Σάββατο 20 Ιουνίου 2026

ΜΟΥΣΩΝ



Κυκλοφόρησε ο "Μουσών" με πλουσιότατη ύλη. Ανάμεσά τους και τρία ποιήματά μου.





ΤΙ ΕΦΕΡΕ Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ



ΤΙ ΕΦΕΡΕ Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ


Την τελευταία ποιητική συλλογή του αείμνηστου φίλου μου και πανάξιου εργάτη των γραμμάτων και της λυρικής τέχνης Κώστα Φωτεινού
Από τη Λευκάδα και πάντα με αγάπη ήρθε το δώρο με τη μέριμνα των οικείων του.





Παρασκευή 19 Ιουνίου 2026

ΒΙΒΛΙΑ.. ΒΙΒΛΙΑ...

ΜΠΡΕΧΤ

 






Η ΚΑΜΗΛΑ

 


WISŁAWA SZYMBORSKA

 

Η ΚΑΜΗΛΑ

 

Μὴ μιλᾶς στὴν καμήλα γιὰ ἀνάγκη καὶ γιὰ θέληση.

 

Κοίτα τὰ μεγάλα της χείλη

πόσο σφιγμένα εἶναι

γιὰ νὰ δώσει ἕνα μεγάλο φιλί,

τὶς ἐπικίνδυνες βλεφαρίδες της κοίτα
βλεφαρίδες γεννημένης κοκέτας.

 

Ἡ καμήλα εἶναι ζῶο ποὺ νιώθει

εὐγνωμοσύνη ἀκόμα καὶ γιὰ τὰ ἐλάχιστα τῶν ἐλαχίστων.

 

Γιὰ τὸν ἑαυτό της κρατάει

ἁπλῶς τὴν κρυμμένη πηγὴ μέσα στὶς χλόες,

τὸ μυτερότερο ἀγκάθι,

τὸ πιὸ γλυκό κοτσάνι.

 

Ὅταν ἀκούστηκε φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ,

 

ὅταν ἐμίλησε ὁ Θεὸς

ἀπὸ τὴν καιόμενη βάτο,

 

ἡ καμήλα ἦταν τὸ μόνο ζῶο

ποὺ ἀποκρίθηκε.

 

Ὡς ἄλλος ἀμμόλοφος πάνω σὲ ξυλοπόδαρα

πάει μιὰ δῶ μιὰ κεῖ τρέχοντας στὸ μάκρος τοῦ ὁρίζοντα

κυνηγώντας αἷμα

 

τὶς μυστικὲς καρπουζόκρυπτες

ποὺ πετάγονται ὡς ἀνάποδο μάννα

μέσ’ ἀπ’ τὴν ἄμμο.

 

Δὲν ἀντέχει νὰ βλέπει ψεύτικους θεούς

μπροστά της:

οὔτε τὸν ἔμπορο

ποὺ τῆς δένει τὴν καμπούρα σφιχτὰ

μ’ ἕνα σκοινί,

οὔτε τὸν τουρίστα.

 

Ἔχει σαφὴ αἴσθηση τῆς θέσης της στὸν κόσμο:

 

μετὰ τὸ νερὸ καὶ τὸ καρπούζι,

τὸν καύσωνα καὶ τὸ φῶς,

τὴ σιωπὴ καὶ τὴν ἐπιστήμη

 

η καμήλα εἶναι ἡ τελευταία μεγάλη ἐλπίδα.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.


ΚΙ ΑΝ ΔΕΝ ΣΕ ΞΑΝΑΔΩ ΠΟΤΕ

 


CHARLES BUKOWSKI

 

[ΚΙ ΑΝ ΔΕΝ ΣΕ ΞΑΝΑΔΩ ΠΟΤΕ]

 

Κι ἂν δὲν σὲ ξαναδῶ ποτὲ

πάντα θὰ σὲ κουβαλάω ἐγὼ

μέσα μου

κι ἔξω μου

στὶς ἄκρες τῶν δακτύλων μου

καὶ στοῦ μυαλοῦ μου τὸ χεῖλος

καὶ στὰ κέντρα

στὰ κέντρα

στὰ κέντρα αὐτοῦ

ἀπ’ τὸ ὁποῖο εἶμαι φτιαγμένος

καὶ θὰ μοῦ ἀπομένει ἀκόμα.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026

ΦΡΑΣΕΙΣ

 


ARTHUR RIMBAUD

 

ΦΡΑΣΕΙΣ

 

Ὅταν ὁ κόσμος μικρύνει καὶ γίνει ἕνα καὶ μόνο ἕνα μαῦρο δάσος γιὰ τὰ τέσσερά μας κατάπληκτα μάτια, — μικρὸς γιαλός γιὰ δυὸ μικρὰ παιδιά — σπίτι γεμάτο μελωδίες γιὰ τὴ φωτεινή μας συμπάθεια — θὰ σὲ βρῶ, ναί, θὰ σὲ βρῶ ἐγὼ ἐσένα.

          Νά ’χει δῶ κάτω ἀπομείνει ἕνας γέρος ὁλομόναχος, ἤρεμος καὶ ὡραῖος, κι ὁλόγυρά του νά ’χει «πολυτέλεια ἀνήκουστη», — κι ἐγὼ στὰ γόνατά σου νὰ προσπέφτω.

          Νά ’χω τὶς θύμησές σου πραγματοποιήσει ἀκέραιες, —κι ἂς εἶμαι ἐγὼ αὐτὸς ποὺ ξέρει πῶς νὰ σὲ στραγγαλίσει—, καὶ θὰ σὲ πνίξω ἐγώ, ναί.

 

*****

 

Ὅταν εἴμαστε πολὺ δυνατοί, — ποιός ὑποχωρεῖ; χαρούμενος — ποιός στὴ γελοιότητα ξεπέφτει; Ὅταν εἴμαστε πολὺ μοχθηροί, πῶς καὶ ποῦ καταλήγουμε;

          Στολίσου, χόρεψε καὶ γέλα. — Ποτὲ δὲν θὰ μπορέσω νὰ πέμψω τὸν ἔρωτα ἐγὼ ἀπ’ τὸ παράθυρο.

 

*****

 

Συντρόφισσά μου, ἐπαίτισσα, παιδὶ μεταμορφωμένο σὲ τέρας! Πόσο ἀδιάφορη σ’ ἀφήνουν τοῦτες οἱ στενοχώριες καὶ τοῦτοι οἱ ἐλιγμοί, κι ὅλα γενικῶς τὰ βάσανά μου! Γίνε ἕνα μαζί μας, μὲ τὴν ἀπίστευτη φωνή σου, ναί, μὲ τὴ φωνή σου τὴν ἀπαράμιλλη! Μοναδικὴ ἐσὺ κολακεύτρια τούτης ἐδῶ τῆς ποταπῆς ἀπόγνωσης.

          Μουντὸ πρωινό, συννεφιασμένο, Ἰούλιο μήνα. Γεύση τέφρας, πετάει στὸν ἀέρα· — ὀσμὴ ξύλου στὴν πυροστιὰ καὶ ἱδρώνει, — λουλούδια νοτισμένα — οἱ βόλτες ἀραιώνουν — τῶν αὐλακιῶν ψιλόβροχο στὰ χωράφια — ὁπότε γιατί ὄχι καὶ παιχνίδια καὶ θυμιάματα;

 

*****

 

Τεντωμένα —ἐγὼ τά ’δεσα— σκοινιὰ ἀπὸ κωδωνοστάσιο σὲ κωδωνοστάσιο· γιρλάντες ἀπὸ παράθυρο σὲ παράθυρο· χρυσὲς ἁλυσίδες ἀπὸ ἀστέρι σὲ ἀστέρι, καὶ χορεύω, χορεύω.

 

*****

 

Ἡ πάνω λίμνη ἀχνίζει συνεχῶς, ἀσταμάτητα. Ποιά μάγισσα θὲ νὰ ὀρθωθεῖ πάνω ἀπ’ τ’ ἄσπρο λιόγερμα; Ποιές μενεξενδένιες φυλλωσιὲς θὰ κατεβοῦν δῶ κάτω;

 

*****

 

Ὅσην ὥρα οἱ δημόσιοι πόροι ρέουν σὲ γιορτὲς ἀδελφοσύνης, κάποια καμπάνα μὲ φωτιές τριανταφυλλιὲς χτυπάει μὲς στὰ σύννεφα.

 

*****

 

Γεύση εὐχάριστη μελάνης σινικῆς ἀναζωογονεῖται καὶ μιὰ μαύρη σκόνη σκορπιέται ἁπαλὰ-ἁπαλὰ στὸ νυχτέρι τὸ δικό μου. — Χαμηλώνω τοῦ πολυέλαιου τὰ φῶτα, πέφτω ξερὸς στὸ κρεβάτι, καὶ γυρισμένος πρὸς τὴ μεριὰ τῆς σκιᾶς σᾶς βλέπω, κορίτσια μου, σᾶς βλέπω, βασίλισσες δικές μου ἐμένα.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ

 


ARTHUR RIMBAUD

 

ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ

 

Ι

Τούτο το είδωλο, μαύρα μάτια και κίτρινη χαίτη, χωρίς γονείς, συγγενείς ή αυλικούς, ευγενέστερο κι από τον μύθο ακόμα, είδωλο μεξικανικό και φλαμανδικό· η επικράτειά του, με όλη την αναίδεια του γαλάζιου και της πρασινάδας, εκτείνεται σε γιαλούς που πήραν όνομα από κύματα χωρίς πλεούμενα, και τα ονόματά τους είναι θηριωδώς ελληνικά, σλαβικά και κελτικά.

Στις παρυφές του δάσους –άνθη ονειρικά κουδουνίζουν, εκρήγνυνται, διαλάμπουν– το κορίτσι με χείλια πορτοκάλι, με τα γόνατα του σταυρωμένα στον πάμφωτο κατακλυσμό που πηγάζει απ’ τα λιβάδια, με τη γυμνότητά του να τη σκιάζουν, να την διασχίζουν και να τη ντύνουν τα ουράνια τόξα, η χλωρίδα, η θάλασσα.

Κυρίες που στροβιλίζονται σε βεράντες γειτνιάζουσες με τη θάλασσα· παιδιά και γίγαντες, υπέροχες εβένινες γυναίκες μες στους χαλκοπράσινους αφρούς, κοσμήματα ορθά και περήφανα πάνω στο παχύ χώμα των αλσών και των αποψυγμένων κηπαρίων – νεαρές μητέρες και μεγάλες αδελφές με βλέμματα γεμάτα προσκυνήματα, σουλτάνες, πριγκίπισσες με βήματα και ενδύματα τυραννικά, κοράσια ξένα και όψεις καλυμμένες με μιαν απαλή χροιά δυστυχίας.

Οποία πλήξη, η ώρα μ’ εκείνα τα «γλυκό μου» και τα «καρδούλα μου».

 

ΙΙ

Να τη, να τη η μικρούλα που πέθανε πίσω από τις τριανταφυλλιές. – Η νεαρή μεταστάσα μητέρα κατεβαίνει τα σκαλιά. – Η άμαξα του εξαδέλφου τρίζει πάνω στην άμμο. – Ο μικρός αδελφός (είναι στις Ινδίες!) εκεί, πριν απ’ το λιόγερμα, σ’ ένα λιβάδι στρωμένο γαρύφαλλα. – Οι γέροι που θάφτηκαν όρθιοι μες στα τείχη με τους άσπρους μενεξέδες.

Σμήνος χρυσαφένιων φύλλων κυκλώνει του στρατηγού το ενδιαίτημα. Πετούν στον Νότο. – Παίρνεις τον κόκκινο δρόμο και φτάνεις στο άδειο πανδοχείο. Ο πύργος προορίζεται να πωληθεί· των παραθύρων οι γρίλιες είναι ξεχαρβαλωμένες. – Το κλειδί της εκκλησίας θαν τό ’χει σίγουρα πάρει ο εφημέριος. – Γύρω απ’ το πάρκο τα καταλύματα των φυλάκων δεν κατοικούνται. Οι περίβολοι είναι τόσο ψηλοί, που το μόνο που βλέπεις είναι οι κορυφές των δέντρων και το θρόισμά τους. Εξάλλου δεν υπάρχει και τίποτα να δεις εκεί μέσα.

Τα λιβάδια ανηφορίζουν ίσαμε τα χωριουδάκια – καθόλου πετεινάρια και καθόλου αμόνια. Το άνοιγμα του υδροφράχτη είναι σηκωμένο. Ω της ερήμου γολγοθάδες και ανεμόμυλοι, ω νησιά και μυλόπετρες!

Άνθη μαγικά κι όλο εσβούριζαν. Τα αναχώματα λικνίζονταν. Θηρία γυρόφερναν παντού με τη θρυλική τους κομψότητα. Οι νεφέλες μαζεύονταν επάνω από κείνη την ανοιχτή θάλασσα πού ’χε φτιαχτεί από μιαν αιωνιότητα καυτών δακρύων.

 

ΙΙΙ

Στο δάσος υπάρχει ένα πουλί, με το λάλημά του σταματάς και σε κάνει να κοκκινίζεις.

Υπάρχει ένα ρολόι που δεν χτυπάει.

Υπάρχει ένα φαράγγι κι ένα λημέρι κάτασπρων ζώων.

Υπάρχει ένας καθεδρικός ναός που κατεβαίνει, και μια λίμνη που ανεβαίνει.

Υπάρχει ένα καροτσάκι παρατημένο στα θαμνόδεντρα ή που πάει τσουλώντας στην κατηφοριά του μονοπατιού κι είναι στολισμένο με κορδέλες.

Υπάρχει ένα μπουλούκι μικρών θεατρίνων με κουστούμια για την παράσταση, και πετάχτηκε ξαφνικά στη μέση του δρόμου που βρίσκεται στις παρυφές του δάσους.

Και, τέλος, όποτε πεινάς και διψάς, υπάρχει κάποιος που σε κυνηγάει να φύγεις.

 

IV

Είμαι ο άγιος που προσεύχεται στον εξώστη – όσο και καθώς βόσκουν τα γαλήνια κτήνη από δω ίσαμε τη θάλασσα της Παλαιστίνης.

Είμαι ο σοφός στη ζοφερή πολυθρόνα. Τα κλαριά και η βροχή βαράν και κοντεύουν να σπάσουν τα τζάμια της βιβλιοθήκης.

Είμαι ο πεζοπόρος των μεγάλων δρόμων που κόβουν μέσα από νανώδη αλσύλλια· των υδροφρακτών το βουητό πνίγει τα βήματά μου. Επί ώρα πολλή κάθομαι και κοιτάζω του ηλιοβασιμέματος τη μελαγχολική χρυσή αλισίβα.

Θα μπορούσα κάλλιστα να ήμουν το παρατημένο παιδί πάνω στην προκυμαία που έφυγε για να χαθεί στο πέλαγο, ο μικρός βαλές που ακολουθεί την αλέα δίκην υπηρέτου με το μέτωπό του ν’ ακουμπάει τον ουρανό.

Τα μονοπάτια είναι εξόχως τραχιά. Οι λοφίσκοι σκεπάζονται από σπάρτα. Ο αέρας είναι ακίνητος. Πόσο μακριά βρίσκονται τα πουλιά και οι ανάβρες! Αν μη τι άλλο αυτό μάλλον είναι, καθώς προχωράω, του κόσμου η συντέλεια.

 

V

Ας μου νοικιάσουν επιτέλους τούτον τον κεκονιαμένο τάφο με τις ανάγλυφες τσιμεντένιες γραμμές – βαθιά, πολύ βαθιά στο χώμα μέσα.

Στηρίζομαι με τους αγκώνες στο τραπέζι, η λάμπα φωτίζει έντονα τούτες δω τις εφημερίδες που ως ηλίθιος κάθομαι και τις ξαναδιαβάζω, τούτα τα βιβλία τα εντελώς άνευ ενδιαφέροντος. –

Σε μια τεράστια απόσταση πάνω απ’ το υπόγειο σαλόνι μου φυτεύονται και φυτρώνουν τα σπίτια, σωρεύονται και πυκνώνουνε οι ομίχλες. Η λάσπη είναι ή κόκκινη ή μαύρη. Πόλη τερατώδης, νύχτα ατελεύτητη!

Λίγο πιο κάτω υπάρχουν υπόνομοι. Στα πλάγια τίποτ’ άλλο εκτός από μια παχιά υδρόγειο σφαίρα. Μπορεί όμως και οι άβυσσοι του γαλάζιου, πηγάδια πύρινα. Ίσως πάνω σ’ αυτά τα επίπεδα ν’ ανταμώνουνε φεγγάρια και κομήτες, θάλασσες και παράμυθοι.

Στης πίκρας τις ώρες εγώ φαντάζομαι σφαίρες από ζαφείρια, από μέταλλα. Κυριαρχώ στη σιωπή. Μα γιατί να ωχριά η όψη κάποιου υποχθόνιου φεγγίτη στη γωνία του θόλου;

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΒΙΟΙ

 


ARTHUR RIMBAUD

 

ΒΙΟΙ

 

Ι

Ω, οι απέραντες λεωφόροι της αγίας γης, του ναού οι εξώστες! Τι ν’  απέγινε ο βραχμάνος που μου εξήγησε τις Παροιμίες; Απ’ τον καιρό εκείνο και εφεξής, από κει κάτω, μπορώ να βλέπω ακόμα και τις γριές! Θυμάμαι τις ώρες από ήλιο και ασήμι κοντά στα ποτάμια, το χέρι της υπαίθρου χώρας στο αίμα μου και τις θωπείες μας να στέκονται όρθιες στων πιπεριών τις πεδιάδες. – Σμήνος άλικων περιστεριών εν πτήσει βροντοκοπά ολόγυρα απ’ τις σκέψεις μου. – Εξόριστος εδώ διέθετα μια σκηνή για να παίξω τα θεατρικά αριστουργήματα όλων των λογοτεχνιών του κόσμου. Θα σας παρουσίαζα τα πλούτη τ’ ανήκουστα. Αναδιφώ και μελετώ την ιστορία των θησαυρών που ανακαλύψατε. Τη συνέχεια τη βλέπω καθαρά. Η σοφία μου είναι αντικείμενο περιφρονήσεως – ακριβώς το ίδιο με το χάος. Αλλά τί είναι το δικό μου τίποτα μπροστά στη ναρκωτική έκπληξη που σας περιμένει;

 

ΙΙ

Είμαι εφευρέτης με εντελώς μεγαλύτερη αξία σε σύγκριση με όσους προηγήθηκαν εμού· είμαι και μουσικός που βρήκε κάτι σαν το κλειδί της αγάπης. Την παρούσα στιγμή είμαι ευπατρίδης και κύριος μιας τραχιάς εξοχής με ουρανό νηφάλιο, και δοκιμάζω να συγκινηθώ με την ανάμνηση της ζητιανιάς στα παιδικά μου χρόνια, των μαθημάτων στο σχολείο, της άφιξής μου φορώντας ξυλοπάπουτσα, των τσακωμών, των πεντέξι χηρειών και κάτι γάμων, όπου το πεισματάρικο κεφάλι μου μ’ εμπόδισε ν’ ανεβώ στη διαπασών που είχαν φτάσει οι συμμαθητές μου. Δεν μετανιώνω ούτε νοσταλγώ καθόλου το παλιό μου μερίδιο στη θεϊκή χαρά. Ο νηφάλιος αέρας τούτης της τραχιάς εξοχής τροφοδοτεί ακαταπαύστως τον φρικτό σκεπτικισμό μου. Επειδή όμως ο σκεπτικισμός αυτός δεν μπορεί πια να βρει εφαρμογή στην πράξη και επειδή, επιπλέον, είμαι αφοσιωμένος σε καινούργια ντράβαλα, περιμένω τη στιγμή που θα γίνω παράδειγμα μοχθηρότατου παράφρονος.

 

ΙΙΙ

Σε μια σοφίτα, όπου βρέθηκα κλεισμένος στα δώδεκά μου χρόνια, εικονογράφησα την ανθρώπινη κωμωδία. Σ’  ένα υπόγειο έμαθα ιστορία. Σε μια νυχτερινή γιορτή σε κάποια πόλη του Βορρά εγνώρισα όλες τις γυναίκες των παλιών ζωγράφων. Σε μια παλιά στοά του Παρισιού διδάχτηκα τις κλασικές επιστήμες. Σε μια μεγαλόπρεπη κατοικία, στεφανωμένη από ολόκληρη την Ανατολή, ολοκλήρωσα το τεράστιο έργο μου και ακολούθως πέρασα στην ένδοξή μου συνταξιοδότηση. Το αίμα μου το ανακάτεψα με αίματα άλλα. Απ’  το χρέος μου είμαι πλέον ελεύθερος. Τώρα δεν χρειάζεται να το σκέπτομαι καν. Στην πραγματικότητα βρίσκομαι πέραν του τάφου, σε άλλο κόσμο, όταν ούτε χρωστώ ούτε μου χρωστάνε.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ