Τρίτη 4 Αυγούστου 2020

ΠΟΘΟΣ


FEDERICO GARCIA LORCA

ΠΟΘΟΣ

Αχ, μόνο η θερμή καρδιά σου
και, ναι, άλλο τίποτα.

Νά 'ν' ο παράδεισός μου κάμπος
χωρίς αηδόνια
και δίχως λίρες
μ' ένα ποταμάκι απόμερο
και μια λιανή βρυσούλα.

Χωρίς καν το σπιρούνι του άνεμου
ν' ανακατώνει δέντρα,
χωρίς τ' αστέρι εκείνο που ποθεί
να γίνει φύλλο.

Τεράστιο φως θαμπωτικό
που κάποτε υπήρξε
πυγολαμπίδα
γυναίκας άλλης
σε κάμπο μέσα
με χίλια βλέμματα σπασμένα.

Γαλήνη καθαρότατη -
και οι ασπασμοί μας πάνω της
σαν ήχοι φεγγαρίσιοι
λαμπροί και παντοδύναμοι
που τους ετράβηξε η μακρότης.

Αχ, η θερμή καρδιά σου
και, ναι, άλλο τίποτα.




ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ





ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

ΤΖΑΡΑ!



TRISTAN TZARA


CHAQUE JOUR

chaque jour plus profond gémit le sous-bois
dans le silence où tu te découvres
en toi-même vainqueur de ton image impure

chaque jour il faut se vaincre
tombé plus bas qu’automne de misère
dans la rupture des portes
le froissement des feuilles

chaque jour une force nouvelle
quand tant d’autres sont tombées
sous le rire hideux des mitraillettes
l’injure des pas cadenassés
la honte l’amère compagne

chaque jour le sursaut du réveil
comme un coup d’espace blanc
la déchirure celle où la mort se présente
claquant les talons

mais la vie qui fermente en nous
chargée d’épouvante au fil de la tendresse
vous fera passer le rire
chevaliers sans peur au ricanement d’eau morte
de force perdue

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2020

ΒΙΒΛΙΑ ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ


ΚΑΤΙ ΑΠ' ΤΑ ΠΑΛΙΑ...

Στη φοβερή μετάφραση του αείμνηστου Νίκου Παπαδόπουλου.

ΖΑΚ ΠΡΕΒΕΛ



JACQUES PREVEL


LES BEAUX JOURS QUI MÈNENT À TOUT

Les beaux jours qui mènent à tout
Me conduiront-ils à moi-même
Et me diront-ils pourquoi
J’ai traversé tant de déserts
Pour les rejoindre et les perdre à nouveau.

Et moi qui suis l’esclave d’une force puissante
Qui a marqué mes traits
Et donné à mon pas un rythme différent
Je suis le témoin de ces jours que je ne fixe pas
Et qui sont beaux comme des désirs
Et rares comme les amours.
Je suis l’inutile témoin de moi-même
Et de ma solitude dont je ne comprends pas le bonheur inhumain
Dont je ne bénis pas les heures incandescentes
Trop lâche pour émigrer toujours
Me perdre et me trouver d’un geste
Horrible pour ma lâcheté.

Κυριακή 2 Αυγούστου 2020

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ



Δώρο του φίλου μου του Τέλη Γ.
Ξεκίνησα από τα ποιήματα, 40 χρόνια μετά την πρώτη ανάγνωσή τους...

ΧΟΣΕ ΑΝΤΟΝΙΟ ΡΑΜΟΣ ΣΟΥΚΡΕ



JOSÉ ANTONIO RAMOS SUCRE


EL CANTO ANHELANTE

El castillo surge a la orilla dei mar. Domina un ancho espacio, a la manera del león posado frente al desierto ambiguo. Al pie de la muralla tiembla el barco dei pirata con el ritmo de la ola.
El vuelo brusco y momentáneo de la brisa recuerda el de las aves soñolientas. Sube la luna, pálida y solemne, como la victima al suplicio.
Con la alta hora y el paisaje limpide despierta la nostalgie dei cautivo y se lastima el soldado. Mueve a Iágrimas alguna extraña y ondulante música. La contraria con rudos acentos, con amargura de irritados trenos un cántico ansioso que tiene el impetu recto de la flecha disparada contra un águila.

Σάββατο 1 Αυγούστου 2020


GEORG TRAKL

ΩΡΑ ΟΛΟΦΕΓΓΗ

Μακριά στον λόφο εκεί φλογέρες είν' σπαρμένες.
Οι Φαύνοι στα βουρκόνερα παραμονεύουν.
Στα φύκια μέσα και στις καλαμιές κρυμμένες
οι Νύμφες οι κομψές κοιμούνται, γαληνεύουν.

Στης λίμνης πάνω τον υδάτινο καθρέφτη
χρυσές τις πεταλούδες λες πως τώρα θά 'χες.
Στη βελουδένια χλόη βγαίνει σαν τον κλέφτη
αλλόκοτο ένα ζωντανό με δύο ράχες.

Τη λύρα με λυγμούς και μέσ' απ' τις σημύδες
ο Ορφέας κρούει: του έρωτα τερπνά λογάκια.
Στις τρυφερές και παιχνιδιάρικες αχτίδες
των τραγουδιών του ενώνονται και τ' αηδονάκια.

Μια φλόγα ανάβει ο Φοίβος, φλόγα θεριεμένη,
Στης Αφροδίτης τη μορφή και πάλι τώρα.
Κι απ' του κεχριμπαριού τον μόσχο ραντισμένη
μες στα βαθιά σκοτάδια πυρακτώνεται η ώρα.

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.




Δημοσιεύθηκε στο σημερινό φύλλο της Εφημερίδας των Συντακτών

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΕΟΔΩΡΟ ΜΠΑΣΙΑΚΟ

Από τα ευεργετήματα του διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης είναι ο τρόπος να στήνεις γνωριμίες και φιλίες που δεν τις φανταζόσουν,… που είναι –με την κυριολεκτική σημασία της λέξης– απίθανες. Χάρη στο facebook είχα την προνομιακή τύχη να γνωριστώ με τον –έτσι υπέγραφε– Θεόδωρο Μπασιάκο. Με τη πρωτοβουλία, μάλιστα,  της κοινής μας φίλης Αλεξάνδρας Δήμου βρεθήκαμε κάμποσες φορές, παρ’ όλο που δεν ήταν εύκολο: αυτός στην Αθήνα και εγώ στην Κέρκυρα. Όσες φορές συναντηθήκαμε, η αφορμή ήταν κάτι που το ονομάζαμε (χάριν της συνεννοήσεως) «γιορτή», γιατί ήταν όντως γιορτή. Συναντιόμασταν στο Salero  στα Εξάρχεια καμιά εικοσαριά (τουλάχιστον) άτομα και στήναμε ποιητικές / καλλιτεχνικές βραδιές. Εκ του προχείρου και με τη σοβαρότητα  της αυθόρμητης κίνησης: ο έχων δίδει, ο μη έχων λαμβάνει.
Από τις 19 Ιουλίου ο Θεόδωρος Μπασιάκος δεν είναι στη ζωή. Στις 23 Ιουλίου αποτεφρώθηκε η σορός του. Τα λόγια που ακολουθούν γράφονται υπό το κράτος συγκινησιακής φόρτισης και άφατης αμηχανίας.
Δώδεκα μέρες προτού αποβιώσει, του ζήτησα να μου στείλει ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα για κάποια έκδοση ανθολογημένων ποιημάτων. Ιδού τι έλαβα στο messenger: 
Μπασιάκος Θεόδωρος. Αθήνα 1963. Επισήμως έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή «Μαύρα Μάτια», Πλανόδιον 2006, και παλιότερα τα νεανικά του «22 ποιήματα» και «Πολύ ευγενής», αρχές δεκαετίας ’80. Ποίημά του πρωτοδημοσιεύτηκε στο Νέο Σοσιαλιστή, αριστερό εφημεριδάκι της μεταπολίτευσης. Συνήθως διακινεί τους στίχους του εκτός εμπορίου υπό μορφή μικρών αυτοσχέδιων φυλλαδίων εκτός εμπορίου. Ηλεκτρονικά κυκλοφορεί κι η συλλογή «Κούκου-νιάου», Ενδυμίων 2017, στην δε ομαδική συλλογή «Επ7ά φωνές», Εξιτήριον 2018, συμμετέχει με 7 «γαλλικά» κομμάτια. Ο ίδιος πάντως προτιμά τα λάιβ σε διάφορες αντεργκράουντ μουσικοποιητικές βραδιές της «αριστερής όχθης» των Αθηνών.
Και κλείνοντας σημείωνε: «Το παράκανα λίγο, ας περικοπεί όσο είναι απαραίτητο».
Ο Μπασιάκος (ή Γκαν-γκαν ή Ινδιάνος) είναι αυθεντική φωνή της αντεργκράουντ ποίησης. Το αποδεικνύουν οι στίχοι του. Με υλικά από την καθημερινή κουβέντα, που καμιά φορά –με παιγνιώδη διάθεση– τα διανθίζει με λόγιους τύπους («μη πλέον εν χρήσει»), στήνει ποιήματα που ευχαριστούν την ψυχή του αναγνώστη. Ο ίδιος ήταν τραγουδιάρης: λάτρευε τα ρωσικά και τα τσιγγάνικα τραγούδια, όπως επίσης και τα ιταλικά, ακόμα και αυτά του τύπου «canzonissima». 
Τα ποιήματά του είναι τραγούδια – δεν φαίνεται με την πρώτη ματιά, αλλά είναι. Γκινσμπεργκιανή και φερλινγκέτεια διάθεση διατρέχει τους στίχους του, που τους συντηρεί σε μονόφυλλα.
Ο Μπασιάκος είναι περιθώριο αυθεντικό – καθόλου ιμιτασιόν, καθόλου φολκλόρ, καθόλου φιγουρατζής. Δεν περιάγει την τέχνη του επαιτώντας θαυμασμό και αναγνώριση. Σούμπιτος είναι η τέχνη του, και η τέχνη του είναι η ίδια του η ζωή. Είναι ευγενής και γι’ αυτό του αρέσουν οι απολαύσεις που μπορεί να έχει. Αλλά δεν νιώθει να του χρωστάνε τίποτα, ούτε διεκδικεί ποικιλώνυμα «κεκτημένα». Ενθουσιάζεται σαν μικρό παιδί, όταν λέει ότι είναι «ανεπρόκοπος»
Είναι ποιητής ταγμένος στη μεριά των προλετάριων. Τελεία. Ούτε «μποέμ» ούτε «προφητικός» – αυτά είναι για τους αστούς ποιητές, για να νιώθουν ότι δεν είναι αστοί, αλλά κάτι άλλο. Ο Μπασιάκος είναι μια ποιητική ανθρώπινη ύπαρξη που «καταλαβαίνει» τους πάντες. Ακόμα και τους ταξικούς του εχθρούς! Η μακροθυμία του είναι απόσταγμα ποιητικό. Μέσα σε κλίμα «φαμφάρας» και «ταρατατζούμ» στήνει το τσιγγάνικο πανηγύρι του και μας χαρίζει εκ περιουσίας τη χαρά της ζωής όπως την προσλαμβάνει ο ίδιος. Ήταν άρρωστος, ήξερε ότι τα πράγματα «δεν εξελίσσοντο καλώς», κι εντούτοις απευθυνόταν προς την αρρώστια του σαν να είχε μπροστά του μια κυρία που δεν ζει χωρίς τις ρεβεράντζες που απαιτεί να της κάνουν.
Τρελαινόταν για Μαγιακόφσκι, για Πρεβέρ, για Νικανόρ Πάρρα. Του άρεσε πολύ και ο Ρενέ Σαρ – κουβεντιάζαμε πάντα γι’ αυτόν, όπως και για τον Μπόρχες. Είχε γράψει κι ένα ποίημα με τίτλο Μπορχεσάρ.
Σύντομο και αμήχανο τούτο το σημείωμα. Αν το ήξερε, θα με απέτρεπε. Είμαι βέβαιος, πάντως, ότι με συγχωρεί. Γι’  αυτό και το γράφω.  Όπως με «συγχώρησε» τότε που είχα διδάξει σε φοιτητές μου στο μάθημα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας κάποια ποιήματά του, όταν τον διαβεβαίωσα ότι τα παιδιά «δεν δυσαρεστήθηκαν καθόλου». Έχω μάθει ότι οι εκδόσεις Πανοπτικόν ετοιμάζουν μιαν έκδοση των ποιημάτων του. Εκεί θα διαβάσουμε λόγια σαν κι αυτά, από το τελευταίο του ποίημα, όπου η πάλη συνεχίζεται:

LA LUTTE CONTINUE

Μεσάνυχτα στο νοσοκομείο
Έχω βγει στο μπαλκόνι, σε στάση επαγρύπνησης
Καπνίζω το τελευταίο τσιγάρο της καβάτζας
Με περιτριγυρίζει η ομορφιά του κόσμου, φυτά κι' αστέρια κι' όλα
Πλάϊ μου ο σύντροφος, ένα ντερέκι καλοκάγαθο, εργάτης, με τον καθετήρα του παρά πόδα.
Ησυχία.
Εν αναμονή των μεγάλων μαχών.
Αυτή την ώρα αντιλαμβάνομαι τη ζωή ως φρουρά απεργιακή.
Σιγοτραγουδώ Ραούλ Βανεγκέμ, ένα τραγουδάκι πολύ αγαπητό σ' εμάς τα παιδιά των Λυσσασμένων: 
("la vie s'ecoule, la vie s'enfuit...")
Πρώτα θα μου βγει η ψυχή και μετά η ποίηση.

(Σαβ. 12/7/20, 1.30 π.μ.)

Χαίρε, Τεό Μπασιάκ. Χαιρετίσματα στους φίλους, ξέρεις εσύ.

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ



ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

ΑΛΑΙΝ ΜΠΟΣΚΕ



ALAIN BOSQUET


ROME

Le pangolin, bleu comme le tangage,
effectue son entrée
dans Saint-Pierre de Rome.
Il dit :
« Je prends tous les pouvoirs,
au nom du grand espace,
des volcans révoltés,
de l’univers qui est déçu.
J’excommunie les hommes :
les uns redeviendront orties,
les autres blattes. »
Vêtu de pourpre,
il fait pendre un évêque à chaque réverbère
et, le Tibre s’étant arrêté,
il dévore le Christ.