Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2010

ΜΕ ΤΟ ΠΟΥΛΙ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΙ


JACQUES PRÉVERT (1900-1977)


ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΣΥΝΟΙΚΙΑ


Έβαλα το πηλίκιό μου στο κλουβί
και βγήκα με το πουλί στο κεφάλι
Λοιπόν;
δε χαιρετάνε πια;
ρώτησε ο διοικητής
Όχι
δε χαιρετάνε πια
απάντησε το πουλί
Α, καλά
Συγχωρήστε με νόμιζα πως χαιρετάνε
είπε ο διοικητής
Συγχωρεμένος κάθε άνθρωπος μπορεί να κάνει λάθος
είπε το πουλί.



Mετάφραση: Τάσος Κόρφης.

Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2010

Ο ΣΕΓΚΟΒΙΑ ΠΑΙΖΕΙ ΣΟΡ



Ο ANDRÉS SEGOVIA ΠΑΙΖΕΙ FERNANDO SOR: VARIATIONS ON A THEME FROM MOZART

Η ΚΡΥΑ ΝΥΧΤΑ


ERNST BLASS


ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΤΗ ΓΚΛΑΝΤΥΣ


       Ω εσύ, γλυκιέ μου αποσπερίτη...
            Ριχάρδος Βάγκνερ

Αλλόκοτος που μοιάζω! Η κρύα νύχτα με τρυπάει.
Την ποιητική μου κεφαλή καπέλλο μαύρο ψάχνει.
Στους δρόμους βολοδέρνω, κι όλο ο αγέρας με βαράει.
Δεντρί είμαι· φύλλα με τυλίγουν τύχης σαν αράχνη.

Χτυπάει δωδεκάμιση... Αργά δεν έχει πάει...
Λαγοκοιμούνται οι φανοστάτες στου χιονιού την άχνη.
Αν βγει κανά κορίτσι της χαράς και μου κολλάει,
ο πόθος πια απ’ τα προστυχόλογά του δεν θα με αδράχνει.

Στους δρόμους βολοδέρνω, κι όλο ο αγέρας με βαράει.
Τα φώτα φαίνεται πως μου λιανίζουν τα κομμάτια
απ’ ό,τι ώς τώρα είχα με τον κόσμο να χωρίσω.

Αλλόκοτος που μοιάζω! Η κρύα νύχτα με τρυπάει.
Καλή μου φίλη, αχ, να γινότανε να σ’ απαντήσω,
και θά ’μουν τρυφερός με ολανθισμένα μου τα μάτια.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΤΟΥ ΕΣΟΠΤΡΟΥ ΤΟ ΚΡΥΣΤΑΛΛΟ


ΝΙΚΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ


ΚΑΤΙ ΑΠΟ ΟΡΑΤΙΟ


Στην Ομήρου (ψηλά, μεταξύ Σόλωνος και Σκουφά),
με τους προύνους στις δόξες τους, πάω (κατά τρόπον ανοίκειο
πάω) δολιχοδρομώντας και βάνω να σμίξουν (κρυφά)
την Μαρίνα Τσβετάιεβα, εκεί, με τον Τίτο Πατρίκιο

πλάι. Και η βάναυση μάζα, ως εκ θαύματος, απορροφά
τόνους αίγλης· και κάλλη μετέωρα σκιρτούν· κι επινίκιο
λεν τραγούδι χοροί παιδικοί και καλούν (με φαμφά-
ρες καλούν) στη γιορτή τους Εννέα Λυρικούς ex officio.

Μα είναι κι άλλοι. Είναι Ιππότες εξ απονομής· Πρόκριτοι ΕΙΝΑΙ.
Είν’ η Ορέττα, αβροτέρα των ρόδων, κι ο Γιώργος, δεινός
    και γενναίος,
κι ο Βοζίκης ο Νίκος κι ο Carlo Carosso μαζί· κι έτσι δένει

με του αμάργαρου ξύλου τους σελαγισμούς (που λες: ΓΙΝΕ
και, αυθωρεί, γίνεται) η ασελγής του λωτού στιλβηδών· και
    έτσι και έως
τη συντέλεια το θαύμα κρατάει και του εσόπτρου το
    κρύσταλλο μένει.



Από το βιβλίο: Νίκος Παπαδόπουλος, «In modo misto genuino», ύψιλον / βιβλία, Αθήνα 2005, σελ. 156.

ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΡΙΕΣ ΤΟΥ ΦΑΝΤΟ 18: ΕΡΜΙΝΙΑ ΣΙΛΒΑ





ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η HERMÍNIA SILVA


A TENDINHA


Junto ao arco de bandeira
Há uma loja tendinha
De aspecto rasca e banal
Na história da bebedeira
Ai, aquela casa velhinha
É um padrão imortal

Velha taberna
Nesta Lisboa moderna
É da tasca humilde e terna
Que mantém a tradição
Velha tendinha
És o templo da pinguinha
Dois dois brancos, da ginginha
Da boêmia e do pimpão

Noutros tempos, os fadistas
Vinham, já grossos das hortas
Pra o teu balcão returrar
E inspirados, os artistas
Iam pra aí, horas mortas
Ouvir o fado e cantar

ΓΑΛΑΣ!



FRANTIŠEK HALAS


DOZNÁNÍ


Dojat vším co je láska
k tobě se přimykám
smuten vším co je láska
před tebou utíkám
Překvapen vším co je láska
mlčím ve střehu
churav vším co je láska
soužím se pro něhu
Poražen vším co je láska
u věrných noci úst
opuštěn vším co je láska
až k sobě budu růst


Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Rachel Stevens.

ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΠΟΛΥΤΕΛΕΙΕΣ ΚΑΙ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΕΣ


αφιερωμένο στον Νίκο Μαυρωνά

ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΑΜΠΕΤΑΣ


ΠΟΥ ’ΣΑΙ ΘΑΝΑΣΗ;


Θα πάρω σβάρνα μια βραδιά
όλες τις συνοικίες
δε θέλω πολυτέλειες
και πολυκατοικίες
Είχα έναν παλιόφιλο
τα ίχνη του έχω χάσει
σ' ένα στέκι απόμερο
το στέκι του Θανάση

Πού 'σαι Θανάση
πού 'σαι Θανάση
ήθελα να σ' αντάμωνα...
Πού 'σαι Θανάση
πού 'σαι Θανάση
ήθελα να σ' αντάμωνα
η γρουσουζιά να σπάσει

Εκεί θα βρω της νιότης μου
τα φίνα τα ωραία
το Μάνθο το Θεμιστοκλή
και την παλιά παρέα
Δίπλα θα καθίσουμε
σαν πρώτα στο τραπέζι
και μαζί θ' ακούσουμε
γλυκιά πενιά να παίζει

Πού 'σαι Θανάση
πού 'σαι Θανάση
ήθελα να σ' αντάμωνα...
Πού 'σαι Θανάση
πού 'σαι Θανάση
ήθελα να σ' αντάμωνα
η γρουσουζιά να σπάσει



Στίχοι: Χαράλαμπος Βασιλειάδης ή Τσάντας.
Μουσική: Γιώργος Ζαμπέτας.

ΑΛΚΙΝΟΟΣ ΚΑΙ ΡΟΔΟΠΗ


JEAN MORÉAS (1856-1910)


ΑΛΚΙΝΟΟΣ ΚΑΙ ΡΟΔΟΠΗ

Πώς ανεβαίνεις στα ψηλά, γλυκιά, λαμπρή, ω σελήνη!
Η άνοιξη πάει, κι έχει το πικρό φθινόπωρο απομείνει!
Το θέρος το φανταχτερό κι η άνοιξη η ανθισμένη
παίρνουν και την αγάπη μου μαζί τους, που πεθαίνει!
Το χελιδόνι είναι μακριά, τα φύλλα σκόρπια χάμου.
Ω έλα, Ροδόπη, ζύγωσε, σ’ αποθυμώ κοντά μου.
Η αύρα, που ερωτικιά φυσάει απ’ το δικό σου στόμα,
μέρες του θέρους, όμορφες, θα μου θυμίσει ακόμα,
και θα πλανέσω τον καιρό και τον πικρό μου πόνο,
τα στήθια σου, απ’ τη νιότη τους μεστά, σαν καμαρώνω.



Μετάφραση: Τέλλος Άγρας.
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Μούσα» τον Νοέμβριο του 1920.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΦΑΚΟΥΝΔΟ ΚΑΒΡΑΛ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο FACUNDO CABRAL


NO SOY DE AQUÍ


Me gusta el mar y la mujer cuando llora
las golondrinas y las malas señoras
saltar balcones y abrir las ventanas
y las muchachas en abril

Me gusta el vino tanto como las flores
y los amantes, pero no los señores
me encanta ser amigo de los ladrones
y las canciones en francés

No soy de aquí, ni soy de allá
no tengo edad, ni porvenir
y ser feliz es mi color
de identidad

Me gusta estar tirado siempre en la arena
y en bicicleta perseguir a Manuela
y todo el tiempo para ver las estrellas
con la María en el trigal

No soy de aquí, ni soy de allá
no tengo edad, ni porvenir
y ser feliz es mi color
de identidad

ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΖΑΝ ΜΩΡΕΑΣ



JEAN MORÉAS (1856-1910)


DEUX STANCES

I


Je te sens sur mes yeux, lune, lune brillante
Dans cette nuit d' été ;
Mon coeur de tes rayons distille l' attrayante
Et froide volupté.

Si tu n' es plus Diane, et quand tu serais morte,
Tu guides bien mes pas
Dans l' ombre et sur le bord de la tombe, et qu' importe
La vie ou le trépas !


II

Quand je viendrai m'asseoir dans le vent, dans la nuit,
Au bout du rocher solitaire,
Que je n'entendrai plus, en t'écoutant, le bruit
Que fait mon coeur sur cette terre,

Ne te contente pas, Océan, de jeter
Sur mon visage un peu d'écume :
D'un coup de lame alors il te faut m'emporter
Pour dormir dans ton amertume.

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2010

ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΑΚΙΑΣ



Борис Леонидович Пастернак / ΜΠΟΡΙΣ ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ (1890-1960)


ΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΝΟΜΠΕΛ


Χαμένος είμαι, σαν το αγρίμι στο κυνήγι.
Κάπου είναι και άνθρωποι και φως και ελευθερία.
Τα χουγιαχτά των κυνηγών μού φέρνου ρίγη·
για μένα δεν υπάρχει διέξοδος καμμία.

Μια λίμνη· κι ένα δάσος σκοτεινό· κι ακόμη
ενός ελάτου το κορμί – που ’χει πεθάνει.
Από παντού για ’μέ είναι πια κομμένοι οι δρόμοι.
Ό,τι κι αν γίνει ας γίνει. Το ίδιο εμέ μου κάνει.

Ποιό νά ’κανα κακό; Τί μού ’χουνε προσάψει;
Φονιάς, κακούργος νά ’μαι, αλήθεια; Ή ρεμάλι;
Τον κόσμον όλο από χαρά έκαμα να κλάψει
για της πατρίδας μου τα παινεμένα κάλλη.

Κι ενώ στου τάφου μου το στόμα ήδη έχω σκύψει,
πιστεύω δεν αργεί ο καιρός της νηνεμίας,
του δε Καλού το πνεύμα θά ’ρθει να συντρίψει
της χυδαιότητας τη βία – και της κακίας.


1959



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΕΙΣ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΤΙΠΟΤΕ


Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ


ΤΑ ΑΛΟΓΑ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΩΣ


Τον Πάτροκλο σαν είδαν σκοτωμένο,
που ήταν τόσο ανδρείος, και δυνατός, και νέος,
άρχισαν τ' άλογα να κλαίνε του Αχιλλέως·
η φύσις των η αθάνατη αγανακτούσε
για του θανάτου αυτό το έργον που θωρούσε.
Τίναζαν τα κεφάλια των και τες μακρυές χαίτες κουνούσαν,
την γη χτυπούσαν με τα πόδια, και θρηνούσαν
τον Πάτροκλο που ενοιώθανε άψυχο -αφανισμένο-
μιά σάρκα τώρα ποταπή -το πνεύμα του χαμένο-
ανυπεράσπιστο -χωρίς πνοή-
εις το μεγάλο Τίποτε επιστραμένο απ' την ζωή.

Τα δάκρυα είδε ο Ζεύς των αθανάτων
αλόγων και λυπήθη. «Στου Πηλέως τον γάμο»
είπε «δεν έπρεπ' έτσι άσκεπτα να κάμω·
καλύτερα να μην σας δίναμε άλογά μου
δυστυχισμένα! Τί γυρεύατ' εκεί χάμου
στην άθλια ανθρωπότητα πούναι το παίγνιον της μοίρας.
Σεις που ουδέ ο θάνατος φυλάγει, ουδέ το γήρας
πρόσκαιρες συμφορές σας τυραννούν. Στα βάσανά των
σας έμπλεξαν οι άνθρωποι». - Όμως τα δάκρυά των
για του θανάτου την παντοτεινή
την συμφοράν εχύνανε τα δυό τα ζώα τα ευγενή.

ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΙΚΟ ΠΟΥΛΑΝΤΖΑ



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΘΑΝΟΣ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΣ


ΚΑΚΟΗΘΕΣ ΜΕΛΑΝΩΜΑ


Σε παίρνει για ταξίδι μια σειρήνα
και μια πικρία μας ματώνει ανείπωτη.
Tη σκοτεινή σου μελετάμε πείνα
καχύποπτοι, ανύποποι και ύποπτοι.

Στην Πέργαμο και στη Μπαστιά,
δίδυμα πάνε φορτηγά
κι ένα ιπτάμενο δελφίνι
στον Πόρο και στη Σαντορίνη.
Τα ναύλα μου πώς ν' αγοράσω
τώρα που απόμεινα στον άσσο.

Στο μέτωπο τριγύρω στις ραβδώσεις
μια μύγα παίζει ως κορασίδα άπορη.
Οι φίλοι σ' επισκέπτονται με δόσεις
παράφοροι, ανυπόφοροι κι αδιάφοροι.

Στην Πέργαμο και στη Μπαστιά,
δίδυμα πάνε φορτηγά
κι ένα ιπτάμενο δελφίνι
στον Πόρο και στη Σαντορίνη.
Απόψε πρέπει να προφτάσω
γιατί αύριο θε να σε χάσω.

Ιωνικές κολώνες σε μαγκώνουν
και σου χαρίζουν τιμωρία άδικη.
Σ' αυτή την άσπρη πρέσσα δε γλιτώνουν
διάδικοι, υπόδικοι, κατάδικοι.

Στην Πέργαμο και στη Μπαστιά
δίδυμα πάνε φορτηγά
κι ένα ιπτάμενο δελφίνι
στον Πόρο και στη Σαντορίνη.
Τα ναύλα μου δε θα αγοράσω
γιατί απόμεινα στον άσσο.

Μέχρι να αρχίσεις, μέχρι να τελειώσεις
το πρόσωπό τους αποστρέψανε άφωνοι
οι φίλοι και γελούν στις συγκεντρώσεις
μεγάφωνοι, μικρόφωνοι, παράφωνοι.

Στην Πέργαμο και στη Μπαστιά
δίδυμα φτάνουν φορτηγά
κι ένα ιπτάμενο δελφίνι
στον Πόρο και στη Σαντορίνη.
Κι εγώ απόψε θα σε χάσω
και αύριο θα σε ξεχάσω.



Στίχοι: Άλκης Αλκαίος.

ΧΑΪΝΕ!




HEINRICH HEINE (1797-1856)


ICH HALTE IHR DIE AUGEN ZU


Ich halte ihr die Augen zu
Und küß sie auf den Mund;
Nun läßt sie mich nicht mehr in Ruh,
Sie fragt mich um den Grund.

Von Abend spät bis Morgens fruh,
Sie fragt zu jeder Stund:
Was hältst du mir die Augen zu,
Wenn du mir küßt den Mund?

Ich sag ihr nicht, weshalb ichs tu,
Weiß selber nicht den Grund.
Ich halte ihr die Augen zu
Und küß ihr auf den Mund.



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Pamela David.

ΤΟ ΜΕΞΙΚΟ ΕΙΝΑΙ ΣΥΝΝΕΦΟ




Ο ENZO JANNACCI ΚΑΙ Ο PAOLO CONTE ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΤΟ ΙΔΙΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ


MESSICO È NUVOLE


Lei è bella lo so
è passato del tempo e io ce l'ho nel sangue ancor.
Io vorrei io vorrei
ritornare laggiù da lei ma so che non andrò.
Questo e' un amore di contrabbando
meglio star qui seduto a guardare il vino che butto giù.

Mexico e nuvole il tempo passa sull'America
il vento suona la sua armonica,
che voglia di piangere ho
Mexico e nuvole la faccia triste dell'America
il vento insiste con l'armonica,
che voglia di piangere ho.

Chi lo sa come fa quella gente
che va fin là a pronunciare sì... mah!
Mentre sa che è già provvisorio l'amore
che c'è sì ma forse no... ah!
Queste son situazioni di contrabbando
a me non sembra giusto neanche in Mexico, ma perchè?

Mexico e nuvole il tempo passa con l'America
il vento insiste con l'armonica,
che voglia di piangere ho
Mexico e nuvole la faccia triste dell'America
il vento straccia anche l'armonica,
che voglia di piangere ho.

Torno a lei torno a lei
la chitarra risuonerà
per tanto tempo ancor
e il mio amore per lei
i suoi passi accompagnerà nel bene e nel dolor.
Queste son situazioni di contrabbando
tutto si può inventare ma non un matrimonio non si può più.

Mexico e nuvole il tempo passa sull'America
il vento insiste con l'armonica,
che voglia di piangere ho.
Mexico e nuvole la faccia triste dell'America
il vento insiste con l'armonica,
che voglia di piangere ho.



Στίχοι: Vito Pallavicini & Paolo Conte.
Μουσική: Paolo Conte.