Κυριακή 7 Μαρτίου 2010

ΕΙΔΑΜΕ ΕΔΩ ΤΗΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΗ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ


ΕΙΔΑΜΕ ΕΔΩ ΤΗΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΗ


Είδαμε εδώ την οικουμένη;
Είδαμε τα φύλλα και τα δέντρα
Είδαμε τα χόρτα και τη γη
Τον άνεμο δεν είδαμε πού πήγαινε
Τον άνθρωπο είδαμε πού πήγαινε.

ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΡΙΕΣ ΤΟΥ ΦΑΝΤΟ 21: ΑΝΤΑ ΝΤΕ ΚΑΣΤΡΟ




ADA DE CASTRO: CIGANO

ΠΡΙΝ ΧΑΡΑΞΕΙ


ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ


ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ


Κοιμήσου και στον ύπνο σου θα στείλω τρεις νεράιδες,
για να χορεύουν απαλά πάνω στα βλέφαρά σου.
Κι αν έχεις ύπνο δύσκολο θα στείλω τρεις νοτιάδες,
για να φυσήξουνε μακριά τα μαύρα όνειρά σου.

Κοιμήσου πουπουλένια μου μες το δικό μου χάδι,
καράβι το σεντόνι σου κι έχει μια νύχτα λάδι,
για να σε πάρει απαλά σε κύμα πελαγίσιο
κι όταν ξυπνήσεις το πρωί να σ’ έχει φέρει πίσω.

Κοιμήσου πεταλούδα μου και κλείσε τα φτερά σου
κι εγώ θα σβήσω τ’ ουρανού το φως μη σε τρομάξει.
Άσε μου μόνο μια γωνιά μέσα στα όνειρά σου,
να κοιμηθώ στο πλάι σου και φεύγω πριν χαράξει.

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΛΟΥΣΙΝΤΑ ΓΟΥΙΛΛΙΑΜΣ


Προσφορά στον / στην Γούστο μου και καπέλο μου!

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η LUCINDA WILLIAMS


UNSUFFER ME


Unlock my love
and set me free
come fill me up
with ecstasy

surround my heartbeat
with your fingertips
unbound my feet
untie my wrists

come in to my world
of loneliness
and wickedness
and bitterness
Unlock my love

Unsuffer me
Take away the pain
Unbruise unbloddy
Wash away the stain
Anoint my head
With your sweet kiss
My joy is dead
I long for bliss

I long for knowledge
Whisper in my ear
Undo my logic, undo my fear
Unsuffer me

Unlock my love
And set me free
come fill me up
with ecstasy
unsuffer me
Take away the pain
Unbruise unbloddy
Wash away the stain

surround my heartbeat
with your fingertips
unbound my feet
untie my wrists

come in to my world
of loneliness
and wickedness
and bitterness
Anoint my head
With your sweet kiss
My joy is dead
I long for bliss

I long for knowledge
Whisper in my ear
Undo my logic, undo my fear
Unsuffer me

ΚΑΤΩ ΑΠ' ΤΟ ΓΕΙΣΟ ΤΟΥ ΜΑΥΡΟΥ ΠΙΛΟΥ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ


ΤΟ ΕΝ ΠΑΡΙΣΙΟΙΣ ΤΑΝΓΚΟ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΛΙΣΗΣ


Καπνός σοφιστευμένος τής κινεί το στόμα –
στοιχειωδών σωματιδίων αποχρώσεις·
σκαρλάτο των νυχιών το κόκκινο (δύο στρώσεις
γαρύφαλλο και ρόδι) τη χορταίνει χρώμα.

Λεπτές ματιές φεγγοβολούν κάτω απ’ το γείσο
του μαύρου πίλου μ’ όσα απ’ τ’ άκρατα μελάνια
ανάβουν σ’ όλα ακρίτως στεναγμούς τ’ αλάνια.
Αλώμενος κι εγώ ποθώ να την ξεντύσω.

«Déshabillez-moi», μου είπε· και πετά το βέλο,
τον Λόγο διαφαείνοντας σαν όπως εμπέδω-
νε αείποτε η λύρα ή όπως γράφει κι ο Κεβέδο
esfera es racional, que ilustra el suelo.

Μπαντονεόν πηγάζουν στα νερά που η βρύση
η μέσα των ελίκων της διανοίας ρίχνει
ραντίζοντας αλά Ζυλιέτ Γκρεκό ό,τι εκεί ίχνη
εκάλεσαν στο φως τη Λίση να μιλήσει.

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΖΥΛΙΕΤ ΓΚΡΕΚΟ


ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η JULIETTE GRECO


DÉSHABILLEZ-MOI


Déshabillez-moi, déshabillez-moi
Oui, mais pas tout de suite, pas trop vite
Sachez me convoiter, me désirer, me captiver
Déshabillez-moi, déshabillez-moi
Mais ne soyez pas comme tous les hommes, trop pressés.
Et d'abord, le regard
Tout le temps du prélude
Ne doit pas être rude, ni hagard
Dévorez-moi des yeux
Mais avec retenue
Pour que je m'habitue, peu à peu...

Déshabillez-moi, déshabillez-moi
Oui, mais pas tout de suite, pas trop vite
Sachez m'hypnotiser, m'envelopper, me capturer
Déshabillez-moi, déshabillez-moi
Avec délicatesse, en souplesse, et doigté
Choisissez bien les mots
Dirigez bien vos gestes
Ni trop lents, ni trop lestes, sur ma peau
Voilà, ça y est, je suis
Frémissante et offerte
De votre main experte, allez-y...

Déshabillez-moi, déshabillez-moi
Maintenant tout de suite, allez vite
Sachez me posséder, me consommer, me consumer
Déshabillez-moi, déshabillez-moi
Conduisez-vous en homme
Soyez l'homme... Agissez!
Déshabillez-moi, déshabillez-moi
Et vous... déshabillez-vous!

ΧΕΡΜΑΝ ΛΑΙΝΣ!




HERMANN LÖNS (1866 - 1914)


DER ROSENGARTEN


Ich weiß ein Garten hübsch und fein,
Da blüht ein rotes Röselein;
Und darum ist ein Heckenzaun,
Im Sommer grün, im Winter braun.

Und wer das Röslein brechen will,
Muß kommen stumm, muß kommen still;
Muß kommen bei der dustren Nacht,
Wenn weder Mond noch Sternlein wacht.

Ich wollte meinem Glück vertraun,
Stieg heimlich übern Gartenzaun;
Das rote Röslein war geknickt,
Ein andrer hatte es gepflückt.

Das Gärtchen ist nun kahl und leer,
Das rote Röslein blüht nicht mehr;
Betrübt muß ich von weitem stehn
Und nach dem Rosengarten sehn.


Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η φίλη του ιστολογίου Sibylle B.

ΓΝΩΡΙΜΙΑ


LOUIS MACNEICE (1907-1963)


CODA


Μπορεί να γνωριζόμασταν καλύτερα,
όταν η νύχτα είταν ακόμη νέα και ανεπανάληπτη
και η σελήνη στεκότανε γαλήνια πάνω από την Ιεριχώ.

Αυτά ως προς τα περασμένα· στο παρόν
υπάρχουνε στιγμές που μπλέξανε σε χτυποκάρδια
τη στιγμή που μπορεί να γνωριζόμαστε καλύτερα.

Μα τί ’ναι ο ήχος αυτός στο σκοτάδι;
Μπορεί να γνωριστούμε καλύτερα
όταν συναντηθούν οι σήραγγες μες στου βουνού το σώμα.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Σάββατο 6 Μαρτίου 2010

ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΣΤΑ ΠΑΤΗΣΙΑ


ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΓΙΑΝΝΑ ΚΑΤΣΑΓΙΩΡΓΗ


Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΠΑΤΗΣΙΩΝ

Τη μέρα που γεννήθηκα με πήρανε τρεις γύφτοι
και στράτα στράτα με έφεραν εδώ στον Ποδονίφτη
Τα σπίτια τότε φτωχικά ξεσκέπαστο το ρέμα
το γάλα ήταν όνειρο και παραμύθι η κρέμα

Μα εμένα μού 'δωσε η ζωή λαχταριστές καμπύλες
που για τους άντρες άνοιγαν των ουρανών τις πύλες
και μού 'λεγαν στενάζοντας καθώς με παίρναν πρέφα
"Εσύ κερδίζεις μάνα μου και κύπελλο Ουέφα"

Απ' αριθμούς και γράμματα δε σκάμπαζα ούτε λέξη
κι ένα παιδί της γειτονιάς που 'χα μαζί του μπλέξει
Έπαιζε με ένα ακκορντεόν σε μια μικρή ορχήστρα
και με το ζόρι μ' έβαλε να γίνω τραγουδίστρα

Βγήκα στο πάλκο μια βραδιά κι ω θαύμα των θαυμάτων
πάψαν των σκύλων οι φωνές κι οι τσαχπινιές των γάτων
και μού 'λεγαν οι φίλοι μου, παιδιά του εργοταξίου
"εσύ μασάς τη Μοσχολιού και τρως την Αλεξίου"

Με τον καιρό βαρέθηκα τον ακορντεονίστα
τα λόγια του μου φέρνανε και κούραση και νύστα
Έτσι λοιπόν παντρεύτηκα κάποιον συνταξιούχο
κι είχα σπιτάκι καθαρό σιδερωμένο ρούχο

Κι έμαθα σαν λησμόνησα του τραγουδιού τα φάλτσα
να φτιάχνω φίνο μουσακά και μακαρόνια σάλτσα
κι όλοι μου λέγαν σε γιορτές, σε γάμους, σε βαφτίσια
"εσύ θα γίνεις Παναγιά μια μέρα στα Πατήσια".



Στίχοι: Νίκος Γκάτσος.
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις.

ΧΟΡΕΥΟΥΝ Ο ΓΟΥΣΤΑΒΟ ΝΑΒΕΪΡΑ ΚΑΙ Η ΖΙΖΕΛ ΑΝ


LA CUMPARSITA

ΧΟΡΕΥΟΥΝ Ο GUSTAVO NAVEIRA ΚΑΙ Η GISELLE ANNE

ΧΟΡΧΕ ΓΚΥΓΙΕΝ!







JORGE GUILLÉN (1893-1984)


MUERTE A LO LEJOS


Je soutenais l'éclat de la mort toute pure
VALÉRY

Alguna vez me angustia una certeza,
Y ante mí se estremece mi futuro.
Acechándolo está de pronto un muro
Del arrabal final en que tropieza

La luz del campo. ¿Mas habrá tristeza
Si la desnuda el sol? No, no hay apuro
Todavía. Lo urgente es el maduro
Fruto. La mano ya lo descorteza.

...Y un día entre los días el más triste Será.
Tenderse deberá la mano
Sin afán. Y acatando el inminente

Poder diré sin lágrimas: embiste,
Justa fatalidad. El muro cano
Va a imponerme su ley, no su accidente.


Το υλικό της ανάρτησης μας το έστειλε η Consuelo.

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ


ΝΑΝΤΙΑ ΓΑΒΑΛΑ


Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ


Βάζει στις χούφτες τα μυαλά της
και γυρίζει την πλάτη στο επάγγελμα
Γράφει την ερώτηση στον τοίχο
και μετράει γουρούνια για να κοιμηθεί
Εντάξει
πού και πού κλαίει όνειρα
τις αργές ώρες κάνει ρεσάλτο στο υγρό χρυσάφι των Κελτών
πότε – πότε λέει ψέματα στα καθωσπρέπει παιδιά του σχολείου
Αλλά
όταν βουτάει στο δρόμο
ξέστηθη χορεύει πάνω στα οδοφράγματα
και δεν ξεχνά ότι
αρχίζει από το ίδιο γράμμα με τον Έρωτα

Παρασκευή 5 Μαρτίου 2010

ΤΟ ΧΩΡΑΦΑΚΙ ΡΗΜΑΞΕ


ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


ΕΛΛΑΔΑ


Σπασμένες κληματόβεργες, πέτρες, αγκάθια, μια στάμνα.
Το χωραφάκι ρήμαξε. Σφαλιγμένο από χρόνια το σπίτι.
Δε ματαγύρισε από τότες ο Βαγγέλης. Πίσω απ’ το στάβλο
Φαίνεται ένα κομμάτι θάλασσα, σκούρο γαλάζιο. Τ’ άλογό του
τό ’χε πουλήσει σε δύσκολες μέρες – ένα άλογο κόκκινο
με μια άσπρη βούλα στο ζερβί του μάτι. Ένα πούπουλο γλάρου
έπεσε στα ξερόκλαδα. Στην πόρτα, αντικριστά, η γερόντισσα:
«Με κάτι τέτοια, γιέ μου, ψευτοπράματα –είπε–
βολεύουμε τη ζήση μας». Ο άλλος δε μίλησε. Κοιτούσε πέρα·
έκανε το σταυρό του και προχώρησε σα νά ’ταν ν’ ασπαστεί
το χέρι της γερόντισσας ή το πούπουλο εκείνο.


19.V .69



Από τη συλλογή «Κιγκλίδωμα».
Από το βιβλίο: Γιάννης Ρίτσος, «Ποιήματα», τ. Ι΄, Κέδρος, Αθήνα 1989, σελ. 147.

Τετάρτη 3 Μαρτίου 2010

ΚΑΛΗ ΜΟΥ


RAFAEL ALBERTI


ΜΟΝΗ


Η ώς τα χτες αγαπημένη μου
πάει μόνη μέσ’ απ’ τα βάτα.
Πίσω της μια ακρίδα πάνοπλη
με μια πεταλούδα αντάμα.

Τρία στρατόνια:
το μεσιανό είν’ η καλή μου·
το ζερβί η πεταλουδίτσα·
και το δεξί η σαλταδόρισσα
θωρακοφόρετη ακρίδα.



Μετάφραση: Ηλίας Ματθαίου.
Από το βιβλίο: Ραφαέλ Αλμπέρτι, «Ναύτης στη στεριά», Μετάφραση – απόδοση Ηλίας Ματθαίου, Θερβάντες, Αθήνα 1992, σελ. 59.

Δευτέρα 1 Μαρτίου 2010

ΑΓΓΕΛΟΣ ΕΞΑΓΓΕΛΟΣ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ


ΑΓΓΕΛΟΣ ΕΞΑΓΓΕΛΟΣ


Άγγελος εξάγγελος μάς ήρθε από μακριά
γερμένος πάνω σ’ ένα δεκανίκι
δεν ήξερε καθόλου, μα καθόλου να μιλά
και είχε γλώσσα μόνο για να γλείφει

Τα νέα που μάς έφερε ήταν όλα μια ψευτιά
κι ακούγονταν ευχάριστα στ’ αφτί μας
γιατί έμοιαζε μ’ αλήθεια η κάθε του ψευτιά
κι ακούγοντάς τον ησύχαζε η ψυχή μας

Έστησε το κρεβάτι του πίσω απ’ την αγορά
κι έλεγε καλαμπούρια στην ταβέρνα
μπαινόβγαινε κεφάτος στα κουρεία και στα λουτρά
και χάζευε τα ψάρια μες στη στέρνα

Και πέρασε ο χειμώνας κι ήρθε η καλοκαιριά
κι ύστερα πάλι ξανάρθανε τα κρύα
ώσπου κάποιο βραδάκι τί τού ’ρθε ξαφνικά
κι άρχισε να φωνάζει με μανία

Τα πόδια μου καήκανε σ’ αυτή την ερημιά
η νύχτα εναλλάσσεται με νύχτα
τα νέα που σάς έφερα σάς χάιδεψαν τ’ αφτιά
μα απέχουνε πολύ απ’ την αλήθεια

Αμέσως καταλάβαμε τί πήγαινε να πει
και τού ’παμε να φύγει μουδιασμένα
αφού δεν είχε νέα ευχάριστα να πει
καλύτερα να μη μάς πει κανένα