Τετάρτη 26 Μαρτίου 2008

ΠΛΑΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ


UMBERTO SABA


ΠΑΛΙΑ ΠΟΛΗ


Συχνά, για να γυρίσω σπίτι μου,
παίρνω ένα σκοτεινό δρόμο της παλιάς πόλης.
Κίτρινο, σε κάποια λακούβα με νερό, καθρεφτίζεται
ένα φανάρι και ο δρόμος είναι κατάμεστος.

Εδώ, ανάμεσα στον κόσμο που πάει κι έρχεται
απ’ την ταβέρνα στο σπίτι ή στο μπουρδέλο,
όπου εμπορεύματα κι άνθρωποι είναι τα υπολείμματα
ενός μεγάλου θαλασσινού λιμανιού,
ξαναβρίσκω διαβαίνοντας, το άπειρο
στην ταπεινότητα μέσα.
Εδώ πόρνη και ναύτης, ο γέρος
που βλαστημάει, η γυναίκα που τσακώνεται,
ο δραγώνος που κάθεται στην πιτσερία,
η αναστατωμένη κοπέλα ξετρελαμένη
απ’ τον έρωτα,
είναι όλοι τους πλάσματα της ζωής
και του πόνου -
σαλεύει μέσα τους, όπως σε μένα, ο Κύριος.

Εδώ, με συντροφιά τους ταπεινούς, νιώθω
να γίνεται η σκέψη μου
τόσο αγνότερη, όσο πιο άθλιος είναι ο δρόμος.


Μετάφραση: Σωτήρης Παστάκας.
Το ποίημα μάς το έστειλε η φίλη του μπλογκ κ. Barbara Chiappini.

6 σχόλια:

  1. "Ντοστογιεφσκικό" στην αλήθεια του και στην ομορφιά του. Υπέροχος Saba.

    Kαλημέρες


    Βολκώφ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Υπέροχο το ποίημα (μου θυμίζει έντονα Γένοβα ) ,υπέροχο και το πλάσμα του "πόνου" στην φωτογραφία...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. @ ναυτίλος: ... Συμφωνούμε! Να περνάτε να σας βλέπουμε!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Einai wraios o Saba.

    (Ti fwtografia einai auth, re Giwrgo?...)

    Enas Aleksandrinos

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. @ Αλεξανδρινός. Μπες στο διαδίκτυο να βρεις όσες θέλεις. Εμένα, βεβαίως, μου την έστειλε η ίδια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή