Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2026

ΡΟΚΑ


ΗΡΙΝΝΑ

 

ΡΟΚΑ

 

[……………………………]

Μὲ τ’ ἀφτί μου στυλωμένο πάντα καρτεροῦσα νά ’ρθεις

καὶ μ’ ἔλουζε ὅλη τὸ χρυσαφένιο τῆς σελήνης φῶς.

[…] κι ἀφοῦ ἐκεῖνος ἔβαλε τὴ Φαινίδα νὰ κόψει τὰ μαλλιά της,

τὸν νοῦ μου ἐμένα τὸν κατάκλυσε σὰν μεθυσμένο κύμα ἡ θλίψη.

Μὲ ἀλλοπαρμένο ἔφυγα βῆμα — βγῆκα ἀπ’ τὴ λευκὴ τὴν πόρτα.

«Ὀιμέ, ὀιμέ», φώναξα· καὶ ἡ λύρα ἡ φίλτατή μου

τότε ἅπλωσε τοὺς ἤχους της ὅλους

γύρω ἀπ’ τὸν περίβολο τῆς μεγάλης αὐλῆς.

Γιὰ ὅλα τοῦτα, δύστυχη Βαυκίδα μου, ὀιμέ,

ἐγὼ τώρα θρηνῶ καὶ βαριαναστενάζω· γιατὶ

εἶναι φρέσκα ἀκόμα μέσα στὴν καρδιά μου

τὰ χνάρια τῆς ἀγάπης μας. Καὶ τὰ παιχνίδια μας,

ποὺ κάποτε κάναμε, εἶναι τώρα πλέον στάχτη, στάχτη.

Στάχτη εἶναι τώρα κι οἱ χοροὶ ποὺ ἐχόρευαν οἱ φίλες μας,

καὶ τὰ κρεβάτια ποὺ ἐστρώναμε στὶς νυφικὲς παστάδες

γι’ αὐτὲς καὶ τοὺς γαμπρούς τους· στάχτη ἐγίνηκαν

καὶ τὰ τραγούδια πού ’λεγε τὰ πρωινὰ ἡ μάνα σου,

κι οἱ ἄλλες κλῶστρες τ’ ἄκουγαν μὲ προσοχὴ μεγάλη.

Ἀπ’ ὅλα τοῦτα ἔφυγες μακριά, Βαυκίδα μου,

τὸ νυφικό σου ψάχνοντας κρεβάτι στῆς ἀκρογιαλιᾶς τὸν φλοῖσβο.

Καμιὰ φορὰ τρομάζαμε μὲ τὴ Μορμώ,

ποὺ εἶχε φάτσα ἀλλόκοτη, ἀδιευκρίνιστη,

καὶ περπατοῦσε λέει μὲ τὰ τέσσερα. Μά, σὰν ξαπλώθηκες

στὴν κλίνη τὴ συζυγική, τὰ πάντα ἐλησμόνησες… ἀκόμα

κι ὅσα ἀπὸ τὴν ἴδια σου τὴ μάνα εἶχες ἀκουσμένα,

σὰν ἤσουνα παιδάκι, Βαυκίδα μου ἀγαπημένη.

Γιατὶ μέχρι τότε δὲν σὲ εἶχε ἀπασχολήσει ἡ Ἀφροδίτη.

Ἔτσι τώρα ἐγὼ γιὰ ὅλ’ αὐτὰ ποὺ σοῦ εἶπα ἴσαμ’ ἐδῶ

καὶ σὲ κλαίω βαριά, μὰ καὶ γλυκὰ σὲ παινεύω·

τ’ ἄλλα ὅλα τὰ ξεχνῶ, νὰ πᾶνε νὰ χαθοῦν τ’ ἀφήνω.

Τὰ βέβηλά μου πόδια δὲν ἤρθανε στὸ διαλυμένο σπίτι σου·

ἡ ντροπή μου για τὸν τσακωμό μας μὲ κράτησε μακριά —

τὸ γυμνό σου πτῶμα δὲν τὸ εἶδα, κι οὔτε σὲ θρήνησα

μὲ τὴν κόμη ξέπλεκη καὶ ἀκάλυπτη. Κλεισμένη μέσα κάθομαι

καὶ γεμίζω βαθιὲς νυχιὲς τὰ μάγουλά μου. Πάντα

στὴν πόρτα σου μπροστὰ θὰ κρέμεται στεφάνι.

Δεκαεννιὰ ἤμασταν χρονῶ κι οἱ δυό μας, κι ἐσὺ

πάντα συνέτρεχες τὴ φίλη σου τὴν Ἤριννα

τὴν ὥρα ποὺ γεννοῦσε τὰ ποιήματά της:

τὴ ρόκα τοῦ τοκετοῦ τῶν στίχων της

ἐσὺ μὲ θαυμαστὴ σοφία ἄγρυπνα ἐπέβλεπες.

Καὶ νὰ ξέρεις […]

[……………………………]

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.


ΒΙΒΛΙΑ... ΒΙΒΛΙΑ...

 
















ΑΜΕΡΙΚΕΣ



PABLO NERUDA

 

ΑΜΕΡΙΚΕΣ

 

Ζήτω η Κολομβία, η όμορφη και πενθοφορεμένη·

ζήτω ο Ισημερινός, ο στεφανωμένος με άνθη της φωτιάς·

ζήτω και η μικρή Παραγουάη, η χιλιολαβωμένη

και η ξεσηκωμένη, η αναστημένη από ήρωες ολόγυμνους.

Ω Βενεζουέλα, τραγουδάς στον χάρτη, και τραγουδάς

με όλον τον γαλάζιο σου ουρανό σε αέναη ταραχή και κίνηση

και με τ’ αρειμάνια και ακοινώνητα βουνά της Βολιβίας συνοδιά σου —

κι εγώ γιορτάζω εδώ τα μάτια των ινδιάνων και τιμώ το φως.

Επειδή ξέρω ότι

όσοι έπεσαν εδώ κι εκεί,

την τιμή τους υπερασπιζόμενοι,

ήταν μόνο οι ίδιοι οι λαοί,

γι’  αυτό κι εγώ αγαπώ

ακόμη και τις ρίζες της γης μου

απ’ τον Ρίο Γκράντε ίσαμε τον παγωμένο Πόλο της Χιλής·

και όχι μόνο επειδή τα κόκαλά μας

είναι σκόρπια παντού σε τούτον τον μακρύ αγώνα,

αλλά και επειδή αγαπάω την κάθε φτωχή πόρτα

και τα δυο χέρια όλων των καταπιεσμένων,

και δεν υπάρχει άλλη ομορφιά ανώτερη

απ’ της Αμερικής την ομορφιά, απ’ αυτή την ομορφιά

που απλώνεται στις κολάσεις της σύμπασες,

στους λόφους της τους γεμάτους πέτρα και δύναμη,

και στ’ αταβιστικά και αιώνια ποτάμια της —

και σ’ αγαπώ στις πιο κρυφές γωνιές σου,

στις πόλεις με τη μυρωδιά της κόπρου,

στα τρένα της χαραυγής της δίβουλης,

στις αγορές και στα σφαγεία,

στα ηλεκτρικά λουλούδια του Σάντος,

στην σκληρή σωματοδομή των καβουριών σου,

στις αποκεφαλισμένες σου εξορύξεις

και στους φτωχούς τους μεθυσμένους σου

που πάνε δω κι εκεί με τρεκλό το βήμα.

Ο πλανήτης σού ’δωσε όλο το χιόνι, σου έδωσε

υπέρτερα νερά και ηφαίστεια νέα, κι έπειτα

εβάλθηκε ο άνθρωπος να προσθέτει τοίχους και τοίχους

και ανάμεσα στους τοίχους να χώνει την οδύνη,

κι έτσι εγώ από αγάπη κολλάω σα στρείδι στο πλευρό σου:

δέξου με εσύ και κράτα με σαν να ’μουν άνεμος.

Με το τραγούδι που δονείται σου φέρνω

μιαν αγάπη που δεν μπορεί να ικανοποιηθεί·

σου φέρνω όμως και τη γονιμότητα εκείνη

που σπέρνουν οι καμπάνες: μιλώ —

για τη δικαιοσύνη μιλώ και λέω που περιμένουν οι λαοί μας.

Όχι, δεν ζητάμε πολλά — τόσα και τόσα έχουμε άλλωστε,

που παρ’ όλα αυτά είναι τόσο μα τόσο λίγα,

που δεν είναι δυνατόν αυτό να συνεχίζεται άλλο, όχι!

Αυτό είναι το τραγούδι μου, και μόνο αυτό ζητάω:

γιατί δεν ζητάω τίποτ’ άλλο εκτός από τα πάντα.

Τα θέλω όλα και τα θέλω για τους λαούς μας

και δεν με νοιάζει αν προσβληθεί ο θλιβερός αλαζόνας

που τρελάθηκε σαν έγινε Πρόεδρος. Να προσβληθεί!

Συνεχίζω και, συνεχίζοντας, με συνοδεύουν και με οδηγούν

δύο λογικές αιτίες: η καρδιά μου και η οδύνη μου.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.




Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2026

ΔΕΙΛΟΙ ΚΑΙ ΑΝΕΝΤΙΜΟΙ

 


ΠΡΑΞΙΛΛΑ

 

ΔΕΙΛΟΙ ΚΑΙ ΑΝΕΝΤΙΜΟΙ

 

Ἀπ’ τοὺς δειλοὺς καὶ τοὺς ἀνέντιμους μένε μακριὰ

καὶ ξέρε: ἀπὸ δειλὸ κι ἀνέντιμο μὴν περιμένεις τίποτα

οὔτε βεβαίως πὼς θα σοῦ ποῦν ποτέ εὐχαριστῶ.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.


Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

ΗΡΙΝΝΑ

 


ΗΡΙΝΝΑ

 

ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

1.

Ὀλιγόλογα καὶ γκριζωπὰ εἴσαστε τῶν γηρατειῶν τὰ ἄνθη

γιὰ τοὺς θνητούς.

(Στοβαίος, 4.50.14)

 

2.

Ἀπὸ τοῦτο δῶ τὸ μέρος ἴσαμε τὸν Ἅδη

κολυμπάει μὲ ἁπλωτὲς χεριὲς ἡ κούφια ἠχώ.

Στοὺς νεκροὺς ἀνάμεσα ἁπλώνεται σιωπή.

Τὰ μάτια… τὰ μάτια τοὺς τὰ κλείνει τὸ σκοτάδι.

(Στοβαίος, 4.51.4)

 

3.

Πομπίλε ἐσύ, ψάρι ποὺ τοὺς ναυτικοὺς ἀκολουθεῖς

καλὸ ταξίδι νά ’χουν, τοῦτο σοῦ ζητῶ:

διακριτικὰ ἀπ’ τὴν πρύμνη νά ’σαι τῆς γλυκιᾶς μου φίλης

ὁ ἄγρυπνός της συνοδὸς καὶ ὁ πιστὸς ἀκόλουθος.

(Ἀθήναιος, Ζ 283d)

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Ο ΦΡΟΥΡΟΣ ΤΟΥ ΠΑΛΑΤΙΟΥ ΚΛΕΙΝΕΙ ΤΟΝ ΜΟΝΟΛΟΓΟ ΤΟΥ

 


ΑΙΣΧΥΛΟΣ

 

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ (σττ. 22-39)

[Ο ΦΡΟΥΡΟΣ ΤΟΥ ΠΑΛΑΤΙΟΥ ΚΛΕΙΝΕΙ ΤΟΝ ΜΟΝΟΛΟΓΟ ΤΟΥ]

 

Ὦ τῆς νύχτας χαῖρε φλόγα,

ποὺ σὰν τῆς μέρας λάμπεις σὺ τὸ φῶς

καὶ πάμπολλους χοροὺς θὰ στήσεις σ’ ὅλο τὸ Ἄργος

γιὰ τὸ καλὸ μαντάτο ποὺ μᾶς φέρνεις.

Ἔι, ἔι! Δυνατὰ τὴ γυναίκα τοῦ Ἀγαμέμνονα φωνάζω·

ν’ ἀφήσει τὸ κρεβάτι της ἀμέσως τὴν καλῶ, νὰ σηκωθεῖ,

ν’ ἀντιλαλήσει ἀπ’ τὶς κραυγές της τὸ παλάτι

γιὰ τούτηνε τὴ φλόγα ποὺ ἐφάνηκε,

ἄν… ἐννοεῖται… ἂν

τῆς Τροίας ὄντως ἡ πόλη ἁλώθηκε

καταπῶς μᾶς λέει ξακάθαρα ὁ πυρσὸς ποὺ εἶδα,

ὁ ἀναμμένος.

 

Καὶ τὸ χορὸ τὸ γιορτινὸ ἐγὼ θὰ σύρω πρῶτος!

Τὶ τῶν ἀρχόντων τὴ χαρὰ ἐγὼ χαρὰ δική μου τὴν πιστεύω,

καὶ τούτ’ ἡ φρυκτωρία εἶναι σὰν νὰ ἔριξα τὰ ζάρια

καὶ νά ’φερα ἑξάρες τρεῖς: μεγάλη νίκη!

Μακάρι στὸ παλάτι νὰ γυρίσει ὁ βασιλιάς μας,

καὶ τοῦτα δῶ τὰ χέρια —νά!—

νὰ πιάσουν νὰ κρατήσουν τὰ δικά του:

τ’ ἀγαπημένα του τὰ χέρια νὰ κρατήσουν!

Γιὰ τ’ ἄλλα ὅλα ἐγὼ σωπαίνω — στὴ γλώσσα μου ἔχει μπεῖ

κι ἔχει καθίσει πάνω της ἕνα τεράστιο βόδι

καὶ μοῦ ’χει κόψει τὴ λαλιά μου·

μὰ τὸ παλάτι ἄν-ε μποροῦσε νὰ μιλήσει,

ξεκάθαρα πολὺ θὰν τά ’λεγε ὅλα.

Ἐγὼ σ’ ὅσους τὰ ξέρουν, ναί, μιλῶ…

μιλῶ καὶ θέλω νὰ μιλῶ·

σ’ ὅσους ὅμως δὲ νογᾶν δὲ λέω λέξη.

 

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.


Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2026

ΜΙΛΑΕΙ Ο ΦΡΟΥΡΟΣ ΣΤΟ ΑΝΑΚΤΟΡΟ ΤΩΝ ΑΤΡΕΙΔΩΝ


ΑΙΣΧΥΛΟΣ

 

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ (σττ. 1-21)

[ΜΙΛΑΕΙ Ο ΦΡΟΥΡΟΣ ΣΤΟ ΑΝΑΚΤΟΡΟ ΤΩΝ ΑΤΡΕΙΔΩΝ]

 

Ἄχ, τοὺς θεοὺς παρακαλῶ

νὰ μ’ ἀπαλλάξουν ἀπὸ τοῦτα μου τὰ βάσανα.

Πάει χρόνος πιὰ ποὺ εἶμαι ἄγρυπνος φρουρός

—σὰν τὸ σκυλί—

στῶν Ἀτρειδῶν τὶς στέγες πάνω.

Τῶν ἀστεριῶν τῆς νύχτας τὴν ὁμήγυρη πολὺ καλὰ τὴν ξέρω,

καὶ τοὺς ἀστερισμοὺς ἔχω μάθει ἐγὼ τοὺς ἡγεμονικοὺς

ποὺ λάμπουν στοὺς αἰθέρες καὶ φέρνουν στοὺς θνητοὺς

καὶ καλοκαίρια καὶ χειμῶνες,

καὶ ξέρω τὸ βασίλεμά τους

καὶ πότε ἔπειτα ἀνατέλλουν.

Τώρα φρουρῶ καὶ καρτερῶ τῆς φρυκτωρίας τὸ μήνυμα:

τὴ λάμψη τῆς φωτιᾶς ποὺ ἔρχεται ἀπ’ τὴν Τροία

τὴν είδηση νὰ φέρει ἡ πόλη ὅτι ἁλώθηκε.

Τὶς διαταγὲς ἐδῶ ἐκτελῶ μιᾶς

γυναίκας ποὺ νοῦ ἔχει ἀντρικὸ καὶ

καρδιὰ γεμάτη ἐλπίδες.

Κι ὅταν τὴ νύχτα ἐγὼ νὰ κοιμηθῶ παλεύω,

στὸ μουσκεμένο μου τὸ στρῶμα ἀπ’ τὶς δροσιές,

τὰ ὄνειρα οὔτε κὰν ποὺ μὲ κοντοζυγώνουν —

τὸν φόβο πάντοτε ἔχω —οὐδέποτε τὸν ὕπνο— παραστάτη·

τὰ βλέφαρά μου μένουν ἀνοιχτά· ἀδύνατον νὰ κλείσω μάτι.

Κι ἂν κάποτε στὸν νοῦ μου ’ρθεῖ νὰ τραγουδήσω

ἢ κάποιονε σκοπὸ σιγά, μουρμουριστὰ νὰ πῶ,

ἀντίδοτο μὲ τὴ φωνή μου ψάχνοντας νὰ βρῶ στὴ νύστα,

συμβαίνει τότε ἀκόμα καὶ τὰ κλάματα νὰ βάλω

καὶ νὰ στενάζω γιὰ ὅσες ἔχουν πέσει συμφορὲς στὸ σπίτι τοῦτο

ποὺ τώρα πιά, ὄχι!, καθόλου καλὰ δὲν κουμαντάρεται,

ἐνῶ παλιά… ἐνῶ παλιὰ εὐημεροῦσε.

Νὰ μ’ ἀπαλλάξει ἀπὸ τοῦτα μου τὰ βάσανα, ἄχ,

ναί, ἂς ἐρχότανε, ἄχ, ἡ λύτρωση

μὲ τοῦ νυχτερινοῦ πυρσοῦ τὴ φλόγα

καὶ τὶς χαρμόσυνες εἰδήσεις ποὺ θὰ λέει.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.


Ο ΚΗΡΥΚΑΣ ΑΝΑΓΓΕΛΛΕΙ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΑΓΑΜΕΜΝΟΝΑ

 


ΑΙΣΧΥΛΟΣ

 

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ (σττ. 503-537)

Ο ΚΗΡΥΚΑΣ ΑΝΑΓΓΕΛΛΕΙ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΑΓΑΜΕΜΝΟΝΑ

 

Ὦ χῶμα πατρικὸ τῆς γῆς τοῦ Ἄργους

μετὰ ἀπὸ δέκα χρόνια, ἰδού,

ξημέρωσε τοῦ γυρισμοῦ μου ἡ μέρα.

Πολλὲς ἐλπίδες μου συντρίφτηκαν,

μὰ μία ἀλήθεψε:

ποτέ μου δὲν ἐτόλμησα εὐχὴ νὰ κάνω 

— σὰν θὰ πεθάνω, ὤ, ἐδῶ, στὰ χώματα τοῦ Ἄργους,

τὸν γλυκὸ ἂχ νά ’βρισκα ἐγὼ τὸν τάφο.

Τώρα χαῖρε, ὦ χώρα μου, χαῖρε, ὦ φῶς τοῦ ἥλιου,

τῆς χώρας χαῖρε ὦ Δία ὕψιστε καὶ Πόθιε βασιλὰ Ἀπόλλωνα,

ποὺ πλέον ἔπαψες τὰ βέλη σου ἐπάνω μας νὰ ρίχνεις·

στὰ μέρη τοῦ Σκαμάνδρου φοβερὴ μᾶς εἶχες δείξει ἔχθρα.

Τώρα γίνε πάλι καὶ γιατρός μας καὶ σωτήρας,

ὦ βασιλιὰ Ἀπόλλωνα. Σ’ ὅλους τῆς πόλης τοὺς θεοὺς

προσπέφτω καὶ τοὺς ἱκετεύω —

κι ἐσὲ προστάτη μου Ἑρμῆ,

ἀγαπημένε κήρυκά μας, τῶν κηρύκων τὸν πανσέβαστο ἱκετεύω.

Καὶ τοὺς παλιούς μας ἥρωες καλῶ,

ποὺ μᾶς ἐγκαρδιῶσαν στὸ κατευόδιό τους γιὰ τὸν πόλεμο,

μ’ εὐμένεια νὰ ὑποδεχθοῦν τοὺς μαχητὲς

ποὺ ἐγλύτωσαν ἀπὸ τὸν θάνατο.

Ὦ βασιλιάδων μέλαθρα κι ἀγαπημένα σπίτια,

ὦ θρόνοι σεβαστοὶ καὶ ἀγάλματα θεῶν

λουσμένα μὲς στὸ φῶς τοῦ ἥλιου,

δεχτεῖτε, ὅπως παλιά,

μὲ πρόσωπα χαρούμενα καὶ μὲ ὅλες τὶς τιμές,

ὕστερα ἀπὸ τόσα χρόνια, ξανὰ τὸν βασιλιά σας.

Ἦρθε, ἔφτασε, καὶ μὲς στὴ νύχτα φῶς σᾶς φέρνει

—καὶ σ’ ἐσᾶς καὶ σ’ ὅλους τοὺς πολίτες—

ὁ βασιλιάς μας Ἀγαμέμνων.

Καλοδεχτεῖτε τον λοιπόν, καθὼς τοῦ πρέπει.

Αὐτός, κρατώντας τὴ σκαπάνη τοῦ Δία τοῦ τιμωροῦ,  

τὴν Τροία ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη ἐγκρέμισε,

τὰ χώματά της τά ’σκαψε ὅλα.

Βωμοὶ καὶ ἱερὰ θεῶν ἀφανιστήκανε,

τῆς χώρας ὅλοι οἱ καρποὶ καήκανε.

Τέτοιο ζυγὸ ἐπέρασε στὸν τράχηλο τῶν Τρώων,

καὶ τώρα, νά!, καλότυχος

γυρίζει στὴν πατρίδα ὁ βασιλιάς σας,

τοῦ Ἀτρέα ὁ πρωτότοκος ὁ γιός.

Τιμὲς τοῦ πρέπουν πιὸ πολλὲς ἀπ’ ὅλους ὅσοι ἐσώθηκαν.

Οὔτε ὁ Πάρης οὔτε ἡ πόλη του ὅλη

θὰ καυχηθοῦν ποτέ πὼς περισσότερα ἔπραξαν καλὰ

ἀπ’ τὰ κακὰ ποὺ ἐπάθανε· τὴν ἁρπαγὴ καὶ τὴν κλοπή του ἐπλήρωσε,

οἱ θησαυροὶ ποὺ ἅρπαξε χαθῆκαν, ἡ χώρα του ἀφανίστηκε

καὶ τοῦ πατέρα του τ’ ἀνάκτορα ἐγίναν ἕνα μὲ τὸ χῶμα —

διπλὰ τὰ κρίματά τους οἱ Πριαμίδες πλήρωσαν… διπλά.

 

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026

ΑΙΣΧΥΛΟΣ, ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ

 


ΑΙΣΧΥΛΟΣ

 

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ

(ἀπόσπασμα, σττ. 437-474)

 

Ὁ Ἄρης, που κουφάρια ἀλλάζει μὲ χρυσάφι

καὶ νίκη ἢ ἥττα δίνει στῆς μάχης τὰ δόρατα,

ἀπὸ τὴν Τροία στοὺς συγγενεῖς τῶν μαχητῶν

δὲν στέλνει πίσω ἄντρες,

μὰ στάχτη ἀπὸ τὴ νεκρικὴ πυρά, ναί, στάχτη,

στάχτη πικρή, στάχτη πικρὰ κλαμένη —

γεμάτες στάχτη ἔρχονται οἱ νεκρικὲς ὑδρίες,

οἱ σὰν φτερὰ ἐλαφρές, οἱ τόσο μὰ τόσο πανάλαφρες.

Θρῆνοι κι ἐγκώμια ἀκούγονται γιὰ τοὺς χαμένους —

γιὰ τὸν ἕναν λὲν πὼς ἦταν λέοντας στὴ μάχη,

καὶ γιὰ τὸν ἄλλον ὅτι ἔπεσε σὲ ἀγώνα πολεμώντας

«γιὰ μιὰ γυναίκα ξένη».

Τέτοια μὲ ἄφατη θλίψη μουρμουρίζουνε ὅλοι

καὶ μέσα τους ὁ φθόνος τὴν καρδιὰ τοὺς καίει

γιὰ τοὺς Ἀτρεῖδες

ποὺ ἐκδίκηση στὸ Ἴλιο νὰ πάρουν πῆγαν.

Καὶ γύρω ἀπὸ τὰ τρωικὰ τὰ τείχη

ὑπάρχουν κι ἄλλοι ποὺ τὰ πτώματά τους

—ποὺ ἦταν κάποτε ὄμορφα κορμιά—

ἡ γῆς ἡ ἐχθρικὴ τὰ σκέπασε καὶ τά ’κανε δικά της.

 

Βαριὰ εἶναι τοῦ λαοῦ ἡ ὀργή·

τῆς δικιᾶς του κατάρας τὸ χρέος πληρώνεται.

Μὲς στὸ σκοτάδι βρίσκομαι τώρα

καὶ ἀπὸ τὴν ἀγωνία λειώνω

μαντάτο μὴν ἀκούσω μαῦρο.

Τοὺς φοβεροὺς φονιάδες οἱ θεοί… —

καθόλου τῶν θεῶν τὸ μάτι δὲν ξεχνάει·

θὲ νά ’ρθει ὥρα ποὺ οἱ ζοφερὲς οἱ Ἐρινύες

ὅποιον εὐτύχησε ἄδικα ἀπὸ τὴ δυστυχία τῶν ἄλλων

στὴ δυστυχία θὰ τὸν ρίξουν·

καὶ ὅποιον ἐπέταξαν ἐκεῖ

κανεὶς καὶ τίποτα πιὰ δὲν τὸν σώζει.

Φιλοδοξία ὑπέρμετρη βάρος εἶναι μέγα, ἀσήκωτο.

Μὲς στὸ παλάτι

πέφτει τοῦ Δία ὁ κεραυνός.

Τὴν εὐτυχία προτιμῶ ποὺ δὲν γεννάει φθόνο·

οὔτε ἐπιθυμῶ ν’ ἁλώσω πόλεις,

μὰ οὔτε καὶ τὴ ζωή μου νὰν τὴ δῶ

σκλάβα νά ’ναι σ’ ἄλλους θὰ ἤθελα.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ, ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ


 

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

 

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ

(ἀπόσπασμα 374-384)

 

Οἱ ἀπόγονοι καλὰ τὸ ξέρουν

πὼς φέρνει συμφορὲς

ὅποιος μοχθηρός, μὲ θράσος ὁπλισμένος,

πόλεμο ἄδικο κι ἀνώφελο ζητᾶ νὰ κάνει,

κι ἂς εἶν’ τὸ σπίτι του γεμάτο μ’ ὅλα τὰ καλὰ ποὺ

τοῦ φτάνουν καὶ τοῦ περισσεύουν.

Ὁ φρὀνιμος ποὺ ἔχει λίγα, μὰ τοῦ φτάνουνε, μακάρι

στὴ ζωὴ κακὸ καὶ συμφορὰ νὰ μὴ γνωρίσει.

Ὅποιος γιὰ πλούτη πλεονεκτεῖ καὶ δὲν χορταίνει,

ὅποιος κλοτσάει καὶ γκρεμίζει

τῆς Δίκης τὸν βωμὸ τὸν σεβαστὸ

ν’ ἀφανιστεῖ τοῦ ’ναι γραμμένο.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.