Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2013

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΤΖΟΡΤΖΙΟ ΓΚΑΜΠΕΡ




ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο GIORGIO GABER


FAR FINTA DI ESSERE SANI

Vivere, non riesco a vivere
ma la mente mi autorizza a credere
che una storia mia, positiva o no
è qualcosa che sta dentro la realtà.

Nel dubbio mi compro una moto
telaio e manubrio cromato
con tanti pistoni, bottoni e accessori più strani
far finta di essere sani.

Far finta di essere insieme a una donna normale
che riesce anche ad esser fedele
comprando sottane, collane, creme per mani
far finta di essere sani.
Far finta di essere...

Liberi, sentirsi liberi
forse per un attimo è possibile
ma che senso ha se è cosciente in me
la misura della mia inutilità.

Per ora rimando il suicidio
e faccio un gruppo di studio
le masse, la lotta di classe, i testi gramsciani
far finta di essere sani.

Far finta di essere un uomo con tanta energia
che va a realizzarsi in India o in Turchia
il suo salvataggio è un viaggio in luoghi lontani
far finta di essere sani.
Far finta di essere...

Vanno, tutte le coppie vanno
vanno la mano nella mano
vanno, anche le cose vanno
vanno, migliorano piano piano
le fabbriche, gli ospedali
le autostrade, gli asili comunali
e vedo bambini cantare
in fila li portano al mare
non sanno se ridere o piangere
batton le mani.
Far finta di essere sani.
Far finta di essere sani.
Far finta di essere sani.

ΑΡΓΙΑ






ΚΛΕΙΤΟΣ ΚΥΡΟΥ


ΑΡΓΙΑ

Μέσα μου ένας κορυδαλλός
Ποδοπατούσε τη φωνή μου

Κλείστε τα παράθυρα
Να μη φύγουν τα πουλιά
Έκανα γοερά νοήματα

Παραμόνευα ένα σκίρτημα λόγου
Κρατώντας μολύβι στο χέρι
Μέσα στα βραχνά μεσάνυχτα

Ήταν μια νύχτα αργίας
Τα πρατήρια ονείρων
Λειτουργούσανε τη μέρα



Από το βιβλίο: Κλείτος Κύρου, «Εν όλω, συγκομιδή 1943-1977», Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 1997, σελ. 220.

Σάββατο 7 Δεκεμβρίου 2013

ΜΕ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΓΥΜΝΑ




ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΑΤΡΟΥΤΣΟΣ


ΜΕ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΓΥΜΝΑ

Γράμμα γυμνό που ντύνεται τη λέξη 
και νόημα μου ντύνει!
Ζητώ ακόμη και ένα γιώτα
να γίνει η λαβή απ’ την ομπρέλα
που φαίνεται σαν κόρη του ματιού
μην και βραχεί μυαλό μου καθώς απλώνεται
η σκοτεινή των προσταγών νεφέλη.

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΚΑΜΑΡΗΣ


ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΜΠΕΚΑΤΩΡΟΣ (1947-2206)


ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΚΑΜΑΡΗΣ

Αφήστε με
να ειπώ τι είναι ποίηση
αφήστε με
να απαντήσω τί είναι ποίηση
κύριοι
ένα καντήλι που καίει αίμα
το αίμα μου
καθώς εκείνο σπαρταράει
από την έλλειψη οξυγόνου
κι οι άλλοι πνίγονται από τον μαύρο αγέρα
εγώ είμαι το φυτίλι που αλλάζει κάθε νύχτα
όταν ο πυρετός το καίει και το μαυρίζει
όταν η πίεση του ουρανού
κάτω απ’ τον άλλο ουρανό το απειλεί
όταν ο ουρανός με θέλει άγγελο
και δεν μπορώ να είμαι
όταν ο ουρανός με θέλει καθώς πρέπει νεκρό
και δεν μπορώ να είμαι –
όχι όπως οι άλλοι νεκροί
που διώχνουν το πρόσωπο και δεν το θέλουν
ή δεν το μπορούν.

Αφήστε με
να πω τί είναι ποίηση
κύριοι
προτού με δέσει στη γραβάτα του ο χρόνος
προτού οι άλλοι με πεινάσουν
και γυρίζω στους δρόμους ζητιανεύοντας

εγώ επιστρέφω μόνος στην πατρίδα
πεινώ από μέσα
διψώ από μέσα
λίγο ψωμί
λίγο νερό του άλλου κόσμου
εδώ

μέσα στον ξένο πυρετό
και την λησμονιά
του πλήθους.



Από το βιβλίο: Στέφανος Μπεκατώρος, «Πατριδογνωσία, 1968-1998», Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2004, σελ. 43-44.

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ







ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

               Στον René CHAR

René Char,
βέβαια, οι δυό μας κάπου θά ’χουμε συναντηθεί,
ίσως ανάμεσα στα φυλλώματα του ύπνου,
ίσως στη σιωπηλή παρέλαση των λέξεων
σε μακρινά δειλινά υπερευαίσθητα, όταν επάνω
σε μια καμπάνα, καταγής αντεστραμμένη,
γεμάτη βρόχινο νερό,
εκάθισαν τα 9 σταχτιά πουλιά πίνοντας στάλ στάλα
κι υψώνοντας σε κάθε τους γουλιά το ωραίο κεφάλι
λέγοντας ένα ευχαριστώ στον Μέγα Αόρατον.
Α, ναι, René,
σ’ αυτό το ανείπωτο ευχαριστώ συναντηθήκαμε.

               Αθήνα, 6.ΙΙΙ.85


Από το βιβλίο: Γιάννης Ρίτσος, «Υπερώον», Κέδρος, Αθήνα 2013, σελ. 25.

ΠΟΝΟΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ




ΧΑΦΙΖ
(14ος αιώνας)


ΠΟΝΟΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ

Ω βασιλιά της ομορφιάς, έλεος ζητάω στης μοναξιάς τον πόνο.
Να ξανάρθεις είναι καιρός. Χωρίς εσένα η καρδιά μου πεθαίνει.
Τα λουλούδια στον κήπο δε θά ’χουν πάντα τη φρεσκάδα.
Τους αδύνατους λυπήσου, όσο η ομορφιά σου μένει.
Παράπονο για τα μαλλιά της έκανα στο ζέφυρο χτες τη νύχτα.
«Έχεις δίκιο, μου είπε, άφησε τις σκέψεις τις κακές.
Εκατό πρωινοί ζέφυροι, τρελά χορεύουν στα μαλλιά του».
Έτσι είναι αυτή που αγαπώ. Χωρίς ελπίδα, καρδιά μου, μην κλαις.
Το κρασί, το τριαντάφυλλο, το γρασίδι,
χάνουν όλα το χρώμα τους, όταν δεν είσαι συ.
Έλα με το περπάτημά σου το γεμάτο χάρη
λάμψη ο κήπος χαρούμενη μεμιάς να ξαναπάρει.
Τα βάσανά μου για σένα φαρμακώνουν τη ζωή μου.
Στην ερημιά μου η θύμησή σου σύντροφος ο πιο γλυκός.
Ματώνει από την τόση θλίψη η φτωχή καρδιά μου.
Κέρνα κρασί! Η κούπα μου θα λύσει το πρόβλημά μου.



Μετάφραση: Ι. Βασιλείου.
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Νέα Εστία», τ. 91, τχ. 1079, 15 Ιουνίου 1972 (Αφιέρωμα στην Περσία), σελ. 869.

Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2013

Η ΩΡΑ ΕΙΝΑΙ ΚΡΙΣΙΜΗ




ΜΕΛΙΣΣΑΝΘΗ (1910-1990)


Η ΩΡΑ ΕΙΝΑΙ ΚΡΙΣΙΜΗ

Λέμε· η ώρα είναι κρίσιμη
έφτασε η στιγμή που «οι νεκροί ακούσονται»
Να σηκωθούμε και να βγούμε έξω
ακολουθώντας δίχως πόδια
το φως της φεγγαροδροσιάς.
Μας δένει ακόμα στη γητειά της
η πανάρχαιη θλίψη
και σ’ ένα γνέψιμο από φάντασμα αγαπημένο
γλιστράει η προσοχή μας, χάνεται
καθώς διαβαίνουμε την άβυσσο
και ξαναπέφτουμε στα βάραθρα
του ύπνου.



Από το βιβλίο: Μελισσάνθη, «Οδοιπορικό, Ποιήματα 1930-1984», Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2000, σελ. 295.

ΑΝΤΟΝΙΟ ΓΑΛΑ!





ANTONIO GALA (1930)


ME SORPRENDIÓ EL VERANO TRAICIONERO

Me sorprendió el verano traicionero
lejos de ti, lejos de mí muriendo.
Junio, julio y agosto, no os entiendo.
No sé por qué reís mientras me muero.

Vengan nieve y granizo, venga enero,
vengan escarchas ya, vayan viniendo.
Troncos que fueron nidos ahora enciendo
y no consigo la calor que quiero.

Suelta la vida al viento falsos lazos:
No hay flor, ni luz, ni sed, ni amor, ni río.
Sólo hay un corazón hecho pedazos.

Agosto miente, amor, y siento frío.
Sin la tibia bufanda de tus brazos
aterido sucumbe el cuello mío.

Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2013

ΕΠΙΝΟΗΣΕΙΣ




ΕΥΤΥΧΙΑ-ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ


ΕΠΙΝΟΗΣΕΙΣ

Και ποιος θ' άντεχε –μου λες; –
σ' αυτή την κρύα κάμαρα, σ' αυτά τα κρύα σεντόνια
να ξεπαγιάζει άυπνος και να κεντά –
όπως εμείς, αγρούς στα μαξιλάρια
–από αυτούς που τρέχουν τα παιδιά
κι απ' το κυνηγητό του λαχανιάζουν–
μήπως και αποκάμουμε, μήπως μας πάρει ο ύπνος
και λυτρωμένοι το πρωί ξυπνήσουμε
μ' ένα στεφάνι αγιάζι στα μαλλιά.



Από το βιβλίο: Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, «Ν' ανθίζουμε ως το τίποτα», Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2004.

Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2013

Η ΠΥΛΗ ΤΩΝ ΛΕΟΝΤΩΝ





ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ


Η ΠΥΛΗ ΤΩΝ ΛΕΟΝΤΩΝ

Τα λιοντάρια είχαν χαθεί από χρόνια
ούτε ένα δεν βρισκόταν σ’ όλη την Ελλάδα
ή μάλλον ένα μοναχικό, κυνηγημένο
κάπου είχε κρυφτεί στην Πελοπόννησο
χωρίς ν’ απειλεί πια κανέναν
ώσπου το σκότωσε κι αυτό ο Ηρακλής.
Ωστόσο η θύμηση των λιονταριών
ποτέ δεν έπαψε να τρομάζει
τρόμαζε η εικόνα τους σε θυρεούς και ασπίδες
τρόμαζε τ’ ομοίωμά τους στα μηνμεία των μαχών
τρόμαζε η ανάγλυφη μορφή τους
στο πέτρινο υπέρθυρο της πύλης.
Τρομάζει πάντα το βαρύ μας παρελθόν
τρομάζει η αφήγηση όσων έχουν συμβεί
καθώς τη χαράζει η γραφή στο υπέρθυρο
της πύλης που καθημερινά διαβαίνουμε.



Από την ποιητική συλλογή: Η πύλη των λεόντων (2002).
Από το βιβλίο: Τίτος Πατρίκιος, «Ποιήματα, IV (1988-202)», Κέδρος, Αθήνα 2007, σελ. 213.

ΧΟΣΕ ΑΓΟΥΣΤΙΝ ΓΟΫΤΙΣΟΛΟ!




JOSÉ AGUSTÍN GOYTISOLO (1928-1999)


ALGUNA NOCHE

Alguna noche -las fogatas eran
de dolor o de júbilo-
la casa te veía desertar.

Te abrías a una vida
distinta, a un mundo
alegre como los ojos de un dios:
voces mayores, fuegos de artificio,
inacabable noche de San Juan
en tu estancia vacía...

El tiempo se agrandaba en los rincones,
se detenía en torno al corazón,
mientras el estruendo proseguía,
lejos, lejos, quién sabe si real.

Después, todo más claro:
los sonidos pequeños, el crujido de un mueble
la lluvia en el desván.

Nueva vida a las cosas, el alba aparecía,
y tú llegabas, amorosamente.

Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2013

ΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΑΝΔΡΕΣ





BERTOLT BRECHT


ΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΑΝΔΡΕΣ

1
Όλοι οι άνδρες οι μεγάλοι λένε πάντοτε βλακείες
πολλές, και παίρνουνε τον κόσμο γύρω τους για βλάκα.
Ο κόσμος γύρω τους σωπαίνει· ανυπερθέτως μνείες
τους κάνει· και περνάει τον καιρό του απλώς για πλάκα.

2
Όλοι οι άνδρες οι μεγάλοι, ναι, και πίνουνε και τρώνε·
και σαν πεινάσουνε, τους γουργουρίζει το στομάχι.
Όλοι οι άλλοι άνθρωποι τα κατορθώματά τους, ω ναι,
ακούν, και πίνουνε και τρώνε επίσης – μα ό,τι λάχει.

3
Ο Μεγαλέξαντρος μαθαίνουμε πως για να ζήσει
καλά, ήθελε τη Βαβυλώνα την τρανή ν’ αλώσει.
Πλην όμως άνθρωποι πολλοί (ένας τους εσύ) στη ζήση
δεν τη χρειάζεται, τις μέρες τους να τούς χρυσώσει.

4
Δεν πήγαινε ο Κοπέρνικος ο μέγας για ύπνο, τίλιο
ρουφώντας· κράταγε ένα τηλεσκόπιο στο χέρι
κι εμέτρα πώς η γή μας στρέφεται περί τον ήλιο,
και νόμιζε τον ουρανό πως έμαθε και ξέρει.

5
Ο μέγας Μπέρτολτ Μπρεχτ τ’ απλά δεν μπόραγε να νιώσει·
τα δύσκολα όμως, όπως λόγου χάρη το χορτάρι,
τ’ ανέλυε. Τον Βοναπάρτη εθαύμαζε, με πόση
το φαγητό του όρεξη έτρωγε, με πόση χάρη.

6
Σοφά όλοι οι άνδρες οι μεγάλοι πράττουν – να το πούμε!
Και πάντα δυνατά μιλάνε – σαν τα περιστέρια.
Τους άνδρες τους μεγάλους πρέπει, λέω, να τους τιμούμε,
μα πίστη να μη δίνουμε στων λόγων τους τ’ ασκέρια.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΟΛΓΑ ΟΡΟΣΚΟ!




OLGA OROZCO (1920-1999)


OLGA OROZCO

Yo, Olga Orozco, desde tu corazón digo a todos que muero.
Amé la soledad, la heroica perduración de toda fe,
el ocio donde crecen animales extraños y plantas fabulosas,
la sombra de un gran tiempo que pasó entre misterios y entre
   alucinaciones,
y también el pequeño temblor de las bujías en el anochecer.
Mi historia está en mis manos y en las manos con que otros las
   tatuaron.
De mi estadía quedan las magias y los ritos,
Unas fechas gastadas por el soplo de un despiadado amor,
La humareda distante de la casa donde nunca estuvimos,
Y unos gestos dispersos entre los gestos de otros que no me
   conocieron.
Lo demás aún se cumple en el olvido,
Aún labra la desdicha en el rostro de aquella que se buscaba
   en mí
igual que en un espejo de sonrientes praderas,
y a la que tú verás extrañamente ajena:
mi propia aparecida condenada a mi forma de este mundo.

Ella hubiera querido guardarme en el desdén o en el orgullo,
en un último instante fulmíneo como un rayo,
no en el tumulto incierto donde alzo todavía la voz ronca y
   llorada
entre los remolinos de tu corazón.
No. Esta muerte no tiene descanso ni grandeza.
No puedo estar mirándola por primera vez durante tanto
   tiempo.
Pero debo seguir muriendo hasta tu muerte
porque soy tu testigo ante una ley más honda y más oscura
que los cambiantes sueños, allá, donde escribimos la sentencia:
"Ellos han muerto ya.
Se habían elegido por castigo y perdón, por cielo y por infierno.
Son ahora una mancha de humedad en las paredes del primer
   aposento".

Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2013

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ: ΔΩΔΕΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΒΑΦΗ: 12





ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ

Αυτός που πέθανε, ήταν, πράγματι, έξοχος,
μοναδικός· μας άφησε ένα μέτρο υπέροχο
να μετρηθούμε και προπάντων να μετρήσουμε
το γείτονά μας· – ο ένας τόσος δα
πολύ κοντός, ο άλλος στενός, ο τρίτος
μακρύς σαν ξυλοπόδαρος· κανένας
με κάποια αξία· τίποτα, μα τίποτα.
Μονάχα εμείς που χρησιμοποιούμε επάξια
αυτό το μέτρο –μα ποιό μέτρο λέτε;–
αυτό ’ναι η Νέμεσις, το ξίφος του Αρχαγγέλου,
το ακονίσαμε κιόλας, και τώρα μπορούμε
αράδα ν’ αποκεφαλίζουμε τους πάντες.



Από το βιβλίο: Γιάννης Ρίτσος, «Ποιήματα», τ. Θ΄, Κέδρος, Αθήνα 1989, σελ. 186.

ΤΟ ΦΩΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΗΛΙΟ




BENJAMIN PÉRET


ΤΟ ΦΩΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΗΛΙΟ

Η μικρή γύμνια
βαριέται μες στο κόκκινο κεχριμπαρένιο της καράβι
Απλώνεται σαν τη θάλασσα
σαν τα μαλλιά της
Ζητά απ’ τη βροχή και τον καλό καιρό
ένα κλαρί πριονιών
κι ένα σχοινί ευαγγελίου
με μεγάλα κεριά σπιτιών
Είναι τόσο νεότητα και τόσο ομορφιά
που η καπνιά μεγάλη κατεργάρα
την πλησιάζει με χέρια κύκνου
καθαρισμένα απ’ το οινόπνευμα και τους ανέμους
Όμως η βροχή χαμογελά στον καλό καιρό
που χαϊδεύει τις τρίχες των βουνών
και οι δυό τους συνεννοούνται για να κυνηγήσουν τις κοιλάδες
που ζουν με φύλλα και με σκόνη
με πέτρες και μπαστούνια



Μετάφραση: Σωτήρης Λιόντος.
Από το βιβλίο: Μπενζαμέν Περέ, «Απαγορεύεται η αφισσοκόλλησις και άλλα ποιήματα», Εισαγωγή – μετάφραση – σημειώσεις: Σωτήρης Λιόντος & Νίκος Σταμπάκης, ύψιλον / βιβλία, Αθήνα 2007, σελ. 166.