Πέμπτη 24 Μαρτίου 2016

ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΓΙΟΧΑΝ ΚΡΟΪΦ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ


ΓΙΟΧΑΝ ΚΡΟΪΦ Ή ΟΡΑΤΟΣ ΑΝΕΜΟΣ ΧΟΡΕΥΩΝ

Με δεκατέσσερα τα μάτια του στην πλάτη
λευκές και κόκκινες λωρίδες λεωφόρου
επόπτευε όντας ο Αίαντας του υπεραχώρου,
μα και βιγλάτωρ του απροσδόκητου, σαν κάτι


που τό ’δες νά ’ναι φυσικό, όσο κι αν εκράτει η
απλή του σκούφια από το τζάκι τελεσφόρου
τεχνήματος: χρωστήρας πλησμονής και κόρου
στου χόρτινου καμβά τα κύματα επερπάτει.

Αλλά το θαύμα, όχι, ήταν άλλο! Με του ανέμου
το πόδι το αόρατο κλωτσούσε ωραίες σφαίρες
ιππεύοντας τη ράχη ενός καθαροαίμου,

και με ριπές τού Ρούμπενς, που ήταν σαν μπαλέττο
μονομελές, ορχείτο αόκνως τις εσπέρες
και κάθε φύσημά του ενέπνεε σονέττο.

ΕΙΣ ΕΑΥΤΟΝ




ΑΡΙΣΤΕΑ ΠΑΠΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ


ΕΙΣ ΕΑΥΤΟΝ

Το αίσθημα προπάντων
υψηλό
Δεν λέω, πέρασαν στιγμές
που ευθύς σας χλόμιασαν
Αρίστη
Άφησε η χλομάδα σας
κενό στην πρώτη θέση
Το τρένο όμως κι αν πέρασε
και πάλι θα περάσει
Όχι, δεν έρχεται για σας
απλώς το συνηθίζει

Όποιος σταθεί στο στέγαστρο
ίσως
  μες στη ζωή του κλειδωθεί
—λίγων δεκάδων χιλιομέτρων
ασφυξία—
Έως εκεί
των βιωμένων σας στιγμών
η απεραντοσύνη

Όλα της γης τα πλάσματα
τόσο εν δυνάμει ελεύθερα
Ελεύθερη κι εσείς
και δεν επείγεσθε διά της γραφής
να διαιτάσθε
Απ’ τα άγραφα στιχάκια σας
ούτε η ζωή σας σώζεται
ούτε ο θάνατός σας.

Το αίσθημα προπάντων
υψηλό
κι αυτό το ποίημα ατέλειωτο
κι αυτό δικό σας.



Από το βιβλίο: Αριστέα Παπαλεξάνδρου, «Μας προισποερνά», Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2015, σελ. 49.

Τετάρτη 23 Μαρτίου 2016

ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΠΡΙΑΠΟΥ ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΣΚΙΑΧΤΡΟ ΣΕ ΠΕΡΙΒΟΛΙ




ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΠΡΙΑΠΟΥ ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΣΚΙΑΧΤΡΟ ΣΕ ΠΕΡΙΒΟΛΙ
(Carmina priapea, 63)


Δεν φτάνει, φίλοι μου καλοί, που μ’ έχουνε να κάθομαι
εκεί όπου χάσκει η γης υπό το κύναστρον, τον Σείριο,
κι όλο διψάει και κορακιάζει μες στη θερινή την ξεραΐλα;
Δεν φτάνει που κυλάνε μπόρες και βροχές στο στήθος μου
και που με δέρνει η χάλαζα την άφτιαχτή μου κόμη,
κι η πάχνη μού παγώνει κι ατσαλάκωτη μού κάνει τη γενειάδα;
Δεν φτάνει και που μέρες κι άλλες μέρες χάνω στη δουλειά
και που άυπνος συνέχεια μένω να δουλεύω και τις νύχτες;
Σ’ αυτά να βαλ’τε και ότι, φευ, την τρομερή μου κεφαλή
το χέρι το άγαρμπο κάποιανου αγροίκου την πελέκησε
και μ’ έκαμε τον ασχημότερο απ’ όλους νά ’μαι τους θεούς,
και μπαμπουλόσκιαχτρο με στήσαν να φυλάω κολοκύθες.
Κι αφού μου δόθηκε και της ασέλγειας νά ’χω το σημάδι,
μια πυραμίδα μακρινή ένα λάγνο νεύρο πέρα δείχνει, εκεί
όπου κάποια κορασίδα –λίγο θέλω για να πω και ποιά είναι–
με τον συνήθη θα βρεθεί τον τύπο που της τον φυτεύει
ν’ ασκήσουν στάσεις που τους δίδαξε η Φιλαινίς μ’ εμβρίθεια
στη λυσσασμένη μέσα της την έξαψη πώς γίνονται!



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Τρίτη 22 Μαρτίου 2016

ΕΔΩ ΕΧΩ, ΙΔΟΥ, ΤΟΝ ΚΗΠΟ ΜΟΥ…




JOHANN WOLFGANG VON GOETHE


ΕΔΩ ΕΧΩ, ΙΔΟΥ, ΤΟΝ ΚΗΠΟ ΜΟΥ…

Εδώ έχω, ιδού, τον κήπο μου, κι εδώ να βγουν προσμένω
   τ’ άνθη του έρωτα
έτσι όπως τά ’χουνε διαλέξει οι Μούσες και σοφά τα βάλαν
   σε παρτέρια.
Και ξύλον κάρπιμον ποιούν καρπόν για τους χρυσούς
   καρπούς του βίου
εγώ ευτυχώς εφύτεψα, και με χαρά καρπούς προσμένω
   τώρα νά ’δω.
Μα εσύ παράστεκε με, Πρίαπέ μου, εδώ: από κλέφτες
   τίποτα απολύτως
να φοβηθώ δεν έχω – ελεύθερα να κόβει και να γεύεται
   όποιος θέλει!
Τον νου σου μόνον έχε στους υποκριτές· στους άνευρους·
   στους σιχαμένους.
γι’  αυτό, αν ζυγώσει κάποιος τους, τον φροντισμένο
   κήπο μου επιβουλευόμενος,
Και τόνε πιάσει αηδία από τα γεννήματα της γνήσιας
   φύσης, από πίσω
με το παλούκι, που ’χεις κόκκινο στα σκέλια σου
   νά ’ν’ ανάμεσα, τιμώρησέ τον.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.



Δευτέρα 21 Μαρτίου 2016

ΕΙΝΑΙ ΚΙ ΑΥΤΟ ΚΑΤΙ




ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΟΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ


ΕΙΝΑΙ ΚΙ ΑΥΤΟ ΚΑΤΙ

Είναι κι αυτό κάτι,
να ξέρεις ότι μέσα στις καθημερινές
μετακινήσεις, ρουτίνες, πλήξεις, μικροζημιές και μικροταπεινώσεις,
υπάρχει εκείνη η παρουσία κάπου
ανάμεσα στο πλήθος ενός τραμ.
Είναι κι αυτό κάτι,
να ξέρεις ότι όπως και να πηγαίνουν τα πράγματα
θα βλέπεις κάθε πρωινό –εκείνη– να κάθεται
προσεκτικά στη θέση της και να διαβάζει
κάποιο βιβλίο ή να κοιτά απ’ το παράθυρο.
Είναι κι αυτό κάτι,
να ξέρεις ότι τα πάντα είναι σχετικά
καθώς επιβιβάζεσαι στο βαγόνι
και με αγωνία αρειμάνιου καπνιστή,
ψάχνεις να την βρεις,
γνωρίζοντας ότι αρκούν
δύο και μόνο
γκρίζα μάτια για να δώσουν
νόημα στο
καθημερινό σου χάος.

Κυριακή 20 Μαρτίου 2016

Η ΓΟΡΓΟΝΑ




RUDOLF FABRY


LA FÉE DE LA MER / Η ΓΟΡΓΟΝΑ

        για τον Ανδρέα Μπρετόν

Ανθισμένα σκέλεθρα με παιχνίδι
που ’ναι πιο παγωμένο κι απ’ τα παγόβουνα
όλων των παρθένων που περπατούν στην αλέα

Ανθισμένα σκέλεθρα με αρσενικό
που φωτίζει πάνω σε κόκκινα νύχια
που φωτίζει στόματα
διάφανα σαν το ζαχαροκάντιο
για τον αγαπημένο τους στον ζωολογικό κήπο
οι ώμοι τους σαν περίστροφα
τα στήθη τους σαν φωτεινές πινακίδες
ο βηματισμός τους σαν το μακελειό των Αράβων
ο ήλιος τους σαν μάτια
η κορμοστασιά τους σαν στιλέτο κορσικάνικο
οι γοφοί τους πιο σκληροί κι απ’ τα δόντια μου
η εμφάνισή τους σαν τον αφανισμό μου
τα φιλιά τους σαν πλοίο διαπλέον τον Ζαμβέζη
τα σκέλη τους σαν κλουβί
οι φτέρνες τους σαν τον άσωτο υιό
ή σαν ιστορίες μοιχειών που λέει η Βίβλος
οι πέντε αισθήσεις τους σαν την ένταση
η θέρμη τους σαν την οικειότητα
η γλώσσα τους γλώσσα μου
το δάσος τους όταν ξεγελάει το καθρεφτάκι τους
δικός μου θαυμασμός δικιά μου απορία και έκσταση



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.