Κοιμήσου και στον ύπνο σου θα στείλω τρεις νεράιδες, για να χορεύουν απαλά πάνω στα βλέφαρά σου. Κι αν έχεις ύπνο δύσκολο θα στείλω τρεις νοτιάδες, για να φυσήξουνε μακριά τα μαύρα όνειρά σου.
Κοιμήσου πουπουλένια μου μες το δικό μου χάδι, καράβι το σεντόνι σου κι έχει μια νύχτα λάδι, για να σε πάρει απαλά σε κύμα πελαγίσιο κι όταν ξυπνήσεις το πρωί να σ’ έχει φέρει πίσω.
Κοιμήσου πεταλούδα μου και κλείσε τα φτερά σου κι εγώ θα σβήσω τ’ ουρανού το φως μη σε τρομάξει. Άσε μου μόνο μια γωνιά μέσα στα όνειρά σου, να κοιμηθώ στο πλάι σου και φεύγω πριν χαράξει.
Καπνός σοφιστευμένος τής κινεί το στόμα – στοιχειωδών σωματιδίων αποχρώσεις· σκαρλάτο των νυχιών το κόκκινο (δύο στρώσεις γαρύφαλλο και ρόδι) τη χορταίνει χρώμα.
Λεπτές ματιές φεγγοβολούν κάτω απ’ το γείσο του μαύρου πίλου μ’ όσα απ’ τ’ άκρατα μελάνια ανάβουν σ’ όλα ακρίτως στεναγμούς τ’ αλάνια. Αλώμενος κι εγώ ποθώ να την ξεντύσω.
«Déshabillez-moi», μου είπε· και πετά το βέλο, τον Λόγο διαφαείνοντας σαν όπως εμπέδω- νε αείποτε η λύρα ή όπως γράφει κι ο Κεβέδο esfera es racional, que ilustra el suelo.
Μπαντονεόν πηγάζουν στα νερά που η βρύση η μέσα των ελίκων της διανοίας ρίχνει ραντίζοντας αλά Ζυλιέτ Γκρεκό ό,τι εκεί ίχνη εκάλεσαν στο φως τη Λίση να μιλήσει.
Déshabillez-moi, déshabillez-moi Oui, mais pas tout de suite, pas trop vite Sachez me convoiter, me désirer, me captiver Déshabillez-moi, déshabillez-moi Mais ne soyez pas comme tous les hommes, trop pressés. Et d'abord, le regard Tout le temps du prélude Ne doit pas être rude, ni hagard Dévorez-moi des yeux Mais avec retenue Pour que je m'habitue, peu à peu...
Déshabillez-moi, déshabillez-moi Oui, mais pas tout de suite, pas trop vite Sachez m'hypnotiser, m'envelopper, me capturer Déshabillez-moi, déshabillez-moi Avec délicatesse, en souplesse, et doigté Choisissez bien les mots Dirigez bien vos gestes Ni trop lents, ni trop lestes, sur ma peau Voilà, ça y est, je suis Frémissante et offerte De votre main experte, allez-y...
Déshabillez-moi, déshabillez-moi Maintenant tout de suite, allez vite Sachez me posséder, me consommer, me consumer Déshabillez-moi, déshabillez-moi Conduisez-vous en homme Soyez l'homme... Agissez! Déshabillez-moi, déshabillez-moi Et vous... déshabillez-vous!
Τη μέρα που γεννήθηκα με πήρανε τρεις γύφτοι και στράτα στράτα με έφεραν εδώ στον Ποδονίφτη Τα σπίτια τότε φτωχικά ξεσκέπαστο το ρέμα το γάλα ήταν όνειρο και παραμύθι η κρέμα
Μα εμένα μού 'δωσε η ζωή λαχταριστές καμπύλες που για τους άντρες άνοιγαν των ουρανών τις πύλες και μού 'λεγαν στενάζοντας καθώς με παίρναν πρέφα "Εσύ κερδίζεις μάνα μου και κύπελλο Ουέφα"
Απ' αριθμούς και γράμματα δε σκάμπαζα ούτε λέξη κι ένα παιδί της γειτονιάς που 'χα μαζί του μπλέξει Έπαιζε με ένα ακκορντεόν σε μια μικρή ορχήστρα και με το ζόρι μ' έβαλε να γίνω τραγουδίστρα
Βγήκα στο πάλκο μια βραδιά κι ω θαύμα των θαυμάτων πάψαν των σκύλων οι φωνές κι οι τσαχπινιές των γάτων και μού 'λεγαν οι φίλοι μου, παιδιά του εργοταξίου "εσύ μασάς τη Μοσχολιού και τρως την Αλεξίου"
Με τον καιρό βαρέθηκα τον ακορντεονίστα τα λόγια του μου φέρνανε και κούραση και νύστα Έτσι λοιπόν παντρεύτηκα κάποιον συνταξιούχο κι είχα σπιτάκι καθαρό σιδερωμένο ρούχο
Κι έμαθα σαν λησμόνησα του τραγουδιού τα φάλτσα να φτιάχνω φίνο μουσακά και μακαρόνια σάλτσα κι όλοι μου λέγαν σε γιορτές, σε γάμους, σε βαφτίσια "εσύ θα γίνεις Παναγιά μια μέρα στα Πατήσια".
Βάζει στις χούφτες τα μυαλά της και γυρίζει την πλάτη στο επάγγελμα Γράφει την ερώτηση στον τοίχο και μετράει γουρούνια για να κοιμηθεί Εντάξει πού και πού κλαίει όνειρα τις αργές ώρες κάνει ρεσάλτο στο υγρό χρυσάφι των Κελτών πότε – πότε λέει ψέματα στα καθωσπρέπει παιδιά του σχολείου Αλλά όταν βουτάει στο δρόμο ξέστηθη χορεύει πάνω στα οδοφράγματα και δεν ξεχνά ότι αρχίζει από το ίδιο γράμμα με τον Έρωτα
Σπασμένες κληματόβεργες, πέτρες, αγκάθια, μια στάμνα. Το χωραφάκι ρήμαξε. Σφαλιγμένο από χρόνια το σπίτι. Δε ματαγύρισε από τότες ο Βαγγέλης. Πίσω απ’ το στάβλο Φαίνεται ένα κομμάτι θάλασσα, σκούρο γαλάζιο. Τ’ άλογό του τό ’χε πουλήσει σε δύσκολες μέρες – ένα άλογο κόκκινο με μια άσπρη βούλα στο ζερβί του μάτι. Ένα πούπουλο γλάρου έπεσε στα ξερόκλαδα. Στην πόρτα, αντικριστά, η γερόντισσα: «Με κάτι τέτοια, γιέ μου, ψευτοπράματα –είπε– βολεύουμε τη ζήση μας». Ο άλλος δε μίλησε. Κοιτούσε πέρα· έκανε το σταυρό του και προχώρησε σα νά ’ταν ν’ ασπαστεί το χέρι της γερόντισσας ή το πούπουλο εκείνο.
19.V .69
Από τη συλλογή «Κιγκλίδωμα». Από το βιβλίο: Γιάννης Ρίτσος, «Ποιήματα», τ. Ι΄, Κέδρος, Αθήνα 1989, σελ. 147.
Άγγελος εξάγγελος μάς ήρθε από μακριά γερμένος πάνω σ’ ένα δεκανίκι δεν ήξερε καθόλου, μα καθόλου να μιλά και είχε γλώσσα μόνο για να γλείφει
Τα νέα που μάς έφερε ήταν όλα μια ψευτιά κι ακούγονταν ευχάριστα στ’ αφτί μας γιατί έμοιαζε μ’ αλήθεια η κάθε του ψευτιά κι ακούγοντάς τον ησύχαζε η ψυχή μας
Έστησε το κρεβάτι του πίσω απ’ την αγορά κι έλεγε καλαμπούρια στην ταβέρνα μπαινόβγαινε κεφάτος στα κουρεία και στα λουτρά και χάζευε τα ψάρια μες στη στέρνα
Και πέρασε ο χειμώνας κι ήρθε η καλοκαιριά κι ύστερα πάλι ξανάρθανε τα κρύα ώσπου κάποιο βραδάκι τί τού ’ρθε ξαφνικά κι άρχισε να φωνάζει με μανία
Τα πόδια μου καήκανε σ’ αυτή την ερημιά η νύχτα εναλλάσσεται με νύχτα τα νέα που σάς έφερα σάς χάιδεψαν τ’ αφτιά μα απέχουνε πολύ απ’ την αλήθεια
Αμέσως καταλάβαμε τί πήγαινε να πει και τού ’παμε να φύγει μουδιασμένα αφού δεν είχε νέα ευχάριστα να πει καλύτερα να μη μάς πει κανένα