ΒΙΒΛΙΑ... ΒΙΒΛΙΑ...
ΛΕΩ ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΜΠΛΟ ΝΕΡΟΥΔΑ
https://www.facebook.com/GutenbergBooks/videos/1098797961404725
ALDO
PELLEGRINI
Ο
ΑΘΑΝΑΤΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ
Των
συνδαιτυμόνων εξέγερση. Η πανήγυρις αφυπνίζει τους οραματιστές που
αδελφοποιούνται με την αυγή.
Νυχτερινοί
πολεμιστές με τις πλάτες τους γυρισμένες στα τείχη του φωτός. Οι αγγελιαφόροι
του χρόνου αρνούνται να υπακούσουν στις διαταγές. Φιάσκο της τελετής μπροστά
στη θάλασσα. Οι εξόριστοι σε εγκαταλείπουν τώρα ω γη απρόσιτη στις ικεσίες.
Οι
σκλάβοι κινούνται στων λέξεων τον άπειρο χώρο. Η απόγνωση σταματάει μπρος στην
πόρτα των αναίσθητων. Η δε φωνή έμπλεως μυστηριώδους τρυφερότητος καλεί όλο
καλεί.
Σκιές
μέσα στη μνήμη. Ξυπνούν. Σηκώνουν τα χέρια τους πιο πέρ’ απ’ τον χρόνο. Τα
νύχια σκάβουν. Σκίζονται με υπολογισμένη αδιαφορία.
Ο
πόνος ελλείπει και όλες οι πληγές είναι θανάσιμες. Τα φιλιά είναι θανατηφόρα. Η
απόγνωση κρούει όλες τις θύρες. Ο χρόνος αλλάζει τόπους στα σώματα. Περνάει η
νύχτα χωρίς ν’ αφήνει ίχνη. Η φωνή σωπαίνει. Ένα τελευταίο χαμόγελο σβήνει. Ο
καπνός παραμένει. Πέτρινος μας τυλίγει άνεμος. Και μόνο ο θάνατος είναι
αθάνατος.
Μετάφραση:
Γιώργος Κεντρωτής,
PIER PAOLO PASOLINI
Παράγω ένα εμπόρευμα, την Ποίηση, εμπόρευμα που είναι στην πραγματικότητα μη καταναλώσιμο. Θα πεθάνω εγώ, θα πεθάνει ο εκδότης μου, θα πεθάνουμε όλοι, θα πεθάνει ολόκληρη η κοινωνία μας, θα πεθάνει ο καπιταλισμός, αλλά η ποίηση θα μείνει χωρίς να έχει καταναλωθεί.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
ΓΙΩΡΓΟΣ
ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ
ΡΟΔΑ ΑΡΟΔΟ ΓΙΑ
ΔΩΡΑ
Φωτός
ψευδαίσθηση γεμίζει το δοχείο
των
αντιλάλων με τα αιμόφυρτα σκοτάδια
και
τ’ αδειανά και αραχνοΰφαντα πηγάδια
προσεταιρίζονται
της αίγλης το στοιχείο.
Το
περιβόλι του όρθρου γίνεται σχολείο
χρυσών
αχτίδων με νυχτέρια παρακλάδια
μιας
κοραλλένιας κόρης σε καρώ λιβάδια
απ’
έξω από της θάλασσας το πανδοχείο.
Αρόδο
δένει στο ροδώνα της το δώρο
που
της κουβάλησαν από μακριά ναυτίλοι
και
περιμένει να συλλέξει λέξεων σπόρο
να
καταρτίσει κλήρους με ονειροπαγή ύλη:
οι
μέρες νά ’ναι νύχτες νύχτες νά ’ναι οι μέρες
ανήμερες
και ορθάνοιχτες μες στους αιθέρες.
Γιώργος Κεντρωτής,Καθηγητής Πανεπιστημίου στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Σπούδασε Νομικά και Πολιτικές Επιστήμες στο ΕΚΠΑ και έλαβε τον τίτλο του Διδάκτορα της Νομικής από το Πανεπιστήμιο του Ζάαρλαντ της Γερμανίας. Άσκησε επί 14 έτη τη δικηγορία στην Αθήνα και στο εξωτερικό. Το 1994 εκλέχτηκε καθηγητής Θεωρίας της Μετάφρασης στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, όπου και υπηρετεί μέχρι σήμερα. Εκτός από τα θεωρητικά συγγράμματα και άρθρα του γύρω από τη μετάφραση έχει δημοσιεύσει μεγάλο αριθμό μεταφρασμάτων. Ανάμεσα στους συγγραφείς, έργα των οποίων έχει μεταφράσει στη γλώσσα μας, συγκαταλέγονται ο Αισχύλος, ο Πλάτων, ο Κικέρων, ο Τάκιτος, ο Βίκο, ο Μπρεχτ, ο Νερούδα, ο Μαγιακόφσκι, ο Παβέζε, ο Παζολίνι, ο Μούζιλ, ο Μπροχ, ο Μπωντλαίρ, ο Πας. Έχει εκδώσει δύο μυθιστορήματα, έξι ποιητικές συλλογές και αρκετά δοκίμια σχετικά με τον Διονύσιο Σολωμό, την Επτανησιακή Σχολή και τον Γιάννη Ρίτσο. Έχει διδάξει σε πανεπιστήμια της Ιταλίας, της Γερμανίας, της Τουρκίας και της Κύπρου και είναι μέλος πολλών επιστημονικών εταιριών καθώς και αντεπιστέλλον μέλος της Ισπανοαμερικανικής Ακαδημίας Γραμμάτων της Μαδρίτης. Για τον έργο του έχει βραβευθεί στην Ελλάδα και στην Ιταλία.
GEORGES
SCHÉHADÉ
LES JETS D’EAU
Les jets d’eau font des bonds
de chats
Pour loucher jusqu’aux étoils,
Dans le jardin des acacias
Où coule une lune de toile.
Ils imitent des pagodes,
Une chute de clefs d’argent
Puis les actrices à la mode
Et les pinsons des pauvres
gens.
Derrière le mur du jardin
Qu’enjambe le bruit des choses,
Les aveugles les croient des
roses
Et s’arrêtent sur le chemin.
JEAN
ARP
L’INSONORE BLEU
Enfin je puis quitter ce pays
plein de bruit.
D’innombrables fouets
claquent, parfois seuls, parfois tous ensamble. Ils claquent jour et nuit.
Un vent furieux souffle sans
cesse et fait batter la grandiloquence des drapeaux et des fanions du pays qui
portent des crécelles.
À tout cela s’ajoute encore
l’étrange habitude de faire éclater constamment d’énormes sacs gonflés d’air à
craquer. Avec des borborygmes incongrus le vent se décharge des sacs qui se
déchirent en chiffons.
Comment suis-je donc venu dans
ce pays niais, tapageur ?
Je francis la frontière,
accompagné des chants stupides, déclamatoires.
Je cours. Enfin je pénètre
dans le loin, dans l'insonore bleu des nostalgies.
MARIANNE
VON HIRTUM
DANS CES CHAMBRES
Dans ces chambres
le
miel matinal me pénétrera
car
ce sont chambres de l’esprit
Me
parvient cependant la douceur
d’hélice
de tes cheveux blonds
Sous
la vitre opaque je sais
danser
des neiges :
aussitôt
me découvre
bête
à tout dire
Qu’elle
s’approche la jeunesse des chiffonniers
qu’aurez-vous
à me reprocher
—
pas des jaunes sortilèges et peu d’espoir :
j’écoute
jouer les gondoles
aux
cordes en saumure de vent
Me
rêve une vie de mammouth
en
feuilles plus dures
que
les trois pierres de notre amour
Si
tu n’as plus un mot à dire
viens
partager ma solitude cylindrique
où
petites filles nous ferons la ronde
Je
peux bien refermer les mains
sur
ton corps de femme :
sera
la plus aimée la tête de triangle
couchée
entre les seins
Je
suis la bête qui peut tout faire
ce
matin