Παρασκευή 18 Απριλίου 2008

Σ' ΑΜΥΡΙΣΤΕΣ ΑΚΡΟΓΙΑΛΙΕΣ


ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ


Η ΤΡΕΛΗ ΡΟΔΙΑ


      Πρωινό ερωτηματικό
      κέφι à perdre haleine


Σ’ αυτές τις κάτασπρες αυλές όπου φυσά ο νοτιάς
Σφυρίζοντας σε θολωτές καμάρες, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που σκιρτάει στο φως σκορπίζοντας το καρποφόρο γέλιο της
Με ανέμου πείσματα και ψιθυρίσματα, πέστε μου είναι η τρελή
ροδιά
Που σπαρταράει με φυλλωσιές νιογέννητες τον όρθρο
Ανοίγοντας όλα τα χρώματα ψηλά με ρίγος θριάμβου;

Όταν στους κάμπους που ξυπνούν τα ολόγυμνα κορίτσια
Θερίζουνε με τα ξανθά τους χέρια τα τριφύλλια
Γυρίζοντας τα πέρατα των ύπνων τους, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που βάζει ανύποπτη μες στα χλωρά πανέρια τους τα φώτα
Που ξεχειλίζει από κελαηδισμούς τα ονόματά τους, πέστε μου
Είναι η τρελή ροδιά που μάχεται τη συννεφιά του κόσμου;

Στη μέρα που απ’ τη ζήλια της στολίζεται μ’ εφτά λογιώ φτερά
Ζώνοντας τον αιώνιον ήλιο με χιλιάδες πρίσματα
Εκτυφλωτικά, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που αρπάει μια χαίτη μ’ εκατό βιτσιές στο τρέξιμό της
Ποτέ θλιμμένη και ποτέ γρινιάρα, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που ξεφωνίζει την καινούρια ελπίδα που ανατέλλει;

Πέστε μου, είναι η τρελή ροδιά που χαιρετάει στα μάκρη
Τινάζοντας ένα μαντίλι φύλλων από δροσερή φωτιά
Μια θάλασσα ετοιμόγεννη με χίλια δυό καράβια
Με κύματα που χίλιες δυό φορές κινάν και πάνε
Σ’ αμύριστες ακρογιαλιές, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που τρίζει τ’ άρμενα ψηλά στο διάφανον αιθέρα;

Πανύψηλα με το γλαυκό τσαμπί που ανάβει κι εορτάζει
Αγέρωχο, γεμάτο κίνδυνο, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που σπάει με φως καταμεσής του κόσμου τις κακοκαιριές
του δαίμονα
Που πέρα ως πέρα την κροκάτη απλώνει τραχηλιά της μέρας
Την πολυκεντημένη από σπαρτά τραγούδια, πέστε μου είναι
η τρελή ροδιά
Που βιαστικά ξεθηλυκώνει τα μεταξωτά της μέρας;

Σε μεσοφούστανα πρωταπριλιάς και σε τζιτζίκια δεκαπενταυγούστου
Πέστε μου, αυτή που παίζει, αυτή που οργίζεται, αυτή που ξελογιάζει
Τινάζοντας απ’ τη φοβέρα τα κακά μαύρα σκοτάδια της
Ξεχύνοντας στους κόρφους του ήλιου τα μεθυστικά πουλιά
Πέστε μου, αυτή που ανοίγει τα φτερά στο στήθος των πραγμάτων
Στο στήθος των βαθιών ονείρων μας, είναι η τρελή ροδιά;


Από την ποιητική συλλογή «Προσανατολισμοί».
Από το βιβλίο: Οδυσσέας Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος, Αθήνα 2002, σελ. 70-71.

ΣΕ ΕΙΔΑΝ


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΓΝΗΣ (1880-1953)


ΝΤΑΛΑ ΜΕΣΗΜΕΡΙ


Ντάλα μεσημέρι κι έπαιρνες το μπάνιο
μέσα σε μια μπάρα στον Καλοκαιρινό.
Φόραγες μπουρνούζι φως αχνογεράνιο
κι ήσουν σα λουλούδι και σαν ξωτικό.

Σ' είδαν τα τζιτζίκια κι αποτρελαθήκαν
πάνω στα πλατάνια και στις καστανιές.
Σ' είδαν και τ' αγρίμια και δειλά συρθήκαν
να κρυφτούν στις φτέρες και στις λαδανιές.

Σ' είδε κι ένα αγόρι του φτωχού τσομπάνη
και γυρνά θλιμμένο πέρα στην πλαγιά.
Σ' είδε κι ένας γέρος κι άρχισε να κάνει
το σταυρό του εμπρός σου σα στην Παναγιά.

ΤΟ ΩΡΑΙΟ ΚΑΙ Ο ΠΟΝΟΣ


MANUEL ALTOLAGUIRRE


LA VENTANA


La ventana separa
el mundo de los trenes,
de los grandes vapores,
de los hombres a pie,
del mundo quieto
de un alma sola.

¡Qué alegría
ver los rosales y los vendedores!

Al ruidoso paisaje
de tráfico y de vida
mi stristeza se asoma.

Mi soledad consciente
mira las hermosuras
inútiles del mundo.

Lo bello y el dolor
es de las almas solas.


*******************

ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ


Το παράθυρο χωρίζει
τον κόσμο των τρένων,
των μεγάλων βαποριών,
των πεζών,
από τη γαλήνια τη σφαίρα
μιας ψυχής μόνης.

Τι χαρά που δίνει η όψη τους:
τριανταφυλλόβεργες και πωλητές.

Στο θορυβώδες τοπίο
της ζωής και της κίνησης στους δρόμους
η λύπη μου ξεμυτίζει.

Η συνειδητή μοναξιά μου
τις ομορφιές κοιτάζει,
τις ανούσιες, του κόσμου.

Το ωραίο και ο πόνος
είναι των ψυχών
μόνων που είναι.



Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη.


Αφιερωμένο το μετάφρασμα στον Μπλογκάρχη, ο οποίος και εγκαρδίως ευχαριστεί τη μεταφράστρια.

ΟΥΝΑΜΟΥΝΟ!


MIGUEL DE UNAMUNO


LA ORACIÓN DEL ATEO


Oye mi ruego Tú, Dios que no existes,
y en tu nada recoge estas mis quejas,
Tú que a los pobres hombres nunca dejas
sin consuelo de engaño. No resistes

a nuestro ruego y nuestro anhelo vistes.
Cuando Tú de mi mente más te alejas,
más recuerdo las plácidas consejas
con que mi ama endulzóme noches tristes.

¡Qué grande eres, mi Dios! Eres tan grande
que no eres sino Idea; es muy angosta
la realidad por mucho que se expande

para abarcarte. Sufro yo a tu costa,
Dios no existente, pues si Tú existieras
existiría yo también de veras.


Το ποίημα αυτό μάς το έστειλε η παλιά μας φίλη κ. Αλμουδένα Φερνάντες.

Πέμπτη 17 Απριλίου 2008

ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ


ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


[ΣΙΩΠΗΛΗ ΚΡΑΥΓΗ]


Σιωπηλή κραυγή
ορατή
διασχίζει την κάμαρα
αγγίζει τις καρέκλες
ανάβεις τα σπίρτα ένα ένα
καις τα νύχια
του πλαστικού λιονταριού
σε αντικατάσταση του άλλου
εκείνου που σε νίκησε
στο σκοτεινότερο δάσος.

    Κάλαμος, 18.IV.76.



Από το βιβλίο: Γιάννης Ρίτσος, «Το ρόπτρο», Κέδρος, Αθήνα 1978, σελ. 29.

Ανάρτηση αφιερωμένη στην φίλη "Κόκκινη Κίσσα".

Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΜΠΕΛΛΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟ ΚΑΛΔΑΡΑ


ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΑΛΔΑΡΑΣ


ΝΥΧΤΩΣΕ ΧΩΡΙΣ ΦΕΓΓΑΡΙ


Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι
το σκοτάδι είναι βαθύ
κι όμως ένα παλικάρι
δεν μπορεί να κοιμηθεί

Άραγε τί περιμένει
απ' το βράδυ ώς το πρωί
στο στενό το παραθύρι
που φωτίζει με κερί

Πόρτα ανοίγει πόρτα κλείνει
με βαρύ αναστεναγμό
ας μπορούσα να μαντέψω
της καρδιάς του τον καημό

ΑΡΑΓΚΟΝ!


LOUIS ARAGON


NOUS DORMIRONS ENSEMBLE


Que ce soit dimanche ou lundi
Soir ou matin, minuit, midi
Dans l'enfer ou le paradis
Les amours aux amours ressemblent
C'était hier que je t'ai dit
Nous dormirons ensemble

C'était hier et c'est demain
Je n'ai plus que toi de chemin
J'ai mis mon cœur entre tes mains
Avec le tien comme il va l'amble
Tout ce qu'il a de temps humain
Nous dormirons ensemble

Mon amour ce qui fut sera
Le ciel est sur nous comme un drap
J'ai refermé sur toi mes bras
Et tant je t'aime que j'en tremble
Aussi longtemps que tu voudras
Nous dormirons ensemble


Το ποίημα-τραγούδι μάς το έστειλε η κ. Magda Gomez και ευχαρίστως το ποστάρουμε.

Τρίτη 15 Απριλίου 2008

ΤΟ ΚΛΕΙΣΤΟ ΧΕΡΙ


ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


[ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΡΟΠΤΡΟ]


Παράξενο ρόπτρο
μια χάλκινη καρδιά
μαιναδρικά σκαλίσματα –
δεν το χτύπησα
το ξεβίδωσα
τό ’βαλα στην τσέπη μου
βάρυνα
έγειρα απ’ τό ’να πλάι.
Τη νύχτα
που θά ’χεις πυρετό
θα σου το δείξω –
όχι το αίμα
στο κλειστό χέρι
αυτό που δε χτύπησε την πόρτα.

   Αθήνα, 21.IV.76.



Από το βιβλίο: Γιάννης Ρίτσος, «Το ρόπτρο», Κέδρος, Αθήνα 1978, σελ. 51.

Ο ΚΑΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ


BERTOLT BRECHT


ΑΠ’ ΟΛΑ Τ’ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΕΡΓΑ


Απ’ όλα τ’ ανθρώπινα έργα
τα μεταχειρισμένα εγώ αγαπώ περισσότερο.
Τις μπρούντζινες βαρέλες με τα λακκάκια από τους τράκους
και με τα λεία στρογγυλεμένα τους χείλη,
τα μαχαιροπήρουνα με τα ξύλινα μανίκια
που ’χουνε πολυτριφτεί
τόσα χέρια που τά ’χουνε πιάσει:
Αυτού του είδους πράγματα μου φαίνονται εμένα άκρως ευγενή.
Όπως, φέρ’ ειπείν, οι στρωμένες μαλτεζόπλακες
έξω απ’ τα παλιά τα σπίτια
που τις έχουνε χιλιοπατήσει και ξετρίψει πόδια και πόδια,
και στ’ αυλάκια τους ανάμεσα
έχει φυτρώσει μαύρο χορτάρι.
Όλα τούτα είναι έργα κατ’ εμέ ευτυχή, πανόλβια.

Χαλασμένα πια από τη χρήση των πολλών τα πράγματα
και ουκ ολίγες φορές τελείως αλλαγμένα
διορθώνουνε το αρχικό τους σχήμα και γίνονται πολύτιμα,
ακριβώς διότι πολλές φορές και πολύ ετιμήθηκαν
δια της χρήσεως.
Αλλά και των αγαλμάτων τ’ απομεινάρια
με τα σπασμένα χέρια
– και αυτά εγώ πολύ τα αγαπάω.
Για μένα, ναι, ακόμα ζουν.
Κι αν τα’ άφησαν να πέσουν, τα μετέφεραν στο τέλος κάπου·
κι αν τά ’χουν κάπου σωριασμένα, τί; – ποτέ
δεν βρίσκονταν και τόσο ψηλά απ’ το χώμα.
Τα μισοερειπωμένα κτίσματα
πάντα θα σου δίνουν την εντύπωση του μεγαλοπρεπούς
που όπου νά ’ναι τελειώνει. Μαντεύεις μεν
των μεγεθών τις υπέροχες αναλογίες,
πλην χρειάζεται και λίγος ακόμη κόπος να ξοδέψεις
αν σε βάθος θες να τις συλλάβεις. Μην ξεχνάς, άλλωστε,
ότι τόσα χρόνια που μας εδούλεψαν,
έχουνε πια καταβληθεί απ’ τον μεγάλο τους κάματο.
Ω, με πόση χαρά με γεμίζουν εμένα όλα τούτα τα πράγματα!



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΓΕΗΤΣ!


WILLIAM BUTLER YEATS


THE ROSE OF THE WORLD


WHO dreamed that beauty passes like a dream?
For these red lips, with all their mournful pride,
Mournful that no new wonder may betide,
Troy passed away in one high funeral gleam,
And Usna's children died.

We and the labouring world are passing by:
Amid men's souls, that waver and give place
Like the pale waters in their wintry race,
Under the passing stars, foam of the sky,
Lives on this lonely face.

Bow down, archangels, in your dim abode:
Before you were, or any hearts to beat,
Weary and kind one lingered by His seat;
He made the world to be a grassy road
Before her wandering feet.


Το ποίημα μάς το στέλνει η νέα φίλη του μπλογκ κ. Alexandra Paressant.

TRADUCCIÓN PARA UN AMIGO


NÉSTOR MORRIS


AÚN ME SIGUES LLOVENDO


Me guarecí a la sombra
de una mentira absurda.
Pensé que había logrado
sepultar los recuerdos,
debajo de la grava
metódica del tiempo.

Caminé otros paisajes,
ignoré los espejos
que encontré en mi deriva.

Supuse que las huellas
estaban sobre arena
y que se irían al paso
tenaz de las mareas.

Pero todo fue en vano,
aún me sigues lloviendo.

El eco de tu nombre
golpea los cristales,
de mis ojos y el paso
de los días es sólo,
una llave que gira
descifrando el cerrojo
de nuestras circunstancias.


********************


ΑΚΟΜΑ ΜΕ ΣΤΑΛΑΖΕΙΣ


Στον ίσκιο από κάτω κρύφτηκα
ενός παράλογου ψέματος.
Πως είχα καταφέρει νόμισα
τις αναμνήσεις να θάψω
κάτω από το μεθοδικό
χαλίκι του χρόνου.

Άλλα τοπία περπάτησα,
τα κάτοπτρα αδιαφόρησα
που ήβρα στην πορεία μου.

Υπέθεσα τα ίχνη
στην άμμο πάνω χαραγμένα πως έμεναν
και πως το κύμα το επίμονο
στο διάβα του θα τά ’σβηνε.

Μάταια όλα·
δεν έπαψες ποτέ να με σταλάζεις.

Η ηχώ απ’ το όνομά σου
τα κρύσταλλα χτυπάει
των ματιών μου
και το πέρασμα των ημερών μόνο
κλειδί θυμίζει που γυρνά
τους κωδικούς λουκέτων σπάζοντας
τις υπάρξεις μας που ασφαλίζουν.



Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη.

ΗΤΑΝ ΚΙ Ο ΜΠΟΥΜΠΟΥΡΑΣ ΕΚΕΙ


ΟΣΙΠ ΑΙΜΙΛΙΕΒΙΤΣ ΜΑΝΤΕΛΣΤΑΜ
(Осип Эмильевич Мандельштам)


ΙΜΠΡΕΣΙΟΝΙΣΜΟΣ


Ζωγράφισε ο ζωγράφος μια πασχαλιά
πεσμένη σε βαριά λιγοθυμιά
τα χρώματά του πινελιά-πινελιά
τ’ απίθωσε στο μουσαμά του σα σπυριά.

Σε βάθος τι σημαίνει η λαδομπογιά το ξέρει
– το κατακαμένο του καλοκαίρι
το πέρασε ακόμα ένα μενεξελί λαύρο χέρι,
να καίει και να μοσχοβολάει ντάλα μεσημέρι.

Και το μενεξελί απάνω σε μενεξελί
σαν σπίρτο σκάει και σφυρίζει· τέτοιο πατιρντί
που λες οι μάγειροι, καθένας θα το πει,
πιτσούνια μαγερεύουνε ιμάμ μπαϊλντί.

Κάπου μαντεύεται να αιωρείται μια αιώρα
κάπου ένα βέλο δίχως χρώμα· τώρα
σε τούτο το θαμποβασίλειο, πάνω στην ώρα,
νάσουτος κι ένας μπούμπουρας να παίρνει φόρα.



Μετάφραση: Μήτσος Αλεξανδρόπουλος.
Από το βιβλίο: Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, «Όσιπ Μαντελστάμ, Στην Πετρούπολη θα σμίξουμε πάλι» Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2008, σελ. 149.

Δευτέρα 14 Απριλίου 2008

ΗΜΙΟΝΗΓΟΣ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ


ΑΥΤΟΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ


Μουλάρι στη δουλειά· στο πείσμα δυό φορές μουλάρι·
στο δε γινάτι γονατίζω ακόμα και αρχιμούλο.
Γελώ· και βρίζω σαν καραγωγεύς – το βαφανκούλο
και τα «γαμωσταρίδια» πάνε γόνα. Από παζάρι

και do ut des ουκ οίδα, κι ούτε που ’παιξα στο ζάρι
την τύχη μου ποτές. Το κάλλος πάντα νά ’χει δούλο
την αφεντιά μου θέλω. Στων ενστίχων μου τον τρούλο
οι ρίμες μου ποθώ σταυρού τη θέση νά ’χουν πάρει.

Φανατικός. Τον Ολυμπιακό υποστηρίζω.
Ρυζάς· ομελεττάς· καφέδες ψήνω σε καζάνι.
Φθονώ των σουρεαλιστών τη λυρική πλεκτάνη
και προσκυνάω τον Σολωμό… Κι αντί να σας τα πρήζω

τη φάτσα μου φωτό καλύτερα λέω να ’χα βάλει –
μα πώς θα δείχνονταν οι φλόγες που ’χω στο κεφάλι;…

Η ΑΝΝΑ ΣΜΥΡΝΟΒΑ-ΜΑΡΛΗ ΤΡΑΓΟΥΔΑ ΤΟ "Черные алмазы"


ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η Анна Смирнова-Марли


Черные алмазы


Как чёрные алмазы
Блестят твои глаза
Откуда вы упали?
С короны короля.
Когда вы загорелись
Прекрасной теплотой,
И сладко, и так страшно
Горите надо мной

И помнится мне сказка,
Волшебные метели,
Стоит дремучий лес
В родном моем краю,
Туманная луна,
Спускается на ели,
И тянутся берёзы
В серебрянном строю

И вот тогда мечтал,
Увидеться мне с вами,
Не знал, когда и где,
Но знал, что вас найду
Рассеялись метели
И много слёз годами,
Но стала тишина,
И ты тут наяву.

Как чёрные алмазы
Блестят твои глаза
Откуда вы упали?
С короны короля.
То солнце в них мерцает,
То звёзды в темноте,
И всё напоминают,
Как часто снится мне.


Στίχοι και μουσική: Анна Смирнова-Марли.

ΧΙΚΜΕΤ!


NÂZIM HIKMET


YINE SANA DAIR


Sende; ben, kutba giden bir geminin sergüzeştini,
Sende; ben, kumarbaz macerasını keşiflerin,
Sende uzaklığı,
Sende; ben, imkansızlığı seviyorum.

Güneşli bir ormana dalar gibi dalmak gözlerine
Ve kan ter içinde, aç ve öfkeli,
Ve bir avcı iştahıyla etini dişlemek senin.

Sende, ben, imkansızlığı seviyorum,
Fakat asla ümitsizliği değil.



Το ποίημα μάς το έστειλε η κ. Melissa Satta.