ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ
EMILIO ADOLFO WESTPHALEN
[ΜΕΣ’ ΑΠ’ ΤΟ ΜΙΚΡΟΣΚΟΠΙΚΟ ΛΙΒΑΔΙ ΦΩΝΗΣ…]
Μέσ’ απ’ το μικροσκοπικό λιβάδι φωνής επιπλεούσης στους αιθέρες
Με το αμελητέο βάρος όσων πλανητών φωτίζονται από άνθη
Ανάμεσα στα λάβαρα των ξεριζωμένων και ακυβέρνητων ημερών
Επάνω σε μια σειρά θαυμασίως λαξευμένων θαλασσών
Με το τραγούδι των πουλιών για κοίτη και για λίκνο των σκαφών
Και με την ουρά του παγονιού δίκην φωτοστέφανου των πιο μικρών πραγμάτων
Τα διάφανα τα σαλιγκάρια τα πορσελάνινα τα φύκια
Τ’ ακρωτηριασμένα δάχτυλα των παιδιών και τις δακτυλήθρες που γεννήθηκαν
Κάτω απ’ τον φλοιό των μανιταριών ανάμεσα στους βούρκους
Στην κόμη κάποιου κοριτσιού που έχει μπερδευτεί στον γαλαξία
Στα ίδια τα έγκατα της μουσικής πατώντας
Με τον ήλιο να βουλιάζει βασιλεύοντας στο στήθος μας
Και ν’ αφήνει το αίμα να κυλάει σαν καλό ποτάμι
Γιατί είναι το ίδιο που παίρνω εγώ και φέρνεις εσύ
Και οι ίδιοι δρυμοί αντιλαλούνε στις κραυγές μας
Και τα ίδια περιστέρια κουρνιάζουνε στα μάτια μας
Και τα ίδια φλάουτα μάς διασχίζουν για να ιδρύσουν το δικό μας κράτος
Γυρίζοντας τα φεγγάρια πάνω από τους συνοικισμούς
Και τα φίδια πάνω από τα δάση
Φέρνοντας τον ουρανό πάνω από τις συγκυρίες της τύχης μας
Ραντίζοντας με τον αφρό του τ’ ακρογιάλια μας
Προκειμένου να συνεχίζουν τα πυρετώδη δέντρα τη ζωή τους μες στις φλέβες μας
Οι αλέες να γέρνουν στους παλμούς της καρδιάς μας
Όντας εσύ σαν λίμνη κι εγώ σαν ματιά
Που μπαίνει η μία συνέχεια μέσα στην άλλη
Όπως το δέντρο και η αύρα όπως το όνειρο και ο κόσμος
Της νύχτας που παίρνει το βάθος και της ημέρας που παίρνει το άπλωμα
Σε ποιές σπηλιές να καταφύγετε άραγε μπρος στην τόση λάμψη
Ω μέρα που ουδέποτε κινείσαι ουρανέ που για μας πορεύεσαι
Ποτάμια που δεν ξέρετε να πληγώνετε και βάρκες συνωστιζόμενες στα σωθικά μας
Τα στόματα επιπλέουν σαν ζώδια
Οι αγκαλιές μπλέκονται σαν λουλούδια επάνω απ’ τα νερά
Τα μέτωπα ακολουθούν τα ρεύματα και τίποτα τα μάτια δεν χωρίζουν
Είναι η φλεγόμενη δόξα που ησυχάζει στα κορμιά μας
Αιρόμενη επάνω από τη φοβερή μάχη του φωτός με το σκότος
Το λάβαρο της ιερής συντροφίας και τα ήρεμα βλέμματα
Είναι η δόξα που έπεσε στα πόδια μας
Είναι ο θρίαμβος που πληγώθηκε σαν υπόχθόνιο λυκόφως
Αλλάζοντας εποχή στην καρδιά του υδράργυρου
Σαν ρόδο μες στην αγκαλιά μας πνιγμένο
Ή σαν τη θάλασσα που γεννιέται από τα χείλη σου
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
EMILIO ADOLFO WESTPHALEN
[ΣΕ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΑ]
Σε ακολούθησα όπως μας κυνηγάνε οι μέρες
Με τη βεβαιότητα να τις βγάλω και να τις αφήσω στο δρόμο
Ν’ απλώσουν κάποια μέρα τα κλαδιά τους
Σ’ ένα ηλιόλουστο πρωινό με ανοιχτούς όλους τους πόρους του
Και να αιωρούνται από σώμα σε σώμα
Σε ακολούθησα όπως χάνουμε καμιά φορά το βήμα μας
Για μια νέα αυγή φλογισμένη στα χείλη μας
Και τίποτα δεν μπορεί πια ν’ αμφισβητηθεί
Και τα πάντα είναι πια τότε ένας κόσμος μικρός που κυλάει στις σκάλες
Και τα πάντα είναι πια τότε λουλούδι που σκύβει πάνω από το αίμα
Και τα κουπιά βυθίζονται βαθύτερα στις αύρες
Για να σταματήσει η μέρα και να μη μπορεί πια να περνάει
Σε ακολούθησα όπως ξεχνιούνται τα χρόνια
Όταν η ακτή παύει να εμφανίζεται με την κάθε πνοή του ανέμου
Και η θάλασσα ανεβαίνει ψηλότερα από τον ορίζοντα
Για να μη μ’ αφήσει να περάσω
Σε ακολούθησα κρυμμένος πίσω από τα δάση και τις πόλεις
Κουβαλώντας τη μυστική καρδιά και το φυλαχτό το σίγουρο
Περιφερόμενος πάνω σε κάθε νύχτα με κλαδιά αναγεννημένα
Προσφερόμενος σε κάθε ριπή όπως απλώνεται το άνθος να πάει στο κύμα
Ή όπως μαλακώνει τις παλίρροιές της η κόμη
Χάνοντας τις βλεφαρίδες μου στην εχεμύθεια των χαραμάτων
Καθώς ανεβαίνουν οι άνεμοι και λυγίζουν τα δέντρα και τους πύργους
Και πέφτοντας εγώ από ψίθυρο σε ψίθυρο
Όπως ανέχεται να κουβαλάει τα βήματά μας η μέρα
Για να με σηκώσει ύστερα με του βοσκού τη γκλίτσα
Και ν’ ακολουθήσω του χείμαρρους που πάντα χωρίζουν
Το κλήμα που ήδη πάει να πέσει στους ώμους μας
Και το κουβαλάνε σαν σχινόβεργα που την παρασέρνει το ρεύμα
Σε ακολούθησα περνώντας μια σειρά ηλιοβασιλέματα
Εκτεθειμένα στη βιτρίνα κάποιου καταστήματος
Σε ακολούθησα έχοντας μαλακώσει μέχρι θανάτου
Για να μην ακούς τα βήματά μου
Σε ακολούθησα σβήνοντας το βλέμμα μου
Και σωπαίνοντας σαν το ποτάμι όταν πλησιάζει την αγκαλιά
Ή το φεγγάρι που βάζει τα πόδια του εκεί που δεν υπάρχει απάντηση
Και έχω σιωπήσει λες και τα λόγια δεν είχανε γεμίσει τη ζωή μου
Και σαν να μην έχω πια τίποτ’ άλλο να σου προσφέρω
Κι έχω μείνει σιωπηλός γιατί η σιωπή φέρνει πιο κοντά τα χείλη
Γιατί μόνο η σιωπή ξέρει να σταματάει τον θάνατο στο κατώφλι
Γιατί μόνο η σιωπή ξέρει πώς να θανατώνεται χωρίς επιφυλάξεις
Κι έτσι σε ακολουθώ γιατί ξέρω ότι εσύ δεν θα πας παραπέρα
Και ότι στη σπάνια σφαίρα εξ ίσου πέφτουν τα σώματα
Γιατί σ’ εμένα την ίδια πίστη πρόκειται να βρεις
Ό,τι κάνει τη νύχτα ν’ ακολουθεί ακούραστα τη μέρα
Αφού κάποια στιγμή πρέπει να την πιάσει και να μη την αφήνει από τα δόντια της
Αφού κάποια στιγμή πρέπει να τη στριμώξεις
Καθώς ο θάνατος πλησιάζει στη ζωή
Σε ακολουθώ όπως παύουν να είναι πια τα φαντάσματα φαντάσματα
Με την άνεση να σε βλέπω σαν πύργο φτιαγμένον με άμμο
Πύργο ευαίσθητο ακόμα και στην παραμικρή ανάσα ή ταλάντωση των πλανητών
Που μένει όμως πάντα όρθιος και ποτέ δεν πάει μακρύτερα
Απ’ την άλλη μεριά τούτου εδώ του χεριού
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
EMILIO ADOLFO WESTPHALEN
[ΤΟ ΠΡΩΙ ΣΗΚΩΝΕΙ ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ΤΑ ΜΑΛΛΙΑ ΤΟΥ]
Tο πρωί σηκώνει το ποτάμι τα μαλλιά του
Έπειτα η ομίχλη τη νύχτα
Ο ουρανός τα μάτια
Με βλέπουνε τα μάτια τ’ ουρανού
Να ξυπνάω χωρίς σπονδύλους χωρίς σκελετό
Το δέρμα είναι στην αιωνιότητά του
Μαλακώνει μέχρι να χαθεί στη μνήμη
Υπήρχε και δεν υπήρχε
Στον δρόμο των ματιών στον δρόμο τ’ ουρανού
Τί τρυφερό το καλοκαίρι κλαίει στο στόμα σου
Βρέχει απόλαυση ευδαιμονία
Η θάλασσα φέρνει πιο κοντά την αγάπη της
Φοβάται το ρόδο το πόδι το δέρμα
Η θάλασσα διώχνει μακριά την αγάπη της
Η θάλασσα
Πόσες βάρκες
Τα κύματα λένε αγάπη
Η ομίχλη πάλι άλλη βάρκα
Τα κουπιά μα η αγάπη δεν κουνιέται
Ξέρει να κλείνει τα μάτια να κοιμίζει τον αέρα όχι τα μάτια
Το κύμα ζυγώνει στα μάτια
Τα μαλλιά κοιμούνται δίπλα στο ποτάμι
Δεν κινδυνεύουν να ναυαγήσουν στα μάτια
Ηρεμεί αργοπορημένος ο ουρανός
Ή γαληνεύουν τα μάτια
Φωτιά φωτιά φωτιά φωτιά
Στον γαλανό ουρανό
Φωτιά γαλανή όπως κυλάει η σιωπή
Από πάνω από τον ουρανό η φωτιά η αγάπη η σιωπή
Τί μαρτύριο να λούζει το μέτωπο η σιωπή
Πίσω από την απουσία κοίταζες χωρίς φωτιά
Είναι απουσία νύχτα
Η θερινή θωπεία τα μάτια το στόμα
Η φωτιά γεννιέται στα μάτια
Η αγάπη γεννιέται στα μάτια ο ουρανός η φωτιά
Η φωτιά η αγάπη η σιωπή
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
ΜΠΡΕΧΤ: ΑΝΤΙΠΟΛΕΜΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής
Μουσική: Νίκος Στεφάνου
Τραγούδι: Σωτήρης Μπαλλάς
Πιάνο: Νίκος Στεφάνου
Ηχοληψία, μίξη, mastering: Σωτήρης Μπαλλάς («σπιτική» ηχογράφηση)
BLANCA WIETHÜCHTER
Η ΑΝΑΠΑΥΣΗ
Μπαίνω σπίτι μου
και μένω στο κέντρο του
περιμένοντας τη θερμοκρασία
που βουβαίνει τους άχρηστους θορύβους
και σε μια βόλτα της σιωπής
αρχίζει ο κόσμος
από κάποια μυρωδιά φωτιάς
από ένα φύλλο
από μιαν αλλαγή σεντονιών
στην επιθυμία μου να κάνω πράγματα
όχι πάντοτε ακριβή.
Δεν είμαι η ίδια
τα δε βήματά μου στη φωνή
ακούγονται σκοτεινότερα
και άλλος είναι ο ήλιος που καίει
στα λυκόφωτα που συλλογίζομαι
ακίνητη εγώ ταξιδιώτισσα
και νομίζω
ότι θέλω απλώς να φροντίζω ό,τι ζει
και να έχω φως
για εκείνον
και για τα κορίτσια μου.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.