ΠΛΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΕΙΑ (353a1-354c3)
ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΚΑΙ
ΘΡΑΣΥΜΑΧΟΥ, συνέχεια καὶ τέλος
Τοῦ λέω τότε ἐγώ: «Τὸ κλῆμα στὸ ἀμπέλι θὰ
μποροῦσες νὰ τὸ κόψεις μὲ τὸ μαχαίρι, μὲ τὸ ξίφος ἢ μὲ κάποιο ἄλλο ἐργαλεῖο — δὲν
συμφωνεῖς;»
«Μὰ γιατὶ νὰ μὴ συμφωνῶ;»
«Ναί, ἐντάξει, ἀλλὰ κατὰ τὴ δική μου γνώμη
μὲ κανένα ἄλλο ἐργαλεῖο ἐκτὸς ἀπ’ τὸ κλαδευτήρι δὲν θὰ μποροῦσε νὰ γίνει ἡ
δουλειὰ καλύτερα, ἀφοῦ τὸ κλαδευτήρι εἶναι φτιαγμένο γι’ αὐτὴ τὴ δουλειά, γι’ αὐτὸ
τὸ ἔργο».
«Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια», εἶπε.
«Νὰ ὁρίσουμε, λοιπόν, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ ἔργο
του;»
«Νὰ τὸ ὁρίσμουμε, ναί!».
«Νομίζω, λοιπόν, ὅτι τώρα μπορεῖς ν’ ἀντιληφθεῖς
καλύτερα τί ἐννοοῦσα πρὶν ἀπὸ λίγο, ὅταν σὲ ρωτοῦσα νὰ μάθω ἂν ἔργο ἑνὸς ὁποιουδήποτε
πράγματος εἶναι ἐκεῖνο ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ κάνει μόνο τὸ πράγμα ἤ, ἔστω, μόνο τὸ
πράγμα καλύτερα ἀπὸ τ’ ἄλλα πράγματα».
«Ἐντάξει, καταλαβαίνω», εἶπε, «καὶ νομίζω ὅτι
κάθε πράγμα ἔχει δικό του ἔργο».
«Ἔχει καλῶς», τοῦ εἶπα. «Μήπως ἔχεις καὶ τὴ
γνώμη ὅτι κάθε πράγμα, ποὺ εἶναι ταγμένο στὸ νὰ ἐκτελεῖ κάποιο ἔργο, διαθέτει
καὶ μιὰν ἀρετή;… Ἀλλά γιὰ νὰ πιάσουμε τὰ ἴδια πράγματα κι ἄλλη μιὰ φορά… Τὰ
μάτια ἔχουν κάποιο ἔργο;»
«Ἔχουν».
«Ἄρα ὑπάρχει καὶ ἀρετὴ τῶν ματιῶν;…
κάποια δύναμη;»
«Ὑπάρχει καὶ ἀρετή».
«Καὶ τ’ ἀφτιά; Τ’ ἀφτιὰ ἔχουν κάποιο ἔργο;»
«Ναί».
«Ἀρετὴ τῶν ἀφτιῶν ὑπάρχει;»
«Καὶ τῶν ἀφτιῶν ὑπάρχει ἀρετή».
«Καὶ μὲ ὅλα τ’ ἄλλα πράγματα τί συμβαίνει;
Τὸ ἴδιο δὲν συμβαίνει;»
«Τὸ ἴδιο».
«Για πρόσεξέ με τώρα τί θὰ σὲ ρωτήσω. Θὰ
μποροῦσαν ποτὲ τὰ μάτια νὰ ἐκτελέσουν καλὰ τὸ ἔργο τους… νὰ κάνουνε καλὰ τὴ
δουλειά τους, ἂν δὲν εἶχαν τὴ δική τους ἀρετή, ἀλλὰ ἀντὶ γιὰ τὴν ἀρετή τους εἶχαν
κάποια κακία, θέλω νὰ πῶ ἀδυναμία, ἀνημπόρια;»
Μοῦ εἶπε τότε: «Μὰ πῶς θὰ μποροῦσε νὰ
γίνει αὐτὸ ποὺ λές; Ἐκτὸς ἴσως κι ἂν ἐννοεῖς νὰ εἶχαν ἀντὶ γιὰ ὅραση
τυφλότητα.»
«Ἐννοῶ ὅποιαν ἀρετὴ καὶ ἂν εἶχαν… ὅποια
δύναμη. Διότι τώρα δὲν ρωτάω αὐτὸ εἰδικὰ καὶ συγκεκριμένα· ἐρωτῶ καὶ
συζητῶ ἁπλῶς καὶ θέλω νὰ μάθω ἂν ἕνα ὁποιοδήποτε πράγμα ἐκτελεῖ ἕνα ἔργο καλὰ μὲ
τὴ δύναμή του καὶ κακὰ μὲ τὴν ἀδυναμία του — αὐτὸ μόνο».
«Σωστὰ τὸ ρωτᾶς, σωστὰ τὸ συζητᾶς».
«Ὁπότε καὶ τ’ ἀφτιά, ποὺ ἔχουν στερηθεῖ τὴν
ἀρετή τους, τὴ δύναμή τους δηλαδή, κακὰ δὲν θὰ κάνουν κι αὐτὰ τὸ ἔργο
τους;»
«Βεβαίως».
«Τί λές; Νὰ ὁρίσουμε τούτη τὴν παραδοχὴ νὰ
ἰσχύει γιὰ ὅλα τὰ πράγματα;»
«Ναί! Τὴν ἴδια γνώμη ἔχω κι ἐγώ», μοῦ ἀπάντησε.
«Ἔλα, λοιπόν», τοῦ εἶπα, «καὶ κατόπιν ὅλων
τῶν προηγηθέντων ἐξέτασε αὐτὸ ποὺ θὰ σοῦ πῶ. Ἡ ψυχὴ ἔχει κάποιο ἔργο;… ἔργο, ἐννοῶ,
ποὺ εἶναι ἀποκλειστικὰ δικό της καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἐκτελεσθεῖ χρησιμοποιώντας
κανένα ἄλλο πράγμα; Ἀναφέρω ἐνδεικτικὰ παραδείγματα: τὸ νὰ ἐπιμελεῖται κάτι, τὸ
νὰ κυβερνᾶ, τὸ νὰ συλλογίζεται διάφορα καὶ ὅλα τὰ παρόμοια. Αὐτά —σὲ ρωτῶ—
μποροῦμε νὰ τὰ ἀποδίδουμε δικαίως σὲ ὁτιδήποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπ’ τὴν ψυχή καὶ νὰ ὑποστηρίζουμε
ὅτι προσιδιάζουν μόνο σὲ αὐτὴν καὶ σὲ τίποτε ἄλλο;».
«Τὰ ἀποδίδουμε σὲ αὐτὴν καὶ προσιδιάζουν
μόνο σὲ αὐτὴν καὶ σὲ τίποτε ἄλλο».
«Τὸ ὅτι ζοῦμε καὶ τὸ νὰ ζοῦμε…
τὸ ζῆν τί εἶναι δηλαδή; Δὲν θὰ ποῦμε ὅτι εἶναι ἔργο τῆς ψυχῆς;»
«Ἑκατὸ τοῖς ἑκατό», εἶπε.
«Ὑποστηρίζουμε, ἄραγε, ὅτι ὑπάρχει καὶ
κάποια ἀρετὴ τῆς ψυχῆς;… κάποια δύναμη;»
«Τὸ ὑποστηρίζουμε».
«Για πές μου, Θρασύμαχε, κι αὐτό: θὰ ἀπεργάζεται,
ἄραγε, ἡ ψυχή… θὰ ἐκτελεῖ καλὰ ὅλα τῆς τὰ ἔργα, ἂν στερηθεῖ τὴν ἀρετή
της; — ἢ αὐτὸ εἶναι ἀδύνατο;»
«Εἶναι ἀδύνατο».
«Πού, ἑπομένως, σημαίνει ἀναγκαστικὰ ὅτι, ἂν
μιὰ ψυχὴ βρίσκεται σὲ κακὴ κατάσταση, θὰ κυβερνάει κακὰ καὶ θὰ ἔχει κακὴ ἐπιμέλεια
σχετικὰ μὲ ὅ,τι ἐπιμελεῖται· ἐνῶ, ἂν εἶναι σὲ καλὴ κατάσταση, ὅλα αὐτὰ θὰ τὰ
κάνει καλά».
«Κατ’ ἀνἀγκην».
Μετὰ τὸν ρώτησα τοῦτο: «Συμφωνήσαμε ἢ ὄχι ὅτι
ἀρετὴ τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ δικαιοσύνη, ἐνῶ κακία της εἶναι ἡ ἀδικία;»
«Καὶ βέβαια τὸ συμφωνήσαμε».
«Συνεπῶς ἡ δίκαιη ψυχὴ καὶ ὁ δίκιαος ἄνθρωπος
θὰ ζοῦν καλά, ἐνῶ ὁ ἄδικος θὰ ζεῖ κακά».
«Ἔτσι φαίνεται», εἶπε, «σύμφωνα πάντα μὲ τὰ
λεγόμενά σου».
«Ὅποιος ζεῖ καλὰ εἶναι μακάριος,
παναπεῖ καλότυχος, καὶ εὐδαίμων· ἐνῶ ὅποιος ὄχι — τὸ ἀντίθετο».
«Ἔ, δὲν γίνεται ἀλλιῶς».
«Ἑπομένως ὁ μὲν δίκαιος εἶναι εὐδαίμων, ὁ
δὲ ἄδικος ἄθλιος».
«Ἂς ποῦμε», εἶπε.
«Τὸ νὰ εἶσαι ἄθλιος δὲν λυσιτελεῖ… δὲν
ἀποφέρει ὠφέλεια· λυσιτελὲς καὶ ὠφέλιμο εἶναι νὰ εἶσαι εὐδαίμων».
«Πῶς νὰ πῶ ὄχι;»
«Ποτέ, ἑπομένως, μακάριε Θρασύμαχε», τοῦ εἶπα,
«δὲν εἶναι ἡ ἀδικία λυσιτελέστερη τῆς δικαιοσύνης… ποτὲ δὲν εἶναι ὠφελιμότερη
ἀπ’ τὴ δικαιοσύνη!»
«Τώρα ὅλα τοῦτα ποὺ λὲς ἐσύ, Σωκράτη», μοῦ
εἶπε, «δικαιολογοῦν τελείως τὴ μερίδα ποὺ σοῦ ἀναλογεῖ σὲ φαγητὸ στὴ γιορτὴ τῶν
Βενδιδείων».
«Σ’ ἐσένα τὰ χρωστάω ὅλα, Θρασύμαχε», τοῦ
εἶπα, «ποὺ ἀποδείχθηκες τόσο πράος ἀπέναντί του, καθὼς σταμάτησες νὰ μοῦ ἀγριεύεις.
Τὸ φαγητό, ὡστόσο, δὲν μοῦ ’πεσε καλό. Σ’ αὐτὸ φταίχτης, ὅμως, εἶμαι μόνο ἐγώ —
ἐσὺ δὲν φταῖς καθόλου. Ἴδιος κι ἀπαράλλακτος ἐγὼ μὲ τοὺς λιχούδηδες, ποὺ βουτᾶνε
ἀμέσως ὅ,τι ἔρχεται στὸ τραπέζι γιὰ νὰ τὸ δοκιμάσουν, προτοῦ καλὰ-καλὰ νά ’χουν
εὐχαριστηθεῖ καὶ ἀπολαύσει τὸ προηγούμενο ἔδεσμα, ἔτσι νομίζω ὅτι φέρθηκα κι ἐγώ:
πρὶν ἀκόμα βρῶ αὐτὸ ποὺ ἐξαρχῆς ἀναζητούσαμε, δηλαδὴ τί εἶναι ἐν πάση
περιπτώσει τὸ δίκαιο, τό ’σπρωξα στὴν ἄκρη, τὸ παράτησα κι ὅρμησα νὰ ἐξετάζω ἂν
τὸ δίκαιο σχετίζεται εἴτε μὲ τὴν κακία καὶ τὴν ἀμάθεια εἴτε μὲ τὴ σοφία καὶ τὴν
ἀρετή· κι ὅταν, ἔπειτα, ἦρθε ὁ λόγος ποὺ θέλει τὴν ἀδικία ὠφελιμότερη ἀπὸ τὴ
δικαιοσύνη, δὲν συγκρατήθηκα νὰ μὴν παρατήσω τὸ προηγούμενο ζήτημα καὶ νὰ μὴν ἐπιπέσω
σὲ τοῦτο ποὺ μόλις εἶχε σερβιριστεῖ. Καὶ ποιό εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα; — νὰ σοῦ πῶ;
Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι νὰ μὴν ἔχω ἀποκομίσει ἀπὸ τὴ συζήτησή μας οὔτε μία γνώση. Καὶ
τὸ τονίζω αὐτό, διότι ὅσο δὲν γνωρίζω τί εἶναι τὸ δίκαιο, πολὺ-πολὺ δύσκολα θὰ
μάθω ἂν τυχὸν ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει κάποια ἀρετή, κάποια δηλαδὴ δύναμη,
καὶ ἂν ὅποιος τὴν ἔχει εἶναι ἢ δὲν εἶναι εὐδαίμων».
Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου