Δευτέρα 12 Μαΐου 2008

ΚΡΥΣΤΑΛΛΟ ΑΜΑΥΡΟ ΑΝΘΟΔΟΧΗΣ


STÉPHANE MALLARMÉ


[Ô SI CHÈRE DE LOIN ET PROCHE ET BLANCHE]


Ô si chère de loin et proche et blanche, si
Délicieusement toi, Méry, que je songe
À quelque baume rare émané par mensonge
Sur aucun bouquetier de cristal obscurci.
Le sais-tu, oui ! pour moi voici des ans, voici
Toujours que ton sourire éblouissant prolonge
La même rose avec son bel été qui plonge
Dans autrefois et puis dans le futur aussi.
Mon cœur qui dans les nuits parfois cherche à s’entendre
Ou de quel dernier mot t’appeler le plus tendre
S’exalte en celui rien que chuchoté de sœur
N’était, très grand trésor et tête si petite,
Que tu m’enseignes bien toute une autre douceur
Tout bas par le baiser seul dans tes cheveux dite.


***********


ΣΟΝΕΤΟ

Ω τόσο εράσμια από μακριά, μα εγγύς μου και λευκή,
Μαίρη μου εσύ, που αναπολώ με τόσην ευφροσύνη
Σαν κάποιο κρύσταλλο αμαυρό ανθοδόχης που αναδίνει
Απατηλά μια σπάνιαν ευωδιά βαλσαμική.

Το ξέρεις, ναι! Για μένα χρόνια τώρα, χρόνια εσύ,
Πως το περίλαμπρο χαμόγελό σου παρατείνει
Το ίδιο ρόδο με τα’ ωραίο του θέρος που εμβαθύνει
Στο παρελθόν μα και στο μέλλον έπειτα μαζί.

Όταν τη νύχτα αναζητεί η καρδιά μου να μιλήσει
Ή κάποια λέξη τρυφερή στερνή να ψιθυρίσει
Δε βρίσκει παρά μ’ έξαρση να σε καλεί αδελφή.

Μέγιστος θησαυρός σε κεφαλή μικροπλασμένη,
Που μου διδάσκεις μι’ άλλη τέρψη διαφορετική
Μες στα μαλλιά σου απ’ το φιλί μόνο σιγά ειπωμένη.



Μετάφραση: Τάκης Βαρβιτσιώτης.
Από το βιβλίο: STÉPHANE MALLARMÉ, «Ποιήματα», Εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 1999, σελ. 33-34.

Κυριακή 11 Μαΐου 2008

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΛΟΥΛΑ ΒΑΛΔΙΒΙΑ


ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η LULA VALDIVIA


LA FLOR DE LA CANELA


Dejame que te cuente limeno
Dejame que te diga la gloria
Del ensueno que evoca la memoria
Del viejo puente del río y la alameda

Dejame que cuente limeno
Ahora que aun perfuma el recuerdo
Ahora que aun se mece en un sueno
El viejo puente el río y la alameda

Jazmines en el pelo y rosas en la cara
Airosa caminaba la Flor de la Canela
Derramaba lisura y a su paso dejaba
Aroma de mixtura que en el pecho llevaba

Del puente a la alameda menudo pie le lleva
Por la vereda que se estremece al ritmo
De sus caderas recogia la risa de la brisa
del rio Y al viento la lanzaba
Del puente a la alameda

Dejame que te cuente limeno
Ay! Deja que te diga moreno mi pensamiento
A ver si asi despiertas del sueno, del sueno
que entretiene, moreno, tus sentimientos

Aspira de la lisura que da la Flor de Canela
Adornada con jazmines matizando su hermosura
Alfombra de nuevo el puente, y engalanas la alameda
Que el rio acompasara tu paso por la vereda


Στίχοι & Μουσική: Isabel "Chabuca" Granda.

ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ Ο ΤΣΙΚΟ ΚΑΙ Η ΝΑΡΑ


CHICO BUARQUE


ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ Ο CHICO BUARQUE ΚΑΙ Η NARA LEÃO

A BANDA


Estava a toa na vida, o meu amor me chamou
Pra ver a banda passar, cantando coisas de amor
A minha gente sofrida, despediu-se da dor
Pra ver a banda passar, cantando coisas de amor

O homem sério que contava dinheiro, parou
O faroleiro que contava vantagens, parou
A namorada que contava as estrelas,
Parou para ver, ouvir e dar passagem

A moça triste que vivia calada, sorriu
A rosa triste que vivia fechada, se abriu
A meninada toda se asanhou
Pra ver a banda passar, cantando coisas de amor

O velho fraco se esqueceu do cansaço e pensou
Qu'inda era moço pra sair no terraço e dançou
A moça feia debruçou na janela
Pensando que a banda tocava pra ela

A marcha alegre se espalhou na avenida e insistiu
A lua cheia que vivia escondida, surgiu
Minha cidade toda se enfeitou
Pra ver a banda passar, cantando coisas de amor

Mas para meu desencanto, o que era doce acabou
Tudo tomou seu lugar, depois que a banda passou
E cada qual no seu canto, em cada canto uma dor


Στίχοι & Μουσική: Chico Buarque.
Άμστερνταμ, Φεστιβάλ Βραζιλιάνικης Μουσικής, 1966.



Ο ΠΟΘΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΕΙΝΑΙ ΖΕΥΓΑΡΙ


ΕΙΡΗΝΗ Α. ΔΕΝΤΡΙΝΟΥ (1879-1974)


ΠΑΘΟΣ


Της καρδιάς τη λάβρα και μανία,
Ατίμητος και μόνος θησαυρός της,
Στην άσβυστη του στήθους της θρησκεία
Ασάλευτος βασίλευε Θεός της.
Αδιήγητη κι’ ασύγκριτη ευτυχία
Η ματιά που της έρριχνε ο καλός της·
Δόξες, πλούτη, ομορφιές και μεγαλεία,
Αθώρητα διαβαίνουν από μπρος της.
Μα της Αγάπης τ’ άχραντο κλωνάρι
Δάκρυ πικρό γυρεύει, για ν’ ανθίζει,
–Ο πόθος με τον πόνο είναι ζευγάρι! –
Τί ο σπαραγμός τα σπλάχνα της κι’ αν σκίζει;
Τί κι αν θανάτου θλίψη δοκιμάζει;
Το Γολγοθά θωρεί κι’ αναγαλλιάζει.



Από το βιβλίο: Ειρήνης Α. Δεντρινού «Σονέττα», έκδοση του περιοδικού «Γράμματα», Τυπογραφικά Καταστήματα Κασιμάτη & Ιωνά, Αλεξάνδρεια 1916, σελ. 33.

Εικονίζεται η φίλη του ιστολογίου κ. Gabriela Monteiro.

ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΓΑΡΘΙΛΑΣΙΟΣ ΔΕΛΑΒΕΓΑΣ


GARCILASO DE LA VEGA


[Η ΕΛΠΙΔΑ ΜΕΣΑ ΜΟΥ ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΞΥΠΝΑΕΙ]


Η ελπίδα μέσα μου για μια στιγμή ξυπνάει·
κατάκοπη κατόπιν χέρια-πόδια σέρνει
και του ληθάργου αφήνεται· κι ευθύς ως γέρνει,
σηκώνεται η απελπισιά που τυραννάει

σκληρά. Καρδιά μου, εσύ, καημένη, πώς πονάει
η εναλλαγή καλού-κακού και πώς σε φέρνει
στων άκρων τα άκρα;! Βάλε δύναμη όσο παίρνει
ν’ αντέξεις – ξέρεις πως την τρικυμία ακλουθάει η

γαλήνη πάντα. Δύναμη έτσι θε να πάρω
κι εγώ, και μάλιστα όση πρέπει, για να σπάσω
στα δυό με δυό μπουνιές βουνό ή να βγώ μπροστά

απ’ ό,τι εμπόδιο ή φυλακή να βρω το Χάρο
να τον νικήσω, τί είσαι Ε σ ύ όντως ν’ αποδείξω:
ιδέα γυμνή ή γυνή με σάρκα και οστά.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Η εικονιζόμενη ονομάζεται Valeria Mazza και είναι φίλη του ιστολογίου.

Σάββατο 10 Μαΐου 2008

ΟΙ ΦΩΤΙΕΣ ΠΟΥ ΚΑΙΝΕ ΤΑ ΜΥΑΛΑ ΜΟΥ


GARCILASO DE LA VEGA


[ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΑΜΕΙΧΤΟ ΚΙ ΑΠΙΘΑΝΟ ΤΗΣ ΒΛΕΜΜΑ]


Εκείνο το άμειχτο κι απίθανό της βλέμμα
εκπέμπει λαύρους στοχασμούς, που σπαρταράνε
και που μεμιάς μες στο δικό μου βλέμμα πάνε
και φτάνουνε ώς τα βάθη, στου κακού το ρέμα.

Τον δρόμο κατεβαίνουν των ματιών τα θρέμα-
τα εκείνον, που οι δικοί μου ανάποδα τραβάνε
για νά ’βγουν έξω – στα χαμένα περπατάνε
σαν να τους κάλεσε τρανό αγαθό ή πνέμα.

Κι εγώ χαμένος στην ονειροφαντασιά μου
τις σκέψεις μου τορνεύω, κι είναι σαν εμπρός μου
ναν τις θωρώ που ανεβοκατεβαίνουνε όλο

προς τα έξω δρόμο νά ’βρουν (πλην ματαίως, αλιά μου).
με τις φωτιές που καίνε τα μυαλά μου, εντός μου
θα μένουν πάντα, σε φλεγόμενο έναν θόλο.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
Ανάρτηση για χάρη της φίλης του ιστολογίου κ. Alessandra Ambrosio.

ΟΙ ΦΛΕΒΕΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ


ΕΦΗ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ


ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΑ


πέτρες μισοχωμένες στη λάσπη
κορμιά φαγωμένα
σπίτια αιώνων
ακίνητα
πόσοι νεκροί κλαίνε τις νύχτες
στις πόρτες σας;
πόσες σας λέξεις ξεπλένει η βροχή;
πόσα κλειδιά σκουριάσαν στις χούφτες σας;
σε σας μιλώ
και στο υγρό το ξύλο
φλέβες του χρόνου



Από το βιβλίο: Έφη Καλογεροπούλου, «σκεύη ταξιδίου», Ενδυμίων, Αθήνα 2007, σελ. 31.

Παρασκευή 9 Μαΐου 2008

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΣ ΑΙΤΗΜΑ


GARCILASO DE LA VEGA (1503-1536)


[ΩΡΑΙΕΣ ΝΥΜΦΕΣ...]


Ωραίες νύμφες, που νερά της αγχιάλου
και όχτους ποταμιών πανόλβιες κατοικείτε,
τις πέτρες τις αστραφτερές σωρούς αν δείτε
και στύλους νά ’χουν γίνει διάφεγγου κρυστάλλου,

ακόμα κι αν το γνέσιμο έχετε ή, εξ άλλου,
το πλέξιμο αρχινίσει, και, είτε δύο-δύο είτε
παρέες-παρέες μεγάλες, κάθεστε να πείτε
ερωτικές στιγμές του βίου σας του παγκάλου,

για μια στιγμούλα το κουβεντολόι σας αφήστε
και τα πυρόξανθα κεφάλια ανασηκώστε
για να με δείτε, και –αχ– τ’ αφτιά σας μην τα κλείστε·

μα κι αν τα κλείστε, τούτο ακούστε, να με σώστε:
από τους θρήνους μου πηγή να γίνω ορίστε,
στα βάσανά μου παρηγόρια να μου δώστε.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
Μου το συνέστησε η καλή μας φίλη κ. Jessica Alba.

Πέμπτη 8 Μαΐου 2008

Η ΨΥΧΗ...


EMILY DICKINSON (1830-1886)


[ΚΑΙ Η ΨΥΧΗ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΗΣ]


Και η ψυχή στον εαυτό της
βασιλική θα είναι φίλη
ή ο φριχτότερος αυτόπτης
που εχθρός μπορεί ποτέ να στείλει.

Από την ίδια ασφαλής,
να μην την απειλεί προδότης,
ας αισθανθεί, άρχων αυτής,
δέος μπροστά στον εαυτό της



Μετάφραση: Διονύσης Καψάλης.
Από το βιβλίο: Emily Dickinson, «Το μέγα ύδωρ», μετάφραση Διονύσης Καψάλης, Άγρα, Αθήνα 2004, σελ. 28.

ΕΝΑ ΚΕΡΙ ΑΝΑΜΜΕΝΟ


JULES SUPERVIELLE (1884-1960)


ΑΙΧΜΗ ΦΛΟΓΑΣ


Όλη του τη ζωή
Του άρεσε να διαβάζει
Μ’ ένα κερί
Και συχνά περνούσε
Το χέρι πάνω απ’ τη φλόγα
Για να πειστεί
Πως ζούσε, πως ζούσε.

Από τη μέρα του θανάτου του
Έχει στο πλευρό του
Ένα κερί αναμμένο
Αλλά κρατάει κρυμμένα τα χέρια.



Μετάφραση: Ντενίζ Ανδριτσάνου.
Από το βιβλίο: Jules Supervielle, «Ποιήματα», μετάφραση: Ντενίζ Ανδριτσάνου, προλεγόμενα: Γιώργος Καραβασίλης, Printa, Αθήνα 207, σελ. 117.

Τετάρτη 7 Μαΐου 2008

Η ΧΙΛΙΟΣΤΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ - ΣΟΛΩΜΟΣ!


ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ


ΕΙΣ ΑΡΠΑΓΑ


Τέτοιο φίλο ’γώ να χάσω!
Για τρεις μέρες θα περάσω
Με ψωμάκι, με τυρί·
Και συ, κόκορε τσ' αυλής μου,
Για το φίλο της ψυχής μου
Βάψε μαύρο το λειρί.

ΚΕΒΕΔΟ - ΓΙΑ ΤΗ ΦΙΛΗ ΜΟΥ ΤΗ ΜΑΡΙΑΝΝΑ


FRANCISCO DE QUEVEDO


ΤΗΝ ΤΥΡΒΗ ΤΟΥ ΘΝΗΤΟΥ ΜΑΣ ΒΙΟΥ ΠΑΡΑΣΕΡΝΕΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ


Την τύρβη του θνητού μας βίου παρασέρνει
ο χρόνος και, όπως –δώσ’ του– την τραβάει, χλευάζει
το σίδερο ή το μάρμαρο που αλόγως βάζει
για ν’ αμυνθεί παν ό,τι το χαμό τού φέρνει.

Πριν καν το πόδι μάθει να βαδίζει, παίρνει
το τράχαλο το μονοπάτι, που μας βγάζει
στο τέρμα του θανάτου, όπου μαύρο αγιάζι
μάς δέρνει και των έργων μας το δέρας γδέρνει.

Κι η πιο μικρή στιγμή είναι δρασκελιά μεγάλη,
που κάνω ως για να κρούσω πιο νωρίς τη θύρα
του Χάρου – ασχέτως αν δρω, κάθομαι ή κοιμάμαι…

Μικρή είναι ανάσα… ελάχιστη…–δεν είναι πάλη!–
ο θάνατος· κληρονομιά αν τον πεις ή μοίρα,
και πάλι νόμος είν’, δεν είν’ ποινή. – Άντε πάμε!



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής

Το μετάφρασμα αφιερώνεται στη Μαριάννα, τη Γητεύτρια.

Τρίτη 6 Μαΐου 2008

ΣΤΑ ΔΥΟ ΣΤΕΝΑ ΤΩΝ ΧΕΡΙΩΝ ΣΟΥ



GARCILASO DE LA VEGA (1503-1536)


[ΕΝ ΤΕΛΕΙ, ΝΑ!, ΕΠΕΣΑ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΟΥ…]


Εν τέλει, να!, έπεσα στα χέρια σου, και ξέρω
εκεί, στα δυό στενά τους, μέλλω να πεθάνω·
με θρήνους δεν μπορώ τους πόνους να γλυκάνω –
για με δεν θά ’ν’ τα δάκρυα ρεμέδιο βέρο…

Η ζωή μου εδώ αγνοώ… δεν ξέρω ποιο συμφέρο
και τίνος θα υπηρέτει, καίτοι εγώ τη βάνω
να δοκιμάσει ο δήμιος στο πετσί μου πάνω
πώς κόβει του σπαθιού του ο αθέρας. Κι αν ασπαίρω

σαν ψάρι, είν’ γιατί χυθήκαν μου τα δάκρυα
ματαίως, σε χώματ’ άγονα, σε χέρσο κάμπο,
και δέντρο δεν εβλάστησε στο ριζικό μου.

Τα δάκρυα φτάνουν που ’χυσα για σε στην άκρια
του πόθου, ο τιποτένιος! Διό στον κόπο θά ’μπω
να πληρωθείς, Κυρά μου, με το θάνατό μου!


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΟΛΟΙ ΟΙ ΚΑΙΡΟΙ


ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΑΛΕΞΙΟΥ


Ο ΠΟΝΟΣ ΤΩΝ ΆΨΥΧΩΝ


Εράγισε το σπάνιο φαρφουρί
που χρόνια απ’ την κινέζικη εταζέρα
μ’ άνθια και μύρα εμέθαε τον αγέρα
κι απάνω του όλοι ανθίζαν οι καιροί.

Όμως αυτό δεν τό ’μαθε η μικρή
καλή Κυρά, γιατί την ίδια μέρα
ετίναξε απ’ το δάχτυλο τη βέρα
και βάδισε και χάθηκε αντικρύ.

Τώρα στης πρώτης νύχτας τη μεγάλη,
την άφωνη, τη δίχως έλεος λύπη
των άψυχων ηχάει το καρδιοχτύπι.

Κι ω τ’ ορφανό της, τ’ άρρωστο ανθογυάλι
πώς κλαίει, πώς κλαίει μες στην κλεισμένη σάλα,
ενώ η ζωή του φεύγει στάλα-στάλα…

Δευτέρα 5 Μαΐου 2008

ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΚΕΒΕΔΟ!


FRANCISCO DE QUEVEDO


ΜΕ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΔΑΣΚΕΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΣΤΗ ΦΛΟΡΑ ΤΟ ΕΦΗΜΕΡΟΝ ΤΟΥ ΚΑΛΛΟΥΣ, ΧΩΡΙΣ ΩΣΤΟΣΟ ΝΑ ΤΟ ΥΠΟΤΙΜΑ

Η πρώτη-πρώτη νιότη και η ντροπαλοσύνη
των παρτεριών στον κήπο, ως αναψοκοκκινίζει
με της πορφύρας την ανάσα που διαστίζει
της εφηβείας το υπερήφανο ρουμπίνι –·

ως και του ρόδου η υπεροψία που ’χει γίνει
αστέρι πάλλαμπρο, τα σκότη να σκορπίζει –·
μα και η αμυγδαλιά που ολάκαιρη ασπρίζει
απ’ τα χιονάνθια, ενώ τον ήλιο καταπίνει –:

ό λ α είναι, Φλόρα μου, βουβές ειδοποιήσεις
περί του κάλλους και της ύβρης των ανθρώπων:
των λούλουδων ν’ ακολουθούμε εμείς τον νόμο!

Τα χρόνια τρέχουνε – πώς ναν τα σταματήσεις;!
Κι αφού θα σβηστεί των χτεσινών σου τρόπων
η αίγλη, άντε κίνα, βγες στης σύνεσης το δρόμο!




Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Η εικονιζόμενη Nuria Roca είναι συμπατριώτισσα και θαυμάστρια του Quevedo.