Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2015

ΝΥΧΤΑ




VICENTE HUIDOBRO


ΝΥΧΤΑ

Στο χιόνι επάνω τη νύχτα ακούς – γλιστράει

Το τραγούδι έπεφτε απ’ τα δέντρα
Φωνές απ’ την ομίχλη ηχούσαν μέσα

Ν’ ένα βλέμμα άναψα τσιγάρο

Όποτε ανοίγω τα χείλη μου
Το κενό το πλημμυρίζουν σύννεφα

Στο λιμάνι
Τα κατάρτια έχουν ένα σωρόι φωλιές

Και ο άνεμος
Απ’ των πουλιών μέσα τα φτερά μουγκρίζει

ΤΑ ΚΥΜΑΤΑ ΧΤΥΠΟΥΝ ΤΟ ΠΕΘΑΜΕΝΟ ΠΛΟΙΟ

Στον γιαλό εγώ
Σφυρίζω
Τ’ αστέρι κοιτάζοντας που μες στα δάχτυλά μου τρεμοπαίζει



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2015

Ο,ΤΙ ΖΗΤΩ




D.H. LAWRENCE


Ο,ΤΙ ΖΗΤΩ

Ό,τι ζητώ από μια γυναίκα
είναι μονάχα να νιώσει τρυφερότητα για μένα,
όταν κι εμένανε η καρδιά μου
ωραία ’ρθει να νιώσει και για ’κείνην,
κι έπειτα να ηχήσει ανάμεσά μας
ένα τρέμολο γλυκό-γλυκό από ανάκουστες καμπάνες.
Εγώ άλλο τίποτα δεν θέλω ούτε ζητώ.
Μ’ έχουνε κουράσει πιά οι βίαιες γυναίκες
που σώνει και καλά ζητούν ν’ αγαπηθούνε
δίχως νά ’χουν μέσα τους
ούτε μια σταλιά αγάπης.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2015

ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΟ ΣΤΟ ΚΡΕΟΠΩΛΕΙΟ




CÉSAR CANTONI


ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΟ ΣΤΟ ΚΡΕΟΠΩΛΕΙΟ

Στη σειρά, με κοντράστ λευκά πλακάκια και κηλίδες αίμα,
κρεμόντουσαν τα σφάγια απ’ τα τσιγκέλια ώς στο δάπεδο,
κι εγώ ένιωθα την ποίηση όλων των ωρών του βίου μου
ν’ ανακατεύεται μ’ εκείνες ’κεί τις σάρκες τις αλύτρωτες
με τρόπο χυδαίο και συνάμα αθώο,
και για μια στιγμή
ανακατώθηκα από την αναγκαστική ενόχληση
να βλέπω των ανθρώπων τα όνειρα αντιμέτωπα
με το κοσμικό του εκδοροσφαγέα λεπίδι.

***********

MOMENTO EN LA CARNICERÍA

En hilera, contra blancos azulejos salpicados de sangre,
las reses colgaban de las gancheras hasta el piso,
y yo sentí­a que la poesía de todas mis horas
se confundía con esas carnes irredentas
de una manera vulgar e inocente,
y por un momento padecí la insalvable contrariedad
de ver enfrentados los sueños de los hombres
al filo mundano de la cuchilla del descuartizador.
 

 


Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2015

ΑΝΤΑΤΖΙΟ


LEOPOLDO LUGONES


ΑΝΤΑΤΖΙΟ

Τὸ κάρβουνο τοῦ ντελίριου, ποὺ μὲ θλίψη
ἀργὴ τὸ ταφικὸ στὰ βλέφαρα σεντόνι
στρώνει· μαύρη φράση μουσική, ποὺ ἑνώνει
τοὺς στεναγμοὺς μὲ παταλοῦδες στὰ οὐράνια ὕψη·

ξερὸ τὸ στόμα, καὶ ποθεῖ δροσιὰ νὰ γλείψει
ἁβρῶν καὶ νοτισμένων ροδοπέταλων· ἡ
λοξὴ χαρά, ὅμως, μὲ τὸν ἔρωτα φιλιώνει
στὰ χείλη τῆς συζύγου — ἐκείνην ν᾽ ἀναταμείψει

Πολλὰ τὰ θέματα — μὲ εὐδαιμονίας λέξεις
καὶ ματαιώσεων ρήματα: ἠχοπεριπλέξεις
μηνάει τὸ ταπεινό μου φλάουτο καὶ ἐγκώμια

τοῦ λόγου. Καὶ τὸ σούρουπο, μὲς στὴν πιρόγα,
τὸ χέρι βρέχει στὰ νερὰ ἡ καλή μου: φλόγα
πού, ὡς γλυκοτραγουδεῖ, ἄλλην της δὲν ἔχει ὅμοια.



Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2015

ΔΕΝ ΕΙΠΑ




MARIE LUISE KASCHNITZ


ΔΕΝ ΕΙΠΑ

Δεν είπα
Ό,τι θά ’τανε να πω για τον ήλιο
Για δε την αστραπή τίποτα σωστό
Και όσο για τον έρωτα άσ’ τα.
Απόπειρες. Δοκιμές. Στραπάτσα.
Περιγραφές εντελώς ανακριβείς

Άφησα απ’ έξω το κόκκινο χάραμα
Για τους σποριάδες δεν μίλησα
Και απλώς εν παρόδω υπαινίχθηκα κάτι
Για τη νεραγκούλα και για τη βιολέτα

Δεν σας είπα να στηριχτείτε
Στην αιώνια μακαριότητα
Την πτώση δεν την αρνήθηκα
Ούτε και την απελπισία

Τον διάβολο δεν τον εκόλλησα στον τοίχο
Γιατί δεν πιστεύω στον διάβολο
Τον θεό δεν τον ανύμνησα
Αλλά ποιά είμαι επί τέλους εγώ για να



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2015

ΕΝΑΣ ΧΡΟΝΟΣ ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΝΤΑΓΚΛΑΣ







Σαν σήμερα πριν από έναν χρόνο έφυγε από τη ζωή ο Ντάγκλας, το πιο καλόκαρδο και το πιο συντροφικό πλάσμα που έχω γνωρίσει. Και σαν γνήσιος ναπολιτάνος που ήταν "μιλούσε" μόνο ιταλικά του Νότου και επέβαλλε πάντοτε το καθεστώς του νόμου του μόνο με το βλέμμα του. Συνελόντι ειπείν ο Ντάγκλας μάς άλλαξε τη ζωή! Επανειλημμένα έδωσε μάχες με τον θάνατο, και τον νικούσε μέχρι την τελευταία φορά... Γι' αυτό και όταν έφυγε, τον συνόδευσε η μουσική του Μπετόβεν με τον 'Υμνο στη Χαρά στην παρακάτω εκτέλεση:

ΑΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ


PAUL ELUARD


ΑΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

Ὅλη τὴ μέριμνα πῆρα ἀπὸ σένα ὅλους τοὺς μόχθους
Ποὺ παίρνει ὁ ἄνθρωπος ἀπ᾽ τὰ πάντα κι ἀπ᾽ τὸ τίποτα
Θὰ μποροῦσα καὶ νὰ μὴ σ᾽ ἐρωτευθῶ
Ἐσένα πού ᾽σαι μόνο ἡ εὐγένεια ἀκέραιη
Σὰ ροδάκινο μετὰ ἀπὸ ἄλλο ροδάκινο
Ζουμερά ὅσο καὶ τὸ καλοκαίρι ἀμφότερα

Ὅλη τὴ μέριμνα ὅλους τοὺς μόχθους
Νὰ ζῶ ἀκόμα καὶ νά ᾽μαι ἀπὼν
Νὰ γράφω τοῦτο δῶ τὸ ποίημα
Στὴ θέση τοῦ ποιήματος τοῦ ζωντανοῦ
Ποὺ δὲν θὰ γράψω
Ἀφοῦ πλέον ἐσὺ δὲν ὑπάρχεις

Τὰ πιὸ δουλεμένα σχέδια τῆς φωτιᾶς
Τὴν ὕστατη ἑτοιμάζουν πυρκαγιὰ
Τὰ ψίχουλα τοῦ πόνου τὰ τριμμένα
Χορταίνουν τοὺς τὰ λοίσθια πνέοντες

Ζωντανὴ τὴν ἀρετὴ ἐγνώρισα
Τὸ καλὸ τὸ γνώρισα ἐνσαρκωμένο
Ἀρνοῦμαι τὴ θανή σου μὰ τὴ δική μου τὴ δέχομαι
Τὴ σκιά σου ποὺ πάνω μου ἁπλώνεται
Νὰ τὴν κάμω θά ᾽θελα κῆπο

Τὸ τόξο χαλαρὸ εἴμαστε ἀπὸ τὴν ἴδια νύχτα
Τὴν ἀκινησία σου ποθῶ νὰ συνεχίσω
Τὸν διάλογο τὸν μὴ ὑφιστάμενο
Ποὺ μὲ σένα ἀρχίζει καὶ μέσα μου τελειώνει
Μ᾽ ἐμένα ἐθελοντὴ ξεροκέφαλο ἐξεγερμένο
Ἐρωτευμένον ὅπως κι ἐσὺ μὲ ὅλες τῆς γῆς τὶς χάρες.



Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2015

ΣΤΙΧΟΙ



FRANTIŠEK HALAS


ΣΤΙΧΟΙ

Καὶ χάρη ἔχουμε νὰ βλέπουμε
τυφλοὶ θεότυφλοι
καὶ χάρη ἔχουμε ν᾽ ἀκοῦμε
κουφοὶ θεόκουφοι

Στὸν ἄνεμο φτερὸ καὶ ἡ ἐλπίδα ὀφθαλμαπάτη
ἀστέρια στὸ ντορὸ καὶ χρυσωμένο χάπι
τραγούδι στὴ βροχὴ καὶ στὶς γκρεμίλες ἄτι
στὶς λέξεις συνοχὴ ποὺ ἐμίλειε στὴν ἀγάπη

Καὶ χάρη ἔχουμε νὰ βλέπουμε
τυφλοὶ θεότυφλοι
καὶ χάρη ἔχουμε ν᾽ ἀκοῦμε
κουφοὶ θεόκουφοι



Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2015

Η ΦΩΝΗ



CHARLES BAUDELAIRE


Η ΦΩΝΗ

Ἡ βρεφική μου κούνια ἦταν μὲ τὴ βιβλιοθήκη πλάτη
μιὰ σκοτεινὴ Βαβέλ: νουβέλες καὶ ἐπιστήμη· τίτλοι ἀθρόοι
(ἑλληνικά, λατινικά) ἀπὸ στάχτη ἢ σκόνη βγάζαν κάτι
καὶ μεῖγμα ἐκάναν. Μέτραγα δὲ μέτραγα ἕνα ἰνφόλιο μπόι.

Καὶ δυὸ φωνὲς μοῦ μίλαγαν. Ἀκύμαντη, πανούργα ἡ μία
ὅλο ἔλεγε: «Ἕνα κέικ εἶναι ἡ γῆ· καὶ ἡ γλύκα του δική σου.
Ποὺ λὲς ἐγὼ μπορῶ (χωρὶς νὰ βρεῖ ἡ ἡδονή σου ἐσὲ ἡρεμία)
νὰ σὲ γλυκαίνω καὶ ποτὲ νὰ μὴ σοῦ κόβεται ἡ ὄρεξή σου!»

Μετὰ ἡ ἄλλη μοῦ ἔλεγε φωνή: «Ἔλα, στ᾽ ὄνειρο ταξίδι πᾶμε
πέρα ἀπὸ τὸ ἐφικτὸ καὶ πέρ᾽ ἀπ᾽ τὰ γνωστά μας, σὲ ἄλλα μέρη!»
Κι ἐτραγουδοῦσε κάμε σὰν τὸν μπάτη στὸ γιαλὸ ἢ καὶ κάμε
σὰν ἀερικὸ ποὺ κὰν δὲν ἤξερες ἐκεῖ τί τό ᾽χε φέρει·

κι ἐνῶ μοῦ χἀιδευε τ᾽ ἀφτιά, μὲ κατατρόμαζε συνάμα.
Τῆς εἶπα: «Ναί, ὦ γλυκιὰ φωνή, ναί!» Κι ἔκτοτε, ἀπ᾽ τὴ μέρα ἐκείνη,
ἀλίμονο, κανεὶς τὴ θλίψη μου δὲν ξέρει, καὶ τί κλάμα
τὴ μοίρα μου ποτίζει. Πίσω ἀπ᾽ τὸ ντεκὸρ ποὺ ἀνοιγοκλείνει,

τῆς ἀχανοῦς ζωῆς, εἶδα στὸν πιὸ μαῦρο τῆς ἀβύσσου πάτο
δυὸ κόσμους χωριστούς, ἀλλόκοτους — τὸ χάος τοὺς ἐξέρνα
(καὶ τοὺς ξερνάει)· καὶ θύμα τῆς ὀξυδερκείας μου, ἀπὸ κάτω
ἐδῶ τὰ φίδια τρέφω πού ᾽φερα καὶ μοῦ κεντοῦν τὴ φτέρνα.

Κι ἀπ᾽ τὸν καιρὸν ἐκεῖνο βίον προφήτου διάγω: ζῶ μονήρης
καὶ τρυφερὰ τοὺς ἐρημότοπους, τὴ θάλασσα ἀγαπάω·
στὰ πένθη πάντοτε γελῶ, καὶ ὀδύρομαι στὶς πανηγύρεις·
τοῦ πιὸ ξινοῦ οἴνου ὅτι εἶναι ἡ γεύση του ἀπαράμιλλη ἐκτιμάω.

Τὰ γεγονότα ἂς εἶν᾽ πραγματικά — ἐγὼ τὰ ἐκλαμβάνω ὡς ψεύδη.
Κοιτῶ τὸν οὐρανὸ, κι ἀπὸ τὴ μιὰ λακούβα πέφτω σὲ ἄλλη.
Πλὴν μὲ παρηγορεῖ ἡ φωνή: «Ὄνειρο ἡ ζωὴ εἶναι καὶ καθεύδει!
Μὰ φύλα τη! Οἱ σοφοὶ στὴν τρέλα μόνο βρίσκουν τέτοια κάλλη!»



Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής. 

ΑΡΧΑΙΑ ΕΡΕΙΠΙΑ




ΘΑΝΟΣ ΠΑΣΧΟΣ


ΑΡΧΑΙΑ ΕΡΕΙΠΙΑ

Περπατάμε σκυφτοί από το βάρος

του χρέους, της μνήμης, της τέφρας.
Σκιές τρεκλίζουν.
Πέτρες στο καύμα του ήλιου
λιγοψυχούν αλλά βαστούν
στις μισοφαγωμένες επάλξεις της ειμαρμένης.
Τα αρχαία ερείπια
εντός ημών. 


Από το βιβλίο: Θάνος Πάσχος, «Φως οδυνηρό», Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2015, σελ. 44.