Δευτέρα 17 Αυγούστου 2009
ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΟΙ ΝΤΟΡΣ
ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΟΙ DOORS
RIDERS ON THE STORM
Riders on the storm
Riders on the storm
Into this house were born
Into this world were thrown
Like a dog without a bone
An actor out on loan
Riders on the storm
Theres a killer on the road
His brain is squirmin like a toad
Take a long holiday
Let your children play
If ya give this man a ride
Sweet family will die
Killer on the road, yeah
Girl ya gotta love your man
Girl ya gotta love your man
Take him by the hand
Make him understand
The world on you depends
Our life will never end
Gotta love your man, yeah
Wow!
Riders on the storm
Riders on the storm
Into this house were born
Into this world were thrown
Like a dog without a bone
An actor out alone
Riders on the storm
Riders on the storm
Riders on the storm
Riders on the storm
Riders on the storm
Riders on the storm
Ετικέτες
ΑΓΓΛΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ,
ΡΟΚ ΜΟΥΣΙΚΗ,
DOORS
Κυριακή 16 Αυγούστου 2009
ΜΕ ΤΟΝ ΛΟΥΤΣΙΑΝΟ ΠΑΒΑΡΟΤΤΙ ΣΤΗ ΝΑΠΟΛΗ
ΜΕ ΤΟΝ LUCIANO PAVAROTTI ΣΤΗ ΝΑΠΟΛΗ
Ετικέτες
ΙΤΑΛΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ,
ΚΑΝΤΣΟΝΕΤΤΑ,
PAVAROTTI (LUCIANO)
Ο ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΑΝΤΣΟΙ

ΟΜΗΡΟΣ ΜΠΕΚΕΣ (1886-1971)
ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ
Όταν μιλώ, να σκάνετε, γιατ’ είστε βλάκες πρώτης!
Αγροίκοι! Όσες κι αν βλέπετε μορφές στον κόσμ’ ωραίες,
για σας είναι αντικείμενα κι είναι για μένα ιδέες!..
Ο Δον Κιχώτης είμ' εγώ, της εμορφιάς ιππότης!
Γελάτε σα με βλέπετε, και λέτε: "- Ο Δον Κιχώτης!"
Μ' ακούστε : οι κόρες του Διός, που ζουν αιώνια νέες,
εννιά για εμέ πριγκίπισσες σταθήκαν Δουλσινέες!
Τις σκλάβωσα με το σπαθί του λόγου και της νιότης!
Οικόσημά μου τα όνειρα, μα κι η χλωμή μου η μούρη
δεν αντικρύζει, όπως εσείς, του Σάντσου το γαϊδούρι.
Τον Πήγασο με τα φτερά μπινεύω τα μεγάλα!
Κι αν θέλετε, ανεμόμυλοι, μ’ εμέ να μετρηθείτε,
βροντώντας γύρω σας ρυθμούς αθάνατους θα ιδείτε
με τα ωσαννά σας να ριχτώ στα σύννεφα καβάλλα!..
*****************************
ΟΙ ΣΑΝΤΣΟΙ
Καβάλλα στα γαϊδούρια τους οι Σάντσοι κάποια μέρα
πηγαίνανε, μεστοί, στην αγορά.
Του ξέχειλου αφεδρώνα τους αντεποιείτο η σφαίρα
του κυρ-γαϊδάρου την ουρά.
Η φάτσα του σελάγιζε σαν πορφυρό φεγγάρι.
Και την κοιλιά τους βλέποντας, πρησμένη, από ψηλά
διελογίζοντο εμβριθώς πως πιότερη έχουν χάρη
στον κόσμο αυτόν τα στρογγυλά.
Έτσι, μεστοί, ξεχειλιστοί και στρογυλοί τραβούσαν
οι Κένταυρ’ οι γαϊδουρινοί,
και τρώγανε της εποχής τις σάρκες και μασούσαν
κι ωστόσο μέναν πάντ’ αγνοί.
Άξαφνα, εκεί που οι χρυσανθοί φωτοβολούν της νιότης,
στης φαντασίας το βουνό,
ορθώθηκ’ ένας αχαμνός πελώριος Δον Κιχώτης
ανάμεσα σε γη και σ’ ουρανό.
Κι έκραξε: Ω εσείς, καμαρωτές στη μαύρη Στύγα βάρκες,
μόσχοι χρυσοί και σιτευτά μηδενικά,
εσείς που θα λιανίζατε και του Χριστού τις σάρκες
για κάποιο τερατώδη μουσακά,
ιδέτε, ο ήλιος έσβησε κι ήλιοι πολλοί ροδίζουν,
κι ας είναι γύρω σας λιακάδα θερινή.
Χαλάσαν τα συστήματα και σαν τρελοί σβουρίζουν
γύρω στη γη μας οι ουρανοί.
Οι Σάντσοι σταματήσανε, τον είδαν και γελάσαν
με την καρδιά τους, ω άδολες χαρές!
Κι είτανε τόσο τρανταχτά τα γέλια που ξεσπάσαν
και στων γαϊδάρων τις ουρές.
Κάνοντας όμως με το αβρό χεράκι του αντήλιο,
ψάξανε μιά τον ουρανό και μιά τη γη,
κι είδαν μονάχα, τί να ιδούν; τον ψεύτικο τον ήλιο
που βγαίνει πάντα κάθε αυγή.
Τότες, γαλήνιοι, εκέντρισαν τα ζώα τους με φούρια.
- Σημεία, εμείς, και τέρατα δε βλέπουμε, τρελέ!
Μα ξεκινώντας είπανε τα ταπεινά γαϊδούρια:
- Εμείς τα βλέπουμε, καλέ.
Το ποίημα «Οι Σάντσοι» είχε δημοσιευθεί στο αθηναϊκό περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα» το έτος 1945.
Ετικέτες
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ,
ΜΠΕΚΕΣ (ΟΜΗΡΟΣ),
ΣΟΝΕΤΤΟ
ΣΤΗΝ ΗΡΕΜΗ ΑΤΜΟΣΦΑίΡΑ



ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ (1903-1984)
ΒΡΑΔΥΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
Πάνω απ’ την πολιτεία η νύχτα κρέμεται
κι η πολιτεία πλέει μες στην ανία,
μες στο μαβί λυκόφως εξαϋλώνουνται
οι εκκλησιές, οι μπάγκες, τα πορνεία!
Στην προκυμαία τα πλοία σηκώνουν άγκυρα,
τα τραίνα φεύγουν στο άγνωστο κι ουρλιάζουν,
κι όμοια μ’ ελπίδες πόσβησαν πριν ζήσουνε,
τα πρώτα εσπέρια φώτα τρεμουλιάζουν.
Τέτοια ώρα το σκοτάδι ως πέφτει ακράτητο
έχει μια θλίψη αναίτια μαζί του!
Η πόρνη βιαστικά βάφει τα χείλη της...
Ο έμπορος σφαλνάει το μαγαζί του.
Κι η νύχτα κατεβαίνει μαύρη, αγέρωχη,
ενώ η ωχρή κι ανούσια σβήνει μέρα,
κι ενώ ξερνάν –λες: μίσος– τα εργοστάσια
μαύρο καπνό, στην ήρεμη ατμοσφαίρα!
Δημοσιεύθηκε στο αθηναϊκό περιοδικό «ΝΕΑ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ», Μάης 1928, αρ. 5, σελ. 153.
Ετικέτες
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ,
ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ (ΑΣΗΜΑΚΗΣ)
Η ΕΝΑΤΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΟΥ ΜΑΛΕΡ
GUSTAV MAHLER, Symphonie Nr. 9, in D-Dur
Dirigent: Leonard Bernstein
1. Satz: Andante comodo (D Dur)
2. Satz: Im Tempo eines gemächlichen Ländlers. Etwas täppisch und sehr derb (C Dur)
3. Satz: Rondo-Burleske: Allegro assai. Sehr trotzig (a moll)
4. Satz: Adagio. Sehr langsam und noch zurückhaltend (D flat
Dur)
Dirigent: Leonard Bernstein
1. Satz: Andante comodo (D Dur)
2. Satz: Im Tempo eines gemächlichen Ländlers. Etwas täppisch und sehr derb (C Dur)
3. Satz: Rondo-Burleske: Allegro assai. Sehr trotzig (a moll)
4. Satz: Adagio. Sehr langsam und noch zurückhaltend (D flat
Dur)
Ετικέτες
ΚΛΑΣΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ,
BERNSTEIN (LEONARD),
MAHLER (GUSTAV)
ΑΛΦΡΕΤ ΛΙΧΤΕΝΣΤΑΪΝ



ALFRED LICHTENSTEIN (1889-1914)
DIE NACHT
Verträumte Polizisten watscheln bei Laternen.
Zerbrochne Bettler meckern, wenn sie Leute ahnen.
An manchen Ecken stottern starke Straßenbahnen,
Und sanfte Autodroschken fallen zu den Sternen.
Um harte Häuser humpeln Huren hin und wieder,
Die melancholisch ihren reifen Hintern schwingen.
Viel Himmel liegt zertrümmert auf den herben Dingen ...
Wehleidge Kater schreien schmerzhaft helle Lieder.
Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η φίλη του ιστολογίου κ. Alexis Bledel.
Ετικέτες
ΓΕΡΜΑΝΟΦΩΝΗ ΠΟΙΗΣΗ,
LICHTENSTEIN (ALFRED)
ΝΕΡΟΥΔΑ!

PABLO NERUDA
ODA AL LIBRO (II)
LIBRO
hermoso,
libro,
mínimo bosque,
hoja
tras hoja,
huele
tu papel
a elemento,
eres
matutino y nocturno,
cereal,
oceánico,
en tus antiguas páginas
cazadores de osos,
fogatas
cerca del Mississippi,
canoas
en las islas,
más tarde
caminos
y caminos,
revelaciones,
pueblos
insurgentes,
Rimbaud como un herido
pez sangriento
palpitando en el lodo,
y la hermosura
de la fraternidad,
piedra por piedra
sube el castillo humano,
dolores que entretejen
la firmeza,
acciones solidarias,
libro
oculto
de bolsillo
en bolsillo,
lámpara
clandestina,
estrella roja.
Nosotros
los poetas
caminantes
exploramos
el mundo,
en cada puerta
nos recibió la vida,
participamos
en la lucha terrestre.
Cuál fue nuestra victoria?
Un libro,
un libro lleno
de contactos humanos,
de camisas,
un libro
sin soledad, con hombres
y herramientas,
un libro
es la victoria.
Vive y cae
como todos los frutos,
no sólo tiene luz,
no sólo tiene
sombra,
se apaga,
se deshoja,
se pierde
entre las calles,
se desploma en la tierra.
Libro de poesía
de mañana,
otra vez
vuelve
a tener nieve o musgo
en tus páginas
para que las pisadas
o los ojos
vayan grabando
huellas:
de nuevo
descríbenos el mundo
los manantiales
entre la espesura,
las altas arboledas,
los planetas
polares,
y el hombre
en los caminos,
en los nuevos caminos,
avanzando
en la selva,
en el agua,
en el cielo,
en la desnuda soledad marina,
el hombre
descubriendo
los últimos secretos,
el hombre
regresando
con un libro,
el cazador de vuelta
con un libro,
el campesino arando
con un libro.
Το ποίημα μάς το έστειλε η πιστή φίλη του ισυτολογίου Lapsus Digiti. Την ευχαριστούμε πολύ.
Ετικέτες
ισπανοφωνη ποιηση,
NERUDA
ΜΕΓΑΛΕΙΩΔΕΣ!
GIUSEPPE VERDI, NABUCO :
VA, PENSIERO, SULL’ALI DORATE
Va' pensiero sull'ali dorate
Attraversa le montagne e vola
Sugli oceani.
Raggiungi la terra, trova il luogo
Dove vanno tutti i bambini
Ogni notte dopo aver sentito questa ninnananna.
Lì troverai i loro eroi vivi
Che proteggono la loro innocenza
Benedicili tutti perchè il loro animo semplice
è tanto puro e meraviglioso.
Va' pensiero sull'ali dorate
Fai continuare questo sogno bellissimo
Per tutta la notte.
Presta loro le tue ali dorate
Tutte le paure voleranno via
Prendili per mano
Aiutali a trovare una strada facile
Riportali alla luce, riportali alla luce
Alla quale appartenevano un tempo
Dove possono restare
Bambini per tutto il tempo che vogliono.
Va' pensiero sull'ali dorate
Attraversa le montagne e vola
Sugli oceani.
Raggiungi la terra, trova il luogo
Dove vanno tutti i bambini
Ogni notte dopo aver sentito questa ninnananna.
Ogni notte dopo aver sentito questa ninna nanna.
Με τους Tito Gobbi και Elena Souliotis. Διευθύνει ο Lamberto Gardelli.
Στίχοι: Temistocle Solera.
Ηχογράφηση του 1960.
Ετικέτες
ΚΛΑΣΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ,
ΟΠΕΡΑ,
GOBBI (TITO),
SOULIOTIS (ELENA),
VERDI (GIUSEPPE)
Σάββατο 15 Αυγούστου 2009
ΑΝΘΗ ΜΕ ΜΑΤΙΑ ΠάΝΘΗΡΩΝ




ARTUR RIMBAUD (1854-1891)
ΤΟ ΜΕΘΥΣΜΕΝΟ ΚΑΡΑΒΙ
Σε Ποταμούς ατάραχους καθώς αργοκατέβαινα,
μ’ αφήκαν αρυμούλκητο οι αγγαρεμένοι ανθρώποι:
Κάποιοι έξαλλοι Ερυθρόδερμοι, γυμνούς αφού τους κάρφωσαν
στα παρδαλά τους ξόανα, τους τόξευαν κατόπι.
Έγνοια καμμιά για πλήρωμα δεν είχα εγώ, γεννήματα
φλαμανδικά κι εγγλέζικα μπαμπάκια είχα φορτίο.
Μιά και με τους ανθρώπους μου τελειώσαν τα καθέκαστα,
όπου ’θελα κι οι Ποταμοί μ’ αφήκανε να φύγω.
Παιδί εγώ κακοτράχαλο, του κεφαλιού μου κάνοντας,
πέρσυ το μισοχείμωνο ρίχτηκα μες στο σάλο
τον άγριο των παλιρροιών! Και του έκπλου μου οι Χερρσόνησες
δε θα θυμούνται αναβρασμό ποτέ τους πιο μεγάλο.
Η καταιγίδα ευλόγησε τις ναυτικές αγρύπνιες μου.
Δέκα νυχτιές, λαφρή φελλό, χωρίς ν’ αποθυμήσω
το ηλίθιο μάτι των φανών, με χόρεψαν τα κύματα
που μοίρα τους ν’ αργοκυλάν από πνιγμένους πίσω.
Πράσινο αφρόν ερούφηξεν η πλώρη μου η ελάτινη,
σαν το χυμό ξυνόμηλου παιδί όταν το δαγκώνει,
από κρασιά κι απ’ έμετους μ’ εξέπλυνεν η θάλασσα,
σκορπώντας μου στη μάνητα κι αρπάγες και τιμόνι.
Και τότε ήταν που λούστηκα στο γαλατένιο αστρόχυτο
θαλάσσιο ποίημα, τους βυθούς ρουφώντας, που συμβαίνει
κάποτε εκεί, κατάχλωμο κι εκστατικό ναυάγιο,
ένας πνιγμένος σκεφτικός να σιγοκατεβαίνει,
όπου τις κυανότητες αιφνίδια χρωματίζοντας,
ντελίρια κι αργοί ρυθμοί, φωτός χρυσοπλημμύρες,
οι πικραμένες του έρωτος εξάψεις συφλογίζονται,
δριμύτερες κι από τ’ αλκοόλ κι απ’ τις πλατιές σας λύρες!
Οι ξεσκισμένοι απ’ αστραπές γνωστοί μού είν’ ουρανόθολοι
τα ρέματα κι οι σίφουνες, γνωστό μου και το βράδι
κι η αυγή που σα φτερούγισμα περιστερών είν έξαλλη,
κι είδα όσα νόμισε γνωστά τ’ ανθρώπινο κοπάδι.
Την πράσινη ονειρεύτηκα νυχτιά, τα έκθαμβα χιόνια της,
στα μάτια του νερού φιλιών μετάδοση αργοπόρων,
τον κυκλισμό των άρρητων χυμών και την εγρήγορση
τη γαλανή και κίτρινη των ωδικών φωσφόρων.
Τον ήλιο είδα κατάστιχτο με φρίκες υπερκόσμιες
ν’ αλλάζει νέφη δυσμικά σε πάγους ιοχρόους,
τα κύματα να στέλνουνε κατάμακρα τα ρίγη τους
καθώς οι αρχαίοι ερμηνευτές της τραγωδίας τους γόους.
Μήνες οι φουσκοθαλασσιές να τρων το βράχο αγνάντεψα,
δαμάλινες αφρίζουσες μεγάλες υστερίες,
ξέροντας πως του Ωκεανού το ρύγχος δεν θα δάμαζαν
οι φωτοβηματίζουσες θαλασσινές Μαρίες.
Σ’ αφάνταστες εξόκειλα Φλωρίδες που συνταίριαζαν
άνθη με μάτια πάνθηρων, δέρματα των αγρίων
μ’ ουράνια τόξα, χαλινούς που ώς κάτω στον ορίζοντα
τεντώνανε να συγκρατούν πλήθη γλαυκών ποιμνίων.
Βρώμικα είδα βαλτόνερα, τεράστια καλαμόκλουβα,
μέσα τους ένα ολάκερο Λεβιάθαν να σαπίζουν,
σφοδρά νεροποντίσματα μέσα σε αγέλες βόνασων,
σ’ αβύσσους καταρραχτικά τα μάκρη να γκρεμίζουν.
Ήλιους θαμπούς, πάγους, νερά μαργάρινα, διάπυρους
ουρανούς και ξεβράσματα σε μυχούς κόλπων όπου
τ’ αφανισμένα από κοριούς γιγάντια φίδια πέφτουνε
δυσώδη πάν’ απ’ τα ραιβά ξερόδεντρα του τόπου.
Θ’ αποθυμούσα νά ’δειχνα στα παιδιά τα χρυσόψαρα,
τα ωραία τα ψάρια τα ωδικά του γαλανού αυτού πλάτους.
Άνθινοι αφροί κυλήσανε και με κατευοδώσανε
κι άρρητοι ανέμοι κάποτες μού εδώσαν τα φτερά τους.
Κι άλλοτε πάλι η θάλασσα, ζωνών και πόλων μάρτυρας,
με του λυγμού της το ρυθμό καθώς γλυκοκυλούσα,
μου ανέβαζεν ανθούς σκιών τίς κίτρινές της μέδουσες
και σα γυναίκα που έπεσε στα γόνατα ηρεμούσα.
Χερσόνησος λικνίζοντας στις όχθες μου τις έριδες,
την κόπρο κιτρινόφθαλμων πουλιών που εθορυβούσαν,
κι έλαμνα ενώ κατέβαιναν απ’ τα σχοινιά μου ανάμεσα
πνιγμένοι που το λίκνο τους στα βάθη αποζητούσαν...
Λοιπόν, ναυάγιο τέτοιο εγώ, κάτ’ απ’ ορμίσκων πλόκαμους,
σε μοναξιές που εχάθηκεν άπτερου αιθέρα ερήμου,
εγώ που των Χανσεατών τα πλοία κι οι Μονίτορες
το μεθυσμένο από νερό θ’ απόφευγαν σκαρί μου,
λεύτερο πια, μενεξελιά φορώντας ομιχλώματα,
εγώ που τους πλινθόχρωμους τρυπούσα ουρανοθόλους,
ήλιου λειχήνες έμπλεο και βλέννες κυανότητας,
είδη πολύ επιθυμητά στους ποιητές σας όλους,
πού ’φευγα με μηνοειδείς ηλεχτρικές κατάστιχτο,
τρελή σανίδα ιππόκαμποι που την ακολουθούσαν,
ενώ τους πόντιους ουρανούς, χοάνες φλογερότατες,
οι Ιούλιοι με χτυπήματα ροπάλων εγκρεμούσαν,
εγώ, πού ’τρεμα ακούοντας μίλια μακριά να οργάζουνε
τ’ αβυσσαλέα Μάελστρομ κι οι Βεεμώθ κατόπι,
εγώ, ο πολύς ταξιδευτής των γαλανών εκτάσεων,
κατάβαθά μου λαχταρώ τη γηραιάν Ευρώπη.
Είδα αστρικά αρχιπέλαγα, νησιά με στερεώματα
παροξυσμών που είν’ ανοιχτοί για κάθε ναύτη δρόμοι:
Σ’ απύθμενες τέτοιες νυχτιές κοιμάσαι κι εξορίζεσαι,
ω σμάρι από χρυσά πουλιά, μελλοντική εσύ ρώμη;
Μ’ αλήθεια, εθρήνησα πολύ. Όλες οι αυγές αφόρητες,
πικρός ο ήλιος και φριχτό το κάθε είναι φεγγάρι.
Σε νάρκωση μεθυστική ο αψύς με βύθισε έρωτας.
Να σπάσει πια η καρίνα μου! Το κύμα να με πάρει!
Αν της Ευρώπης λαχταρώ κάποια νερά, τα στάσιμα
θαμπά νερά αποθύμησα που ενώ γλυκοβραδιάζει,
με θλίψη αφήνει ένα παιδί σ’ αυτά το καραβάκι του,
τόσο λεπτό, που ωσάν Μαγιού πεταλουδούλα μοιάζει.
Δεν το μπορώ πιά, ω κύματα, λουσμένο μες στα θάλπη σας,
τα μπάρκα εγώ του μπαμπακιού να παραβγώ κι ακόμα
σημαίες αλαζονικές ν’ αντιπερνάω και φλάμπουρα
και κάτω από των ποντονιών να κολυμπάω το σκώμμα!
Μετάφραση: Αλέξανδρος Μπάρας.
Από το βιβλίο: Καίσαρ Εμμανουήλ, «Προσεγγίσεις στη γαλλική ποίηση», Πρόσπερος, Αθήνα 1986, σελ. 55-58.
Πρώτη δημοσίευση: Στο αθηναϊκό περιοδικό «Νέα Εστία», έτος ΚΒ, 1 Ιουλίου 1948, τχ. 504, σελ. 825-827.
**********************
LE BATEAU IVRE
Comme je descendais des Fleuves impassibles,
Je ne me sentis plus guidé par les haleurs :
Des Peaux-Rouges criards les avaient pris pour cibles,
Les ayant cloués nus aux poteaux de couleurs.
J’étais insoucieux de tous les équipages,
Porteur de blés flamands ou de cotons anglais.
Quand avec mes haleurs ont fini ces tapages,
Les Fleuves m’ont laissé descendre où je voulais.
Dans les clapotements furieux des marées,
Moi, l’autre hiver, plus sourd que les cerveaux d’enfants,
Je courus ! Et les Péninsules démarrées
N’ont pas subi tohu-bohus plus triomphants.
La tempête a béni mes éveils maritimes.
Plus léger qu’un bouchon j’ai dansé sur les flots
Qu’on appelle rouleurs éternels de victimes,
Dix nuits, sans regretter l’œil niais des falots !
Plus douce qu’aux enfants la chair des pommes sures,
L’eau verte pénétra ma coque de sapin
Et des taches de vins bleus et des vomissures
Me lava, dispersant gouvernail et grappin.
Et, dès lors, je me suis baigné dans le Poème
De la Mer, infusé d’astres, et lactescent,
Dévorant les azurs verts ; où, flottaison blême
Et ravie, un noyé pensif parfois descend ;
Où, teignant tout à coup les bleuités, délires
Et rythmes lents sous les rutilements du jour,
Plus fortes que l’alcool, plus vastes que nos lyres,
Fermentent les rousseurs amères de l’amour !
Je sais les cieux crevant en éclairs, et les trombes
Et les ressacs, et les courants : je sais le soir,
L’Aube exaltée ainsi qu’un peuple de colombes,
Et j’ai vu quelquefois ce que l’homme a cru voir !
J’ai vu le soleil bas, taché d’horreurs mystiques,
Illuminant de longs figements violets,
Pareils à des acteurs de drames très antiques
Les flots roulant au loin leurs frissons de volets !
J’ai rêvé la nuit verte aux neiges éblouies,
Baisers montant aux yeux des mers avec lenteurs,
La circulation des sèves inouïes,
Et l’éveil jaune et bleu des phosphores chanteurs !
J’ai suivi, des mois pleins, pareille aux vacheries
Hystériques, la houle à l’assaut des récifs,
Sans songer que les pieds lumineux des Maries
Pussent forcer le mufle aux Océans poussifs !
J’ai heurté, savez-vous, d’incroyables Florides
Mêlant au fleurs des yeux de panthères à peaux
D’hommes ! Des arcs-en-ciel tendus comme des brides
Sous l’horizon des mers, à de glauques troupeaux !
J’ai vu fermenter les marais énormes, nasses
Où pourrit dans les joncs tout un Léviathan !
Des écroulements d’eaux au milieu des bonaces,
Et les lointains vers les gouffres cataractant !
Glaciers, soleils d’argent, flots nacreux, cieux de braises !
Échouages hideux au fond des golfes bruns
Où les serpents géants dévorés des punaises
Choient, des arbres tordus avec de noirs parfums !
J’aurais voulu montrer aux enfants ces dorades
Du flot bleu, ces poissons d’or, ces poissons chantants.
— Des écumes de fleurs ont bercé mes dérades
Et d’ineffables vents m’ont ailé par instants.
Parfois, martyr lassé des pôles et des zones,
La mer dont le sanglot faisait mon roulis doux
Montait vers moi ses fleurs d’ombre aux ventouses jaunes
Et je restais, ainsi qu’une femme à genoux...
Presque île, ballottant sur mes bords les querelles
Et les fientes d’oiseaux clabaudeurs aux yeux blonds.
Et je voguais, lorsqu’à travers mes liens frêles
Des noyés descendaient dormir, à reculons !
Or moi, bateau perdu sous les cheveux des anses,
Jeté par l’ouragan dans l’éther sans oiseau,
Moi dont les Monitors et les voiliers des Hanses
N’auraient pas repêché la carcasse ivre d’eau ;
Libre, fumant, monté de brumes violettes,
Moi qui trouais le ciel rougeoyant comme un mur
Qui porte, confiture exquise aux bons poètes,
Des lichens de soleil et des morves d’azur ;
Qui courais, taché de lunules électriques,
Planche folle, escorté des hippocampes noirs,
Quand les juillets faisaient crouler à coups de triques
Les cieux ultramarins aux ardents entonnoirs ;
Moi qui tremblais, sentant geindre à cinquante lieues
Le rut des Béhémots et des Maelstroms épais,
Fileur éternel des immobilités bleues,
Je regrette l’Europe aux anciens parapets !
J’ai vu des archipels sidéraux ! et des îles
Dont les cieux délirants sont ouverts au vogueur :
— Est-ce en ces nuits sans fonds que tu dors et t’exiles,
Millions d’oiseaux d’or, ô future Vigueur ?
Mais, vrai, j’ai trop pleuré ! Les Aubes sont navrantes.
Toute lune est atroce et tout soleil amer :
L’âcre amour m’a gonflé de torpeurs enivrantes.
Ô que ma quille éclate ! Ô que j’aille à la mer !
Si je désire une eau d’Europe, c’est la flache
Noire et froide où vers le crépuscule embaumé
Un enfant accroupi, plein de tristesse, lâche
Un bateau frêle comme un papillon de mai.
Je ne puis plus, baigné de vos langueurs, ô lames,
Enlever leur sillage aux porteurs de cotons,
Ni traverser l’orgueil des drapeaux et des flammes,
Ni nager sous les yeux horribles des pontons !
Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Izabel Goulart. Το μετάφρασμα το ανασύραμε από το αρχείο μας.
Ετικέτες
ΓΑΛΛΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ,
ΜΠΑΡΑΣ (ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ),
RIMBAUD
Ω ΤΙ ΧΑΡΑ!

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΛΛΗΣ (1851-1935)
ΚΑΤΑΛΑΝΑ
Στρωτή ’ναι η Ράμπλα με πλατάνων φύλλα
ξερά, που ένα ένα ο νότος ξεκολνά.
Κι αυτή, σε μαύρη δαντελλιά μαντίλα,
φρου φρου περνά.
Άθωρο οι σάρκες της αχνό σκορπάνε,
και τρανταχτό με βήμα ενώ πατά
τα πλέρια στήθια με ρυθμό πηδάνε
ακόρσετα.
Όλα τα μάτια βουτηχτάδες ψ’αχνουν
μια μια τις ομορφιές της τις κρυφτές,
των αχναριών της τις μοσκιές αδράχνουν
μύτες σκυφτές.
Φρεγάδα αυτή το λάγνο κύμα σκίζει
άνοιθη λες, μα εμένα (ω τί χαρά!)
πριν στρίψει πώς χαμόγελα γυρίζει
και με τηρά!!!...
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Αλεξανδρινή Τέχνη», χρονιά Γ΄, τεύχος 3ο, Μάρτιος 1929, σελ. 81.
Ετικέτες
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ,
ΠΑΛΛΗΣ (ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ)
ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΜΕΓΑΣ ΜΟΥΡΟΛΟ
ΤΡΑΓΟΥΔΑ Ο ROBERTO MUROLO : ADDIO MIA BELLA NAPOLI
Ετικέτες
ΙΤΑΛΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ,
ΚΑΝΤΣΟΝΕΤΤΑ,
MUROLO (ROBERTO)
ΚΡΙΣΤΙΝΑ ΠΕΡΙ ΡΟΣΣΙ!



CRISTINA PERI ROSSI (1941)
PARA QUÉ SIRVE LA LECTURA
Me llaman de una editorial
y me piden que escriba
cinco folios sobre la necesidad de la lectura
No pagan muy bien
¿quién podría pagar bien por un tema así?
pero de todos modos
necesito el dinero
así que enciendo el ordenador y me pongo a pensar.
sobre la necesidad de la lectura
pero no se me ocurre nada
es algo que seguramente sabía cuando era joven
y leía sin parar
leía en la Biblioteca Nacional
y en las bibliotecas públicas
leía en las cafeterías
y en la consulta del dentista
leía en el autobús y en el metro
siempre andaba mirando libros
y me pasaba las tardes en las librerías de usados
hasta quedarme sin un duro en el bolsillo
tenía que volver a pie a casa
por haberme comprado un Saroyan o una Virginia Woolf
Entonces los libros parecían la cosa más importante de la vida
fundamental
y no tenía zapatos nuevos
pero no me faltaba un Faulkner o un Onetti
una Katherine Mansfield o una Juana de Ibarbourou
ahora la gente joven está en las discotecas
no en las bibliotecas
yo me hice una buena colección de libros
ocupaban toda la casa
había libros en todas partes
menos en el retrete
que es el lugar donde están los libros
de la gente que no lee
a veces tenía que seguirle durante mucho tiempo
las huellas a un libro que había salido en México
o en París
una larga pesquisa hasta conseguirlo
No todos valían la pena
es verdad
pero pocas veces me equivoqué
tuve mis Pavese mis Salinger mis Sartre mis Heidegger
mis Saroyan mis Michaux mis Camus mis Baudelaire
mis Neruda mis Vallejo mis Huidobro
para no hablar de los Cortázar o de los Borges
siempre andaba con papelitos en los bolsillos
con los libros que quería leer y no encontraba
por allí andaban los Pedro Salinas y los Ambrose Bierce
la infame turba de Dante
pero ahora no sabía decir para qué maldita cosa
servía haber leído todo eso
más que para saber que la vida es triste
cosa que hubiera podido saber sin necesidad de leerlos
Cuando habían pasado cinco horas yo todavía no había escrito
una sola línea
así que me puse a escribir este poema
Llamé a los de la editorial
y les dije creo que para lo único que sirve
la lectura
es para escribir poemas
no puedo decirles más que eso
entonces me dijeron que un poema no servía,
que necesitaban otra cosa.
Ετικέτες
ισπανοφωνη ποιηση,
PERI ROSSI (CRISTINA)
ΒΟΥΓΙΟΥΚΛΑΚΗ ΚΑΙ ΖΑΜΠΕΤΑΣ
ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΑΛΙΚΗ ΒΟΥΓΙΟΥΚΛΑΚΗ ΜΕ ΤΑ "ΣΩΦΕΡΙΑ" ΚΑΙ ΠΑΙΖΕΙ ΜΠΑΓΛΑΜΑ Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΑΜΠΕΤΑΣ
ΤΟ ΤΙΜΟΝΙ
Έχει πίκρες το τιμόνι
κι είναι δύσκολη δουλειά,
κουταμάρες δε σηκώνει
κι άμα βρεις κάνα μπελιά...
Όποιος εύκολα θυμώνει
να μην πιάνει το τιμόνι.
Να προσέχεις και τα τόξα,
να προσέχεις και τα "Ν"
και στου καθενός τη λόξα
νά 'χεις την υπομονή.
Κι όποιος πιάνει το τιμόνι,
πού και πού να φασκελώνει.
Το τιμόνι θέλει χέρια,
θέλει νά 'χεις και καρδιά
κι είναι πάντα τα σωφέρια
τα καλύτερα παιδιά.
Όσοι πιάνουν το τιμόνι,
προσοχή γιατί λερώνει.
Στίχοι: Αλέκος Σακελλάριος.
Μουσική: Γεράσιμος Λαβράνος.
Από την ταινία "Η Σωφερίνα" (1964).
Παρασκευή 14 Αυγούστου 2009
ΟΙ ΔΥΟ ΦΑΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ
ΑΝΤΡΕΙΚΕΛΑ
Λοιπόν ωραία! Εφτάσαμε –ποιός ξέρει από τί κήπους,
ξένα πουλιά μιάς άγνωστης πατρίδας μακρινής–
κι είμαστ’ εδώ (στης χάρτινης καρδιάς μας μπρος τους χτύπους)
μ’ άγνωστο έντός μας γύρισμα και χτύπο μηχανής.
Κι ήταν ωραία, πρώτο φτερό, άκρη-άκρη τ’ ακρωτήριου
της χίμαιρας ως στάθκαμε με φρύδια και μπογιές,
με στήθος κούφιο, ακούοντας έντός μας του μυστήριου
τη ρόδα, πόθους να γυρνά, γρανάζα και καρδιές...
Πρώτο φτερό! Τί όνειρο! Κρυφά η ζωή μας τρέμει,
κι ηχάν στ’ άδεια κεφάλια μαςε αγέρηδες στρυφνοί,
κι είμαστε –α, χά– απ’ το υλικό πού ’ναι φτιαγμένοι οι ανέμοι,
οι κοροϊδίες, τα όνειρα, οι τούμπες κι οι καπνοί...
Ωραία! Ακόμα ένα φτερό – σ’ άλλες αχτές χαμένες
θα φτάσουμε (δίχως μπογιές και σούστες, δίχως πια
μύτες γελοίες, σπαραχτικές) ψυχούλες γελασμένες
γιομάτες φως νυχτερινό, βουές και συγνεφιά...
Χαλκίδα
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό της Θεσσαλονίκης «Νέα Πνοή», τόμος πρώτος, τεύχος 5, Νοέμβριος 1936, σελ. 145.
*****************************************************
ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ
ΤΑ ΡΟΜΠΟΤ
Λοιπόν ωραία! Εφτάσαμε, ποιός ξέρει από τί κήπους,
ξένα πουλιά γης άγνωστης –Πρώσσοι εδώ ατενείς–
κι είμαστ’ εδώ (στης χάλκινης καρδιάς μας μπρος τους χτύπους)
μ’ άγνωστο έντός μας γύρισμα και ρόγχο μηχανής.
Κι ήταν ωραία –πρώτο φτερό– άκρη-άκρη τ’ ακρωτήριου
της χίμαιρας ως στάθκαμε με πόζες και ρυθμούς,
με στήθος κούφιο, ακούοντας έντός μας του μυστήριου
τη ρόδα, πόθους να γυρνά, γρανάζια κι αριθμούς.
Πρώτο φτερό –τί πήδημα! –Παράδεισος που εχάθη,
η πρώτη ανυπαρξίοα μας (αργά τάχα ή νωρίς;)
κι είμαστ’ –α-χά– απ’ το υλικό (να ζούμε χωρίς λάθη)
πού ’ν΄–με σοφία– οι ηλίθιοι και οι σοφοί ’ν’ χωρίς...
Λειψοί ή περίσσοι; Αίνιγμα! Μυστήριο γύρω οι τόποι
κι ο σπαραγμός της μύτης μας μοιάζει άνθος τ’ ουρανού
–δε φτάσαμε ή περάσαμε– κι εμείς – νά ’μαστ’ ανθρώποι;
Δώθες τάχα σταθήκαμε ή πέρα από το νου;
Από το βιβλίο: Γιάννης Σκαρίμπας, «Ουλαλούμ, εαυτούληδες, βοϊδάγγελοι», Κάκτος, Αθήνα 1976, σελ. 61.
Ετικέτες
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ,
ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ
ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΟΙ ΜΠΟΥΕΝΑ ΒΙΣΤΑ ΣΟΣΙΑΛ ΚΛΑΜΠ
BUENA VISTA SOCIAL CLUB
VEINTE AÑOS
¿Qué te importa que te ame,
si tú no me quieres ya?
El amor que ya ha pasado
no se debe recordar
Fui la ilusión de tu vida
un día lejano ya,
hoy represento al pasado,
no me puedo conformar.
Si las cosas que uno quiere
se pudieran alcanzar,
tú me quisieras lo mismo
que veinte años atrás.
Con qué tristeza miramos
un amor que se nos va
es un pedazo del alma
que se arranca sin piedad
Ετικέτες
ΙΣΠΑΝΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ,
BUENA VISTA SOCIAL CLUB
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)