperbahn - alte Braut
So'n Comeback hätt' ich dir gar nicht zugetraut
Reeperbahn - egal was war
Du alte Gangsterbraut, jetzt biste wieder da

So'n Comeback hätt' ich dir gar nicht zugetraut
Reeperbahn - egal was war
Du alte Gangsterbraut, jetzt biste wieder da

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2009

ΜΟΥΣΙΚΟΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΜΟΥΣΙΚΟΥΣ


ΑΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ


LES VOYELLES


Le premier jour de son émigration
étranger parmi les étrangers, muet
(il ne parlait pas leur langue sonore
chantante) le premier jour, il prêtait l’oreille
il boulevardait, il notait les voyelles
les o ouverts, les e fermés dans son cahier de musique
il modulait les airs en les sifflant, il écrivait des phrases
et le soir du premier jour il est entré dans un café.
U ie a a a io il vocalisa.
On lui a servi Une bièrre à la pression.
La bièrre était bien fraîche, désaltérante
il la buvait a petites gorgées
en se disant qu’il pouvait rester ici, dans ce pays
lui, un musicien, parmi les musiciens.



*******************************


ΤΑ ΦΩΝΗΕΝΤΑ


Την πρώτη μέρα
ξένος ανάμεσα στους ξένους, άλαλος
(δε μίλαγε τη μουσική, τραγουδιστή τους γλώσσα)
την πρώτη μέρα αφουγκραζόταν
περπάταγε στα βουλεβάρτα
σημείωνε τα φωνήεντα πάνω στο πεντάγραμμο
παράλλαζε τη διαδοχή των ήχων, σφυρίζοντάς τους
γράφοντας φράσεις και το βράδι
την πρώτη μέρα, μπήκε σ’ ένα καφενείο.
Έα οήι ύα βοκάλισε.
Του σέρβιραν Ένα ποτήρι μπύρα.
Η μπύρα είταν παγωμένη, ξεδιψαστική
την έπινε γουλιά-γουλιά
και σκεφτόταν πως μπορεί να μείνει εδώ
σ’ αυτή τη χώρα
αυτός ο μουσικός, ανάμεσα στους μουσικούς.



Από το βιβλίο: Άρης Αλεξάνδρου, «Ποιήματα (1941-1974)», Β΄ έκδοση, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1981, σελ. 132 και 145.

ΡΑΧΜΑΝΙΝΩΦ

ΣΕΡΓΚΕΗ ΡΑΧΜΑΝΙΝΩΦ

Piano Concerto No. 2 in c, opus 18



Πρώτο μέρος: Moderato


Δεύτερο μέρος: Adagio Sostenuto


Τρίτο μέρος: Allegro Scherzando



Πιάνο: Earl Wild.
Την Royal Philharmonic Orchestra διευθύνει ο Jascha Horenstein.
Ηχογράφηση του 1965.

ΑΛΙΚΗ ΧΡΥΣΑΧΤΙΝΗ ΒΕΝΤΑΓΙΑ


JOSÉ MARIA DE HÉRÈDIA


ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ


Τα βούρλα τα λαμπρόχρωμα, στολίδι του γρανίτη,
Χρυσώνουν το βραχόκορφο που η δύση αχνοροδίζει·
Ενώ μακρυάθε αφρόστεφη και μάργελη γυαλίζει
Στης γης το τέρμα, των νερών η δίχως τέρμα κοίτη.

Στα πόδια μου είναι η σιγαλιά κι η νύχτα. Το σπουργίτι
Βουβάθηκε. Μπήκε ο άνθρωπος στη στέγη που καπνίζει
Μόν’ η καμπάνα του σπερνού ν’ αργοσημαίνει αρχίζει
Και ρόχθο σμίγει ο ωκεανός μ’ αφρόμαλλη την κοίτη.

Και σαν από μιάς άβυσσου τα τρίσβαθα να βγαίνει
Απ’ τα λαγκάδια απόμακρη η φωνή ώς εδώ ανεβαίνει
Κάποιου βοσκού τα ζώα του που φέρνει από τα πλάγια.

Ο ορίζοντας τυλίγεται σε μία σκιά υπερούσια
Κι ενώ στα ουράνια ο ήλιος δύει, τα σκοτεινά και πλούσια,
Διπλώνει αργά μιάν άλικη, χρυσάχτινη βεντάγια.



Μετάφραση: Κώστας Χ. Γρόλλιος.
Δημοσιεύθηκε στο θεσσαλονικιώτικο περιοδικό «Νέα Πνοή», τ. 1, τχ. 2, Αύγουστος 1936, σελ. 51.

ΠΑΒΕΖΕ!




CESARE PAVESE


SOGNO


Ride ancora il tuo corpo all'acuta carezza
della mano o dell'aria, e ritrova nell'aria
qualche volta altri corpi? Ne ritornano tanti
da un tremore dei sangue, da un nulla. Anche il corpo
che si stese al tuo fianco, ti ricerca in quel nulla.

Era un gioco leggero pensare che un giorno
la carezza dell'aria sarebbe riemersa
improvviso ricordo nel nulla. Il tuo corpo
si sarebbe svegliato un mattino, amoroso
del suo stesso tepore, sotto l'alba deserta.
Un acuto ricordo ti avrebbe percorsa
e un acuto sorriso. Quell'alba non torna?

Si sarebbe premuta al tuo corpo nell'aria
quella fresca carezza, nell'intimo sangue,
e tu avresti saputo che il tiepido istante
rispondeva nell'alba a un tremore diverso,
un tremore dal nulla. L'avresti saputo
come un giorno lontano sapevi che un corpo
era steso al tuo fianco.
Dormivi leggera
sotto un'aria ridente di labili corpi,
amorosa di un nulla. E l'acuto sorriso
ti percorse sbarrandoti gli occhi stupiti.
Non è piú ritornata, dal nulla, quell'alba?



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Reka Ebergenyi.

ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΜΥΘΟΥ ΔΩΡΗΤΕΣ


ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΕΡΡΑΣ


ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Πόσα τελειώνουν στο χαρτί
σκιάς φθαρτής ποιήματα
σιωπής κρυπτογραφήματα

(αργοί αλγόρυθμοι συρμού)

πάλης μικρής φωνήματα
δήθεν πνοής πονήματα –

τόσο
αχνά της γλώσσας σχήματα

δίχως χαράγματα βυθού –
γι’ Αναπνοής χυτούς σφυγμούς
ή άλλης γέννας αίμα.

–Ε! Σεις του νέου μύθου δωρητές

της κορυφής Διονύσιε
    και της αφής Καβάφη

που τώρα χρυσοφέγγοντας
ηδονικά  (για σωθικά)  αιμορραγεί
σαν σώμα σταύρωσης το Ποίημα;

            Αύγουστος 2006


Από το βιβλίο: Διονύσης Σέρρας, «Οι κήποι της απόδρασης (Ποιήματα 1992-2007)», Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2007, σελ. 87.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΒΙΟΛΑΡΗΣ



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΒΙΟΛΑΡΗΣ: Η ΕΛΕΝΗ

ΟΙ ΜΠΑΛΑΡΙΝΕΣ


ΝΙΚΟΣ ΧΑΓΕΡ ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ


ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΤΙΚΟ ΜΠΑΛΕΤΟ


...Κι έτσι, μέσα στη γύρω τη χαρά,
η ζωή μου θα κυλάη καρτερικά...
Ένα μπαλέτο θα γυρνάη ολόγυρά μου
-σιγά κι αργά- σα νάταν στα όνειρά μου...

Και τότε οι μπαλαρίνες θα χορεύουν
αραχνοΰφαντες, στις μύτες των ποδιών,
έτσι απαλά που την ψυχή μου θα παιδεύουν
με την υποκρισία των πόθων των στρεβλών,

πότε βελούδινα κι αλύπητα θα φέρνουν
με τις αργές κινήσεις τους, θαμπά,
του αγνώστου νοσταλγίες... Και θα παίρνουν
απ’ την ψυχή μου κάθε ανάμνηση παλιά...



Από το περιοδικό «Πρωτοπορία», Χρ. 1, αρ. 1, Γενάρης 1929, σελ. 10.

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009

Η ΑΥΤΟΥ ΜΕΓΑΛΕΙΟΤΗΣ Ο ΝΤΑΓΚΛΑΣ


































Ο Ντάγκλας, παρά το βρετανοπρεπές όνομά του, είναι ναπολιτάνος, καθαρόαιμος. Για την ακρίβεια είναι καζερτάνος, ήτοι από αυτοκρατορική πόλη. Γι' αυτό και η μεγαλειότης. Μιλάει και καταλαβαίνει μόνο ιταλικά. Τί δουλειά έχει στο αλωνάκι; Τόσα χρόνια είναι παρών και μού συμπαραστέκεται στις εγγραφές και στις αναρτήσεις, Άρα;... Όλες οι φωτογραφίες τραβήχτηκαν χτες, 31 Οκτωβρίου.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΜΠΑΓΙΑΝΤΕΡΑΣ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΜΠΑΓΙΑΝΤΕΡΑΣ


Η ΜΙΚΡΗ ΑΠ’ ΤΟ ΠΑΣΑΛΙΜΑΝΙ


Κάποια μικρή καμωματού απ' το Πασαλιμάνι
με μπέρδεψε και τριγυρνώ τα βράδυα σαν αλάνι

Έχει δυό μάτια όμορφα δυό κόκκινα χειλάκια
σαν με φιλά μου σβήνουνε και πίκρες και μεράκια

Δώσ’ μου φιλιά καμωματού γιατί μ' αυτά μεθάω
στ' ορκίζομαι θα σ' αγαπώ όσο μακρυά κι αν πάω

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΚΛΑΟΥΝΤΙΟ ΒΙΛΛΑ



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο CLAUDIO VILLA: ROMA 'DE NOANTRI

ΚΙ ΥΣΤΕΡΑ


ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


ΜΙΚΡΟΓΡΑΦΙΑ

Η γυναίκα σηκώθηκε μπροστά στο τραπέζι. Τα
   λυπημένα της χέρια
κόβουν λεπτές φέτες λεμόνι για το τσάι
σαν κίτρινους τροχούς για ένα πολύ μικρό αμαξάκι
παιδιάστικου παραμυθιού. Ο νεαρός αξιωματικός αντίκρυ της
χωμένος στην παλιά πολυθρόνα. Δεν την κοιτάει.
Ανάβει το τσιγάρο του. Το χέρι του με το σπίρτο τρέμει
φωτίζοντας το τρυφερό πηγούνι του και το χεράκι
   του φλιτζανιού.
Το ρολόι κρατάει μια στιγμή το καρδιοχτύπι του. Κάτι έχει
   αναβληθεί.
Η στιγμή πέρασε. Είναι αργά. Να πιούμε το τσάι μας.
Μπορεί λοιπόν να ‘ρθει ένας θάνατος μ’ ένα τέτοιο αμαξάκι;
Να περάσει και να φύγει; Ν’ απομείνει μονάχα
ετούτο το αμαξάκι με τις κίτρινες ροδίτσες του λεμονιού
σταματημένο τόσα χρόνια σε μια πάροδο με σβηστούς
   φανοστάτες
κι ύστερα ένα μικρό τραγούδι, λίγος αχνός, κι ύστερα τίποτα;




Από την ποιητική συλλογή «Παρενθέσεις» (1946 – 1947).

ΤΑ ΚΥΘΗΡΑ ΤΟΥ ΝΤΕΜΠΥΣΣΥ



CLAUDE DEBUSSY: L'isle joyeuse.

ΤΑ ΚΥΘΗΡΑ ΤΟΥ ΜΠΩΝΤΛΑΙΡ



CHARLES BAUDELAIRE


UN VOYAGE À CYTHÈRE

Mon coeur, comme un oiseau, voltigeait tout joyeux
Et planait librement à l'entour des cordages;
Le navire roulait sous un ciel sans nuages;
Comme un ange enivré d'un soleil radieux.

Quelle est cette île triste et noire? — C'est Cythère,
Nous dit-on, un pays fameux dans les chansons
Eldorado banal de tous les vieux garçons.
Regardez, après tout, c'est une pauvre terre.

— Île des doux secrets et des fêtes du coeur!
De l'antique Vénus le superbe fantôme
Au-dessus de tes mers plane comme un arôme
Et charge les esprits d'amour et de langueur.

Belle île aux myrtes verts, pleine de fleurs écloses,
Vénérée à jamais par toute nation,
Où les soupirs des coeurs en adoration
Roulent comme l'encens sur un jardin de roses

Ou le roucoulement éternel d'un ramier!
— Cythère n'était plus qu'un terrain des plus maigres,
Un désert rocailleux troublé par des cris aigres.
J'entrevoyais pourtant un objet singulier!

Ce n'était pas un temple aux ombres bocagères,
Où la jeune prêtresse, amoureuse des fleurs,
Allait, le corps brûlé de secrètes chaleurs,
Entrebâillant sa robe aux brises passagères;

Mais voilà qu'en rasant la côte d'assez près
Pour troubler les oiseaux avec nos voiles blanches,
Nous vîmes que c'était un gibet à trois branches,
Du ciel se détachant en noir, comme un cyprès.

De féroces oiseaux perchés sur leur pâture
Détruisaient avec rage un pendu déjà mûr,
Chacun plantant, comme un outil, son bec impur
Dans tous les coins saignants de cette pourriture;

Les yeux étaient deux trous, et du ventre effondré
Les intestins pesants lui coulaient sur les cuisses,
Et ses bourreaux, gorgés de hideuses délices,
L'avaient à coups de bec absolument châtré.

Sous les pieds, un troupeau de jaloux quadrupèdes,
Le museau relevé, tournoyait et rôdait;
Une plus grande bête au milieu s'agitait
Comme un exécuteur entouré de ses aides.

Habitant de Cythère, enfant d'un ciel si beau,
Silencieusement tu souffrais ces insultes
En expiation de tes infâmes cultes
Et des péchés qui t'ont interdit le tombeau.

Ridicule pendu, tes douleurs sont les miennes!
Je sentis, à l'aspect de tes membres flottants,
Comme un vomissement, remonter vers mes dents
Le long fleuve de fiel des douleurs anciennes;

Devant toi, pauvre diable au souvenir si cher,
J'ai senti tous les becs et toutes les mâchoires
Des corbeaux lancinants et des panthères noires
Qui jadis aimaient tant à triturer ma chair.

— Le ciel était charmant, la mer était unie;
Pour moi tout était noir et sanglant désormais,
Hélas! et j'avais, comme en un suaire épais,
Le coeur enseveli dans cette allégorie.

Dans ton île, ô Vénus! je n'ai trouvé debout
Qu'un gibet symbolique où pendait mon image...
— Ah! Seigneur! donnez-moi la force et le courage
De contempler mon coeur et mon corps sans dégoût!


Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Laetitia Casta.

ΤΑ ΖΑΘΕΑ ΚΥΘΗΡΑ


ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ


ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΑ ΚΥΘΗΡΑ

Τ' ωραίο καράβι, έτοιμο στο χαρωπό λιμάνι,
γιορταστικά με γιασεμιά και ρόδα στολισμένο,
με τις παντιέρες του αλαφριές στην ανοιξιάτικη αύρα
και τ' Όνειρό μας στο χρυσό πηδάλιο καθισμένο,
μας πήρε για τα Κύθηρα, τα θρυλικά, όπου μέσα
σε δέντρα και λούλουδα και γάργαρα νερά
υψώνεται ο μαρμάρινος ναός για τη λατρεία
της Αφροδίτης, - του έρωτα τη θριαμβική θεά.
Μα το ταξίδι ήταν μακρύ κ' η χειμωνιά μας βρήκε!..
Οι φανταχτερές κι ανάλαφρες παντιέρες μουσκευτήκαν,
τα χρώματα ξεβάψανε και τ' άνθη εμαραθήκαν
και, κάπου από τους άξενους τους ουρανούς, το πλοίο
απόμεινε ακυβέρνητο στο κύμα τ' αφρισμένο
με το φτωχό μας Όνειρο στην πρύμνη πεθαμένο.