Δευτέρα 4 Αυγούστου 2025

Ω, ΑΣ ΣΤΡΩΣΕΙ ΕΝΤΟΣ ΜΟΥ ΟΛΟΣ Ο ΕΡΩΤΑΣ ΤΟ ΣΤΟΜΑ ΣΟΥ

 


PABLO NERUDA

 

Ω, ΑΣ ΣΤΡΩΣΕΙ ΕΝΤΟΣ ΜΟΥ ΟΛΟΣ Ο ΕΡΩΤΑΣ ΤΟ ΣΤΟΜΑ ΣΟΥ

 

Ὤ, ἂς στρώσει ἐντός μου ὅλος ὁ ἔρωτας τὸ στόμα του· ἔτσι

στιγμὴ πιὰ δίχως ἄνοιξη ξανὰ δὲν θὰ ὑποφέρω·

μόνο τὰ χέρια μου ἔχω ἐγὼ στὸν πόνο ξεπουλήσει —

μὲ τὰ φιλιά σου ἄσε με τώρα, πολυαγαπημένη.

 

Τοῦ μήνα κρύψε τοῦ ἀνοιχτοῦ τὸ φῶς μὲ τὸ ἄρωμά σου,

μὲ τὴ μακριά σου κόμη πιάσε σφάλισε τὶς πόρτες.

Ἂν νοιάζεσαι γιὰ μέ, θυμίσου πῶς ξυπνῶ στὸ κλάμα,

γιατὶ ἔχω μείνει στὰ ὄνειρά μου ἐγὼ παιδὶ χαμένο

 

ποὺ ψάχνει νά ᾽βρει χέρια μὲς στὶς φυλλωσιὲς τῆς νύχτας,

τὴν ἐπαφὴ ἀπ᾽ τὸ στάρι ποὺ ἐσὺ τοῦ μεταδίδεις,

μιὰν ἁρπαγὴ μαρμαίρουσα σκιῶν καὶ ἐνεργείας.

 

Μιὰ σκιὰ μονάχα, τίποτ᾽ ἄλλο, πολυαγαπημένη —

τὴ σκιά σου νὰ μὲ ἀκολουθεῖ στὸν ὕπνο, στὰ ὄνειρά μου,

κι ἐσένα νὰ μοῦ λὲς πότε εἶναι τοῦ φωτὸς ἡ ὥρα.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

 

ΜΠΑΓΚΑΤΕΛΑ ΜΕ ΜΠΑΤΙΔΟΥΡΟ

 


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

 

ΜΠΑΓΚΑΤΕΛΑ ΜΕ ΜΠΑΤΙΔΟΥΡΟ

 

Τοπία μὲ σελῆνες καὶ πηγάδια

ποὺ χάβουν πάντα ἀστέρια ἀνακαλεῖ

τὸ ρόπτρο μὲς στὴ μνήμη.

 

Καὶ στὶς αὐλὲς βαριὰ τὰ βιολοντσέλα

μὲ γιασεμιὰ γουβώνουν καὶ ματιὲς

τοῦ ὀνείρου τὸ προζύμι.

 

Οἱ μίσχοι τῶν ἀγγελικῶν δακτύλων

στὶς αὖρες βουτηγμένοι διευθετοῦν

τῶν ἀσπασμῶν τὴ φήμη.


Κυριακή 3 Αυγούστου 2025

ΤΟ ΒΟΥΒΟ ΧΑΟΣ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ

 


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

 

ΤΟ ΒΟΥΒΟ ΧΑΟΣ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ

 

Τὸ φῶς τοῦ Αὐγούστου πάνω ἀπ᾽ τὴν Ὑλίκη:

νερὰ γαλάζια, δέντρα καὶ χωράφια,

βουνὰ καὶ πράσινο ἄνοιγμα γιὰ ἐλάφια

τῆς φαντασίας, κόσμος ποὺ ἀνήκει

 

στὴ φύση τῶν στιγμῶν καὶ τῶν πραγμάτων

καὶ ἀλλάζει νόημα, ὅταν μὲ βλέμμα ἄλλο

ἐλέγξεις τὶ ἔβλεπες μικρὸ ἢ μεγάλο

 

στοὺς ὅρους συμβατῶν ἢ καὶ ἀσυμβάτων

παραδοχῶν. Τὸν κόσμο —σοῦ εἶπα— σῶζε

 

μέσ᾽ ἀπ᾽ τὸ sordo caos delle cose.

 

(Τοῦ Παζολίνι λόγος

ἰσχύων ἀναλόγως.)

ΚΑΙ Η ΛΕΞΗ ΑΥΤΗ, ΑΥΤΟ ΤΟ ΧΑΡΤΙ, ΟΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΓΡΑΨΕΙ

 


PABLO NERUDA

 

ΚΑΙ Η ΛΕΞΗ ΑΥΤΗ, ΑΥΤΟ ΤΟ ΧΑΡΤΙ, ΟΠΟΥ ΕΧΟΥΝ  ΓΡΑΨΕΙ

 

Καὶ ἡ λέξη αὐτή, αὐτὸ τὸ χαρτί, ὅπου ἔχουν γράψει

τὰ χίλια χέρια ἑνὸς μοναδικοῦ χεριοῦ, δές,

δὲν μένει μέσα σου, ὄνειρα δὲν παραστέκει·

στὸ χῶμα πέφτει: ἐκεῖ ἔχει τὴ συνέχειά του.

 

Καθόλου δὲν πειράζει ἂν τὸ φῶς ἢ τὰ ἐγκώμια

πηδήξουν ἔξω ἀπ᾽ τὸ ποτήρι καὶ χυθοῦνε —

ἂν τοῦ κρασιοῦ ἦταν ἕνα ἐπίμονο φρικίασμα...

τὰ χείλη σου ἂν μὲ ἀμάραντο ἤτανε βαμμένα.

 

Ἡ συλλαβὴ ἡ βραδύπορη ἄλλο πιὰ δὲν θέλει

ὅ,τι ὁ ὕφαλος μονίμως φέρνει-ξαναφέρνει

ἀπὸ τὶς ἀναμνήσεις μου μὲ ἀφροὺς ὀργίλους:

 

μονάχα τ᾽ ὄνομά σου ἐπιθυμεῖ γραμμένο.

Μὰ κι ἂν τυχὸν τὸ κρύψει ἡ θλίψη τοῦ ἔρωτά μου,

θὰν τὸ φωνάξει ἡ ἄνοιξη μὲ τὸ ποὺ θά ᾽ρθει.

 

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.


Σάββατο 2 Αυγούστου 2025

ΔΙΑΡΡΗΔΗΝ



ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

 

ΔΙΑΡΡΗΔΗΝ

 

Ψιχάλιζε φιλιὰ ρητὰ σὰν λόγια

καὶ τ᾽ ἄρρητα ὅλα νόημα ἀποκτοῦσαν.

Μεμιᾶς τὰ σημαινόμενα ἀντηχοῦσαν

ἀλλόκοτα, σὰν ἀπὸ ἄλογα ἀναλόγια,

 

ἀλλὰ τὸν κώδικα τὸν διόρθωσε ὁ Ἔρως

μὲ ἐπέμβαση σὰν ἀστραπὴ ποὺ κόβει

στὰ δυὸ τὴ νύχτα καὶ κυλοῦν οἱ φόβοι

 

μετὰ ἄπραγοι. ᾙ χαρά, χυμένη ἐγκαίρως,

στεφάνωσε ὡς θριαμβικὸ ποτάμι

 

τοὺς μόχθους ποὺ τὴν εἴχανε συνδράμει.

 


ΕΧΕΙΣ ΑΠ᾽ ΤΟ ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΣ ΤΟΥ ΛΑΡΥΚΑ ΤΙΣ ΙΝΕΣ

 


PABLO NERUDA

 

ΕΧΕΙΣ ΑΠ᾽ ΤΟ ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΣ ΤΟΥ ΛΑΡΥΚΑ ΤΙΣ ΙΝΕΣ

 

Ἔχεις ἀπ᾽ τὸ ἀρχιπέλαγος τοῦ λάρυκα τὶς ἴνες,

τὴ δουλεμένη σάρκα ἀπὸ τοῦ χρόνου τοὺς αἰῶνες,

φλέβες ποὺ ἐγνώρισαν καλὰ τὴ θάλασσα τῶν ξύλων

καὶ πράσινο αἷμα πού ᾽πεσε ἀπ᾽ τὸν οὐρανὸ στὴ μνήμη.

 

Κανεὶς δὲν θὰ μαζέψει τὴν καρδιά μου τὴν πεσμένη

ἀνάμεσα σὲ τόσες ρίζες, στὴν πικρὴ φρεσκάδα

τοῦ ἥλιου ποὺ ἀπ᾽ τῶν νερῶν τὴ φούρια ἔχει πληθύνει

καὶ ζεῖ ἐκεῖ ὁ ἴσιος ποὺ μαζί μου πιὰ δὲν ταξιδεύει.

 

Γι᾽ αὐτὸ κι ἐσὺ ἀπ᾽ τὸν Νότο σὰν νησὶ ἔχεις ξεπροβάλει,

νησὶ στεφανωμένο μὲ φτερὰ καὶ χίλια δέντρα.

Τ᾽ ἀρώματα ἔνιωσα δασῶν ποὺ δρόμους ἔχουν πάρει,

 

τὸ μαῦρο μέλι ξαναβρῆκα ποὺ ἤξερα τῆς ζούγκλας,

καὶ τῶν γοφῶν σου ἀκράγγιξα τὰ λυπημένα τ᾽ ἄνθη:

μ᾽ ἐμένανε ἐγεννήθηκαν καὶ φτιάξαν τὴν ψυχή μου.

 

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

 

ΒΙΒΛΙΑ... ΒΙΒΛΙΑ...

 







































Παρασκευή 1 Αυγούστου 2025

ΘΑΥΜΑΤΩΝ ΑΠΗΧΗΣΕΙΣ


 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

 

ΘΑΥΜΑΤΩΝ ΑΠΗΧΗΣΕΙΣ

 

Φῶς κόκκινο στὴν ἄκρη ἀκρωτηρίων

τὴν ὕλη ἐτρύπαγε τοῦ σκότους. Φάροι

σὲ κήπους μιᾶς θαλάσσης (μὲ ὅσα βάρη

κρατοῦσε ἀγάπης ἀπ᾽ τῶν ἐνυπνίων

 

τὶς συγκροτήσεις) σβήνανε κι ἀνάβαν.

Καμπάνες μὲ καμάτους αἰσθημάτων

τὰ δῶρα ἐμοίραζαν σὲ περιπάτων

 

ἀλέες: θαύματα μὲσ᾽ ἀπ᾽ τὴ λάβα ν᾽

ἀδράχνουν λάμψεις, ὄνειρα ἀπ᾽ τὶς στάχτες

 

μὲ χέρι ποὺ οἰακίζει καταρράχτες.

Σ’ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ ΜΕΣΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΕΤΑΜΕ;

 


PABLO NERUDA

 

Σ’ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ ΜΕΣΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΕΤΑΜΕ;

 

Σ᾽ αὐτὸν τὸν χρόνο μέσα πρέπει νὰ πετᾶμε;

Χωρὶς φτερὰ ἢ ἀεροπλάνα νὰ πετᾶμε πρέπει·

ἀνώφελα τὰ βήματά μας πιὰ περάσαν

χωρὶς ν᾽ ἀντέξουνε τὰ πόδια τοῦ ἐπιβάτη.

 

Γι᾽ αὐτὸ κάθε στιγμὴ θὰ πρέπει νὰ πετᾶμε

σὰν τοὺς ἀετοὺς καὶ σὰν τὶς μύγες, σὰν τὶς μέρες·

τοῦ Κρόνου πρέπει ἐμεῖς τὰ μάτια νὰ νικᾶμε

κι ἐκεῖ καινούργιες πιὰ νὰ στήνουμε καμπάνες.

 

Καθόλου δὲν μᾶς φτάνουν πιὰ παπούτσια ἢ δρόμοι.

Στοὺς ὁδοιπόρους τώρα ἡ γῆ δὲν χρησιμεύει·

οἱ ρίζες πῆγαν καὶ μπλεχτῆκαν μὲ τὴ νύχτα,

 

κι ἐσὺ σ᾽ ἕν᾽ ἄλλο θὲ νὰ ἐμφανιστεῖς ἀστέρι

διαβατικὴ καὶ πτητική, καὶ μιὰ γιὰ πάντα:

στὸ τέλος πάντως θά ᾽χεις γίνει παπαρούνα.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.